Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, ο Χριστός και η
Ελλάδα*
Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλος
Ευχαριστώ
θερμά τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κερκύρας κ. Νεκτάριο, με τον οποίο συνδέομαι
με πνευματικό δεσμό εδώ και πενήντα δύο
χρόνια, για την πρόσκληση του να μιλήσω για το βιβλίο του μακαριστού
Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού Χριστοδούλου «Από την Άλωση στην
παλιγγενεσία – Η συμβολή των Μονών και των κληρικών στην εθνική αφύπνιση». Τον
συγχαίρω επίσης γιατί δέχθηκε να εκδώσει το παρουσιαζόμενο βιβλίο του
Μακαριστού Αρχιεπισκόπου το υπό την ποιμαντική του καθοδήγηση Επικοινωνιακό και
Μορφωτικό Ίδρυμα «Ο Άγιος Σπυρίδων».
Τον αείμνηστο Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο εγνώρισα το 1958, όταν ακόμη ήταν λαϊκός και κατηχητής μου στον Ι.Ν. Αγίου Σπυρίδωνος Παγκρατίου Αθηνών. Έκτοτε και έως την κοίμησή του, ήταν για μένα «δώρο Θεού, έμψυχος θησαυρός, λιμήν αναψυχής» ( Λόγος ΙΑ΄ Γρηγορίου του Θεολόγου εις τον Γρηγόριον Νύσσης. Πατερικές Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Γρηγορίου Θεολόγου Έργα, Τόμος 1, σελ. 284-285). Ο Μακαριστός, μετά από 18 χρόνια από την κοίμησή του, για εμένα και για πλείστους όπου Γης Έλληνες είναι πάντα πρότυπο και παράδειγμα ζωής και θυσιαστικής προσφοράς στην Αγία Εκκλησία μας και στην φιλτάτη Πατρίδα μας.
Η παρουσιαζόμενη εργασία του Μακαριστού
Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου γράφτηκε το 1971, με την ευκαιρία των 150 ετών από
την έναρξη της Επαναστάσεως του 1821, που έφερε την ελευθερία μας. Αυτή ήταν
γραμμένη στη λογία γλώσσα και το 2007, λίγο καιρό πριν ασθενήσει, μου ανέθεσε
να την μεταφέρω στη σημερινή γλώσσα μας και, με την ευκαιρία, μου ζήτησε να προσθέσω τα νέα στοιχεία, τα οποία εν τω
μεταξύ είχε συγκεντρώσει. Πονούσε πολύ η ψυχή του από τα ψέματα που λέγονταν
από αθέους διαφωτιστές, που αρνιόντουσταν την προσφορά της Εκκλησίας στην
διατήρηση της ταυτότητας μας στα 400 χρόνια της σκλαβιάς και την συμβολή Της
στην απελευθέρωσή μας. Αυτός ήταν ο λόγος που θέλησε να εκδοθεί η μελέτη του σε
ένα συνοπτικό και εύληπτο βιβλίο, για να είναι μια απάντηση στην προπαγάνδα
τους.
Ανέλαβα με δέος αυτήν την ηθική υποχρέωση και
προσπάθησα να αποδώσω με συναίσθημα ευθύνης και όσο μου επέτρεπαν οι πνευματικές μου δυνάμεις
την μελέτη του μακαριστού Αρχιεπισκόπου, ο οποίος, κατά την ταπεινή μου άποψη,
αποτελεί μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στην ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Όπως
τον έζησα ήταν, ως Μητροπολίτης και μετά
Αρχιεπίσκοπος, Ομολογητής της Πίστεώς μας, με την εκκλησιαστική έννοια
του όρου. (Σημ. Ομολογητής είναι ο Χριστιανός, ο οποίος ενώπιον εχθρικού
περιβάλλοντος ομολογεί την πίστη του, εν γνώσει του ότι θα διωχθεί). Ο απλός λαός και ιδιαίτερα η
νεολαία, στη συντριπτική τους πλειονοψηφία, αγκάλιασαν τον μακαριστό Χριστόδουλο,
ανταποκρινόμενοι στην καλοσύνη του, στον
θαρραλέο λόγο του, στην ανοικτή του καρδιά και στην καταδεκτικότητά του. Όμως
όσα χρόνια ήταν Αρχιεπίσκοπος διώχθηκε απηνώς από τους κρατούντας σύγχρονούς
του Ιουλιανούς Παραβάτες. Δεν υπήρξε ημέρα που να μην τον πολεμήσουν με ψέματα
και συκοφαντίες, επειδή επιτελούσε το χρέος του και προστάτευε το σε αυτόν
εμπιστευθέν από τον Θεό λογικό ποίμνιό του.
Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος είχε τάλαντα πολλά
και με όλη του την ψυχή ήθελε να τα αξιοποιήσει υπέρ του λαού του Θεού, χωρίς
να υπολογίζει τις συνέπειες για τη ζωή του, που θα είχαν τα σε βάρος του βέλη
από γεμάτες φαρέτρες εχθρών του εντός και εκτός της Εκκλησίας. Στην περίπτωση
του μακαριστού ταιριάζει το τροπάριο του Αυτοκράτορα και συγγραφέα του Μεγάλου
Παρακλητικού Κανόνος στην Υπεραγία Θεοτόκο Θεοδώρου Β΄ Δούκα Βατάτζη Λάσκαρη:
«Οι μισούντες με μάτην, βέλεμνα (βέλη) και ξίφη και λάκκον ηυτρέπισαν και
επιζητούσι το πανάθλιον σώμα σπαράξαι μου και καταβιβάσαι προς γην…».
Ο αείμνηστος αξιόλογος καθηγητής, εγκρατής
φιλόλογος και σημαντικός χριστιανός συγγραφέας Κωνσταντίνος Γανωτής στο βιβλίο
του «Η μαρτυρία μου» (Έκδοση «Πηλός», Αθήνα, 2010, σελ. 195) γράφει:
«Εντυπωσιακή ήταν για την ιστορία της Εκκλησίας
μας η άγρια επίθεση τόσο στο πρόσωπο του μακαριστού Χριστόδουλου όσο και στην
Εκκλησία εν γένει, επίθεση που έγινε από διανοούμενους, πολιτικούς και
δημοσιογράφους κυρίως. Έβλεπαν στην Εκκλησία με την ηγεσία του μακαριστού
Αρχιεπισκόπου της Χριστοδούλου τον δύσκολο αντίπαλο στο σατανικό έργο της
αποϊεροποίησης του κόσμου. Θέλησαν να σβήσουν από τις ψυχές των Ελλήνων τις
ιερές μνήμες των αγίων και των μαρτύρων μας, των εθνομαρτύρων, των
εκκλησιαστικών μας παραδόσεων, θέλησαν να θάψουν την Εκκλησία μέσα στη λήθη και
τα μικρά παιδιά να μη την συναντούν ποτέ στον δρόμο τους. Σε αυτό το σάρωμα που
επεδίωξε μεθοδευμένα η Νέα Εποχή, ο λαός μας αντιστάθηκε με τη λεβεντιά του
Αρχιεπισκόπου του και οι εχθροί της Εκκλησίας καταπονήθηκαν και
γελοιοποιήθηκαν».
Ο
μακαριστός Αρχιεπίσκοπος επειδή ήταν ιδιοφυής αντελήφθη σε βάθος όλα τα μηνύματα της εποχής μας και πρόβλεψε
σωστά τις επερχόμενες δυσάρεστές καταστάσεις για τους Έλληνες Ορθοδόξους
Χριστιανούς. Μπροστά στην επιτέλεση του έργου σωτηρίας του ποιμνίου του απεδείχθη χαλκέντερος, ακάματος, ακατάβλητος,
ακαταπόνητος. Στον Βόλο το Επισκοπείο ήταν στο κέντρο της πόλεως και όταν
περνούσαν από εκεί Βολιώτες τις πρώτες πρωινές ώρες και έβλεπαν ακόμη αναμμένο
το φως του δωματίου του Μητροπολίτη τους έλεγαν: «Πάλι ο Χριστόδουλος ξενυχτάει
και όταν εκείνος ξενυχτάει εμείς μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι».
Στην
Αθήνα τα καθήκοντα περισσότερα, οι ώρες κάθε μέρα 24 και εκείνο που μόνο
μπορούσε ο Αρχιεπίσκοπος να κάνει ήταν να περιορίσει ακόμη περισσότερο τις ώρες
του ύπνου του. Υποχρεώσεις και συνεργασίες έβαζε από νωρίς το πρωί έως τις δύο
μετά το μεσημέρι, που πάντα το ωράριο επεκτεινόταν και πέραν της
προγραμματισμένης ώρας…. Από τις 5.30 μ.μ. και μετά, έως περίπου τις 10 το
βράδυ, έβαζε άλλα ποιμαντικά και ομολογιακά καθήκοντα – εσπερινούς και ομιλίες σε
ενορίες, σε συνέδρια, σε εκδηλώσεις - στα οποία πάντα μιλούσε με μιαν
αμεσότητα, πληρότητα και εγκυρότητα λόγου. Αν δεν υπήρχαν άλλες υποχρεώσεις έβαζε
συναντήσεις. Επειδή στη συνέχεια εργαζόταν μόνος έως πολύ αργά το βράδυ
συνήθιζε να ξαπλώνει για μιάμιση περίπου ώρα μετά το μεσημεριανό γεύμα. Όμως το
χρέος που αισθανόταν έναντι του ποιμνίου, του περιόριζε αυτόν τον χρόνο. Ο
διάκος του, π. Διονύσιος, πολλές φορές τον έβλεπε πολύ κουρασμένο, τον λυπόταν
και δεν τον ξυπνούσε την ώρα που του είχε πει. Αλλά όταν το έκαμε αυτό άκουγε το
μάλωμα του Αρχιεπισκόπου, γιατί, όπως του έλεγε, δεν θα ήταν ακριβής στον χρόνο
των απογευματινών συναντήσεών του!
Σημειώνω
πως δίπλα στο κρεβάτι του είχε ένα κομοδίνο επί του οποίου υπήρχαν φάκελοι της
Αρχιεπισκοπής, τσάντα γεμάτη έγγραφα της Ιεράς Συνόδου και τα νέα της ημέρας.
Αυτά όλα είχε την επιθυμία να τα διαβάσει το απόγευμα, αλλά τον νικούσε ο
ύπνος. Διάβαζε όλα τα έγγραφα το βράδυ, τα σχολίαζε, τα διόρθωνε, έβαζε
αυτοκόλλητα χαρτιά για τις πρέπουσες ενέργειες και κρατούσε σημειώσεις για να
ελέγξει αν οι εντολές του πραγματοποιήθηκαν. Ιερά Σύνοδος και Αρχιεπισκοπή ήσαν
πάντα σε εγρήγορση…
Παράλληλα
με τα ποιμαντικά, ιεραποστολικά και
διοικητικά καθήκοντά του ο Αρχιεπίσκοπος ενημερωνόταν για τα όσα συμβαίνουν
στην Ελλάδα και στον κόσμο και δεν δίσταζε να παρέμβει σε όσα είχαν επίπτωση
στο λαό, κηρύττοντας τον λόγο της Εκκλησίας. Στην ομιλία του κατά τον Εσπερινό
της Αποδόσεως της εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στον Ι.Ν. Αγίου Ελευθερίου
Γκύζη, στις 25 Μαρτίου 2007, δύο περίπου μήνες προ της εκδηλώσεως της ασθενείας
του, είπε:
«Αν
η Εκκλησία αντιδρά μερικές φορές, το κάνει διότι θέλει να προφυλάξει τον κόσμο.
Αντιδρά σε τί; Σε μέτρα που γκρεμίζουν, καταλύουν, κατεδαφίζουν θεσμούς και
αξίες. Και αυτό όμως δεν την κάνει αντιδραστική, επειδή δηλαδή διαμαρτύρεται
πολλές φορές η Εκκλησία, διότι καταπατώνται ωρισμένες θεμελιώδεις ηθικές αρχές.
Όταν διαμαρτύρεται, διότι διαλύεται, παραδείγματος χάριν, ο κοινωνικός
ιστός με την διαφθορά, η οποία επικρατεί στην κοινωνία, όταν διαμαρτύρεται,
διότι με διαφόρους νόμους διαλύεται η οικογένεια, η οποία αποτελεί το βασικό
κύτταρο της κοινωνίας,… όταν η Εκκλησία διαμαρτύρεται εναντίον της
ανηθικότητας της καθημερινής ζωής, ή εναντίον της ενδοτικότητος μερικών στα
εθνικά μας θέματα, αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία είναι αντιδραστική; Η αντίδραση
αυτή είναι θεμιτή και χρήσιμη διότι αποτελεί μιαν αντίσταση εναντίον της
κατάλυσης των πάντων. Και αν δεν υπήρχε η Εκκλησία να διαμαρτύρεται και να
αντιστέκεται, με μεγαλύτερη ευκολία θα ενεργούσαν αυτοί, που θέλουν να
υπονομεύσουν τις βάσεις του πολιτισμού μας και της κοινωνικής μας συνοχής.
Ευτυχώς που υπάρχει και η Εκκλησία, η οποία υψώνει πολλές φορές τη φωνή της και
διαμαρτύρεται γι’ αυτά τα οποία θέλουν ορισμένοι να πραγματώσουν στον τόπο
αυτόν, αγνοούντες την Ιστορία και την Παράδοσή μας».
Ιστορία
και Ελληνορθόδοξη Παράδοση, τα δύο αυτά συνείχαν τον Μακαριστό Αρχιεπίσκοπο.
Ενθυμούμαι τη συγκίνησή του όταν στο πρώτο του, ως Αρχιεπισκόπου, ταξίδι στη
Σάμο επισκέφθηκε μαζί με την στρατιωτική ηγεσία
και τον οικείο Μητροπολίτη κ. Ευσέβιο
προκεχωρημένο φυλάκιο και έκανε την έπαρση της σημαίας μας, ενώ οι
στρατιώτες και όλοι μας, σε στάση προσοχής, ψάλαμε τον Εθνικό μας Ύμνο. Στο
πρόχειρο τραπέζι που ακολούθησε, παρουσία του Μητροπολίτου Ευσεβίου,
αξιωματικών, οπλιτών και πολιτών, ο Αρχιεπίσκοπος έκαμε την έκπληξη: Έβγαλε από
την τσέπη του αντεριού του ένα ως εγκόλπιο, μικρού μεγέθους και λιγοσέλιδο
σημειωματάριο. Σε αυτό είχε με αλλοιωμένα από τον ιδρώτα γράμματα, στίχους από
δημοτικά - πατριωτικά τραγούδια. Διάλεξε τα «Ευζωνάκια»
και το τραγούδησε με την βελούδινη φωνή του. Ακολούθησαν αυθόρμητα θερμά
χειροκροτήματα. Εξήγησε ότι αγαπούσε το εν λόγω τραγούδι γιατί του θύμιζε την
Κωνσταντινούπολη και την Ανατολική Θράκη, τόπο της καταγωγής του. Η οικογένεια
του Αρχιεπισκόπου ήταν διπλά προσφυγική. Η πρώτη προσφυγιά ήταν, μετά τη
Μικρασιατική καταστροφή, από την Αδριανούπολη στην Ξάνθη και η δεύτερη, κατά
την κατοχή από τους Βουλγάρους, από την Ξάνθη στην Αθήνα.
Στην
ολόψυχη αγάπη του προς τον Χριστό και τον Ελληνισμό ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος
είχε πρότυπό του τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, στον οποίο αφιέρωσε, ως
Μητροπολίτης Δημητριάδος, όλες του τις ομιλίες κατά την ιεραποστολική περίοδο
1982-1983, στον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό. Οι ομιλίες του κυκλοφορήθηκαν στη
συνέχεια σε βιβλίο (Έκδοση «Χρυσοπηγή»). Στα επιλεγόμενα του βιβλίου αυτού ο
Αρχιεπίσκοπος εξομολογείται στους ακροατές του μια του σκέψη, που του είχε
γεννηθεί καθώς διάβαζε, πριν από κάθε του ομιλία τις «Διδαχές» του. «Σκέφθηκα»,
είπε, «πως στον Άγιο και Ισαπόστολο Κοσμά
εμείς οι Νεοέλληνες χρωστάμε πολλά. Αν οι πατέρες μας δεν γίνανε τούρκοι, αν
δεν χάσανε την γλώσσα τους, την ελληνική, αν δεν ξέχασαν το όνειρό τους για
λευτεριά, αυτό, κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό, οφείλεται στον πατροΚοσμά».
Και
επειδή εφέτος είναι η διακοσιοστή επέτειος από την Ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου
(Σημ. Έγινε ξημερώνοντας Κυριακή Βαΐων του 1826) θα σας αναφέρω λίγα λόγια από
την ομιλία του μακαριστού Αρχιεπισκόπου, που εκφώνησε στην Αίθουσα της Παλαιάς
Βουλής των Αθηνών το 2006, στην επέτειο για τα 180 χρόνια από το αθάνατο έπος
των ελευθέρων πολιορκημένων. Είπε μεταξύ άλλων: «180 χρόνια πέρασαν από τότε. Η
Εκκλησία μας θεωρεί τίτλο τιμής γι’ Αυτήν τη συμμετοχή των κληρικών και των
πιστών της στις εθνικές εξορμήσεις. Στα κατορθώματα και τις περιπέτειες. Σεμνύνεται για τις μέχρι σήμερα θυσίες των
παιδιών της και απορρίπτει μετά βδελυγμίας τον χαρακτηρισμό της φιλοπατρίας και
της ευσεβείας ως δήθεν “πολιτιστικό σκοταδισμό”…Το Μεσολόγγι δεν έπεσε
ποτέ!...Έγινε αγίασμα τω Κυρίω….Από το ύψος εκείνο κρατά την αρετή, την
αξιοπρέπεια, τον πιο αγνό και άδολο πατριωτισμό, την πιο πιστή προσήλωση στο
ακριβό δώρο του Θεού στον άνθρωπο, την ελευθερία». Και επιλέγει ο Αρχιεπίσκοπος
με τον στίχο του Σολωμού, από το Γ΄ σχεδίασμα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων»:
«Δόξα, ΄χ΄ η μαύρη πέτρα και το ξερό χορτάρι».
Περατώνοντας
την ομιλία μου οφείλω να πω πως ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος νυχθημερόν
εργαζόταν για να διατηρήσουμε, εμείς, οι Έλληνες, την ταυτότητά μας για να
σταθούμε όρθιοι και να αντισταθούμε στον εισαγόμενο μηδενιστικό και ηδονιστικό
τρόπο ζωής. Το 1998, πριν εκλεγεί Αρχιεπίσκοπος, σε ομιλία του στον Βόλο προς
τους φοιτητές τόνισε: «Η Ορθοδοξία μας και η Ελληνικότητά μας είναι δύο
ισχυρά ερείσματα εναντίον της μαζοποίησης και της ισοπέδωσης των πάντων. Ο λαός
μας έχει πλούσια ιστορία και δικαιούται να ζήσει ειρηνικά, χωρίς να κινδυνεύει
να αφομοιωθεί και χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο αποκοπής του από τις ρίζες
του». Μιλώντας σε εκπαιδευτικούς πάλι στον Βόλο, το 1991, τους τόνισε:
«Στην Πατρίδα μας Ορθοδοξία και Ελληνισμός στέκονται κοντά – κοντά, αξεχώριστα
μεγέθη πολιτισμού ψυχής, ψωμί και κρασί στη δίψα και στην πείνα του λαού. Αυτά
τα ξέχασαν πολλοί, τα θυμόμαστε όμως εμείς. Τα θυμάστε εσείς, οι εκπαιδευτικοί
μας, και άλλοι πολλοί. Όλοι όσοι αγαπούν αυτόν το τόπο και μάχονται να
διατηρήσει την ταυτότητά του και την προσωπικότητα των παιδιών του».
Τέλος
μιλώντας σε εκπαιδευτικούς που εργάζονταν στα όρια της Αρχιεπισκοπής Αθηνών
τους είπε για τον ρόλο των Ελλήνων στην Ενωμένη Ευρώπη:
«Αν
θέλουμε όχι μόνο να ξαναποκτήσουμε την πνευματική μας ταυτότητα, αλλά και να
παίξουμε έναν ρόλο ως Έλληνες στην Ενωμένη Ευρώπη των αξιών και όχι των
κεφαλαίων και των συμφερόντων, μίαν έχουμε διέξοδο: να φορτωθούμε και πάλι τις
ιστορικές μας αποσκευές, που είναι η ελληνορθοδοξία μας και να συμβάλουμε στην
πνευματική ενότητα της Ευρώπης. Για να το κάνουμε αυτό χρειαζόμαστε την
ελληνική ας ταυτότητα, όπως την διαμόρφωσε η ελληνική μας Ορθοδοξία».
Σεβασμιώτατε,
σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί και αγαπητές μου, σας ευχαριστώ που με ακούσατε.
Προσπάθησα με τις πτωχές μου δυνάμεις να παρουσιάσω, με λιτό και αδρό τρόπο,
την ζέουσα από Πίστη ψυχή του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, την αγάπη
του για την Ορθοδοξία και την Ελλάδα, καθώς και το πολύπλευρο και πολυδιάστατο
ποιμαντικό και ιεραποστολικό έργο του. Να έχουμε την ευχή του.
Ευχαριστώ και
συγχαίρω πάλιν και πολλάκις τον Σεβ. Κερκύρας κ. Νεκτάριο, για την
έκδοση του παρουσιαζόμενου βιβλίου και που με προσκάλεσε να σας ομιλήσω για τον
μακαριστό Αρχιεπίσκοπο. Να ξέρετε ότι είναι προς τιμή του που ακολουθεί τον
δρόμο που του χάραξε ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος και πνευματικός του πατέρας. Αυτό
δεν οφείλεται μόνο στην αγάπη του και στην καλή του μαθητεία στον Γέροντά του, είναι και προϊόν των
προσόντων του. Ο Κύριος να του δίνει υγεία και μακροημέρευση, γιατί έχει πολλά
ακόμη να προσφέρει στην τοπική Εκκλησία της Κερκύρας, αλλά και στην όλη Αγία
Εκκλησία μας.
Και πάλι
σας ευχαριστώ.-
*Πρόκειται για ομιλία του γράφοντος κατά την
παρουσίαση του βιβλίου του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου «Από την Άλωση
στην Παλιγγενεσία – Η συμβολή των Μονών και των κληρικών στην Εθνική αφύπνιση».
Το εν λόγω βιβλίο παρουσιάστηκε στην Κέρκυρα την 16η Μαρτίου κατά
εκδήλωση που διοργάνωσε η εκδότρια του βιβλίου Ιερά Μητρόπολη Κερκύρας, εν όψει
της Εθνικής μας εορτής, της 25ης Μαρτίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου