«Των παθών του Κυρίου τας απαρχάς …γαρ Κτίστης
έρχεται σταυρόν καταδέξασθαι…»
Το στιχηρό των Αίνων της Μ. Δευτέρας μας καλεί σε
μια ανάβαση, ν΄ ακολουθήσουμε μαζί με τους μαθητάς τον Κύριο. «Ερχόμενος ο
Κύριος προς το εκούσιον πάθος τοις αποστόλοις έλεγεν εν τη οδώ· ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα, και παραδοθήσεται ο
Υιός του ανθρώπου… Δεύτε ούν και ημείς …συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν…».
Η Μ. Δευτέρα και η Μ. Τρίτη μας προβάλλουν την εικόνα του Κυρίου ως «Νυμφίου», που έρχεται «εν τω μέσω της νυκτός». Δεν είναι όμως ο «Νυμφίος» «ο ωραίος κάλλει», αλλά όπως τον είδε ο προφήτης Ησαΐας 800 χρόνια πιο μπροστά: «Ουκ έστιν είδος αυτώ, ουδέ δόξα… αλλά το είδος αυτού άτιμον και εκλείπον…». Όπως ακριβώς θα τον δούμε και θα Τον προσκυνήσουμε στην εικόνα που θα λητανεύσουν οι ιερείς το «εσπέρας» της Κυριακής των Βαΐων, στον Όρθρο της Μ. Δευτέρας.
Νεότερος σχολιαστής των γεγονότων συμπληρώνει:
«΄Ηδη από την πρώτη ημέρα της Μ. Εβδομάδος έχει εισαχθεί το θέμα του Χριστού
νυμφίου που έρχεται «εν τω μέσω της νυκτός», όπως και στην παραβολή των δέκα
παρθένων, που όποιον βρίσκει «γρηγορούντα» τον συμπεριλαμβάνει στο νυμφώνα, στη
Βασιλεία Του, ενώ αποκλείει εκείνον που βρίσκει «ραθυμούντα».
Και φτάνουμε στην αγρυπνία της Μ. Τετάρτης κατά
την οποία ψάλλεται ο Όρθρος της Μ. Πέμπτης.
Σύμφωνα με το Μηνολόγιο και το υπόμνημα του
Τριωδίου· «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη, οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι
πατέρες, αλληλοδιαδόχως… παραδεδώκασιν ημίν τέσσαρά τινα εορτάζειν· τον ιερόν
Νιπτήρα, τον Μυστικόν Δείπνον (δηλ. την παράδοσιν των καθ΄ ημάς Φρικτών
Μυστηρίων), την υπερφυά Προσευχήν και την Ποδοσίαν αυτήν».
Θα σταθούμε στο δεύτερο από τα τέσσερα
συγκλονιστικά γεγονότα, που είναι ο Μυστικός Δείπνος, δηλ. η παράδοση από τον
Κύριο των «Φρικτών Του Μυστηρίων, στο μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας, αφού στο
μυστήριο αυτό στηρίζεται το θεανθρώπινο οικοδόμημα της Εκκλησίας, αφού «η
Εκκλησία ζη εν τη Ευχαριστία και δια της Ευχαριστίας», και τον Μητροπολίτη
Περγάμου και «ευχαριστιακό» θεολόγο Ιωάννη Ζηζούλια. Και πάντα κατά τον ίδιο
καθηγητή: «Η Ευχαριστία είναι κατά βάσιν κάτι το οποίον γίνεται, μια πράξις και μάλιστα όχι ενός εκάστου, αλλά της όλης
Εκκλησίας… Κάθε πιστός, που μεταβαίνει εις την λειτουργίαν, φέρει μαζί του –
και εννοώ τούτο κατά τρόπον ρεαλιστικώτατον – τον κόσμον. Δεν φέρει απλώς τον
εαυτόν του με τας αδυναμίας και τα πάθη του· φέρει την όλην σχέσιν του προς τον
φυσικόν κόσμον, προς την δημιουργίαν». Και καταλήγει: «Εις την αρχαίαν
Εκκλησίαν, αλλά και σήμερον… Οι πιστοί δεν μεταβαίνουν μόνοι εις την Εκκλησίαν,
αλλά συνοδευόμενοι από τα δώρα της δημιουργίας, τον άρτον, τον οίνον και το
έλαιον, τα οποία… εν λειτουργική πομπή μεταφέρονται δια να παραδοθούν εις
χείρας του αναμένοντος προ της εισόδου ιερουργούντος λειτουργού· η σημερινή
«μεγάλη είσοδος» της λειτουργίας – ο οποίος και θα τα «αναφέρη» εις τον θρόνον
του Θεού ως ευχαριστίαν». «Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα και δια
πάντα». Και συμπληρώνει: «Η αρχαία Εκκλησία δεν είχε την μεταγενεστέραν
αντίληψιν περί μυστηρίων, αλλά περί ενός
και μόνου μυστηρίου, του «μυστηρίου του Χριστού», όπως καλείται εις την Γραφήν.
Η Ευχαριστία νοείται μόνον Χριστολογικώς· είναι το σώμα του Χριστού, αυτός
ούτος ο Χριστός, ο όλος Χριστός». Λάβετε, φάγετε τούτό εστι το σώμα μου… Πίετε
εξ αυτού πάντες τούτό εστι το αίμα μου».
Απαραίτητο, λοιπόν «για τους Χριστιανούς να
βιώνουν το μυστήριο της θ. Ευχαριστίας ως την κορυφαία και κατ΄ εξοχήν πράξη
σωτηρίας. Ο Κύριος είπε: «Ο άρτος… ον εγώ δώσω, η σάρξ μου εστίν, ην εγώ δώσω
υπέρ της του κόσμου ζωής» (Ιω. στ΄, 5).
Γι΄ αυτό και οι Χριστιανοί στην πρώτη Χριστιανική
κοινότητα πιστοί στην προτροπή του Κυρίου, ο Οποίος, μετά την παράδοση του
μυστηρίου, είπε στους μαθητές του: «Τούτο ποιείται εις την εμήν ανάμνησιν»,
συνήρχοντο καθημερινά «προσκαρτερούντες
τη διδαχή των Αποστόλων και τη
κοινωνία και τη κλάσει του άρτου και
ταις προσευχαίς» (Πραξ. β΄, 42). Άλλωστε το ίδιο δηλώνει και η Κυριακή
Προσευχή, που απαγγέλλεται μετά τη μεταβολή των Τιμίων Δώρων. Μ΄ αυτήν οι
Χριστιανοί ζητούν από τον Θεό – Πατέρα
να τους δώσει «τον άρτον τον επιούσιον», που δεν είναι μόνον ο υλικός άρτος,
αλλά η θεία Μετάληψη του άρτου – σώματος του Χριστού.
Ο Άγ. Κύριλλος Ιεροσολύμων στις κατηχήσεις του
σημειώνει: «Ο άρτος ο κοινός ουκ έστιν ο επιούσιος· άρτος δε ούτος Άγιος
επιούσιος εστιν, ο την ουσία της ζωής καταστησάμενος… εις ωφέλειαν σώματος και
ψυχής». Δηλ. ο επιούσιος άρτος δεν είναι ο κοινός με τον οποίον τρεφόμαστε,
αλλά ο Άγιος. Λέγεται επιούσιος, επειδή συγκροτεί και ωφελεί όλη τη σύσταση του σώματος και της ψυχής.
Το μυστήριο της θ. Ευχαριστίας λέγεται και
«Κοινωνία», επειδή δι΄ αυτού κοινωνούμε με το Χριστό και μετέχουμε της σαρκός
Του και κοινωνούμε επίσης και ενωνόμαστε μεταξύ μας, γιατί, αφού μεταλαμβάνουμε
ενός άρτου όλοι, γινόμαστε ένα σώμα, το σώμα του Χριστού και ένα αίμα, το αίμα
του Χριστού και επομένως μέλη ο ένας του
άλλου κατά τον αγ. Ιω. τον Δαμασκηνό.
Τέλος, η θ. Ευχαριστία είναι το κατεξοχήν μυστήριο
της συναντήσεως του ανθρώπου με το Χριστό, αλλά μόνο στο ποσοστό που
προσερχόμαστε σ΄ αυτό έχοντας καθαρίσει την καρδιά μας από τον εγωισμό και ό,τι
άλλο την έχει καταστήσει ανήσυχη. «Τη μυστική εν φόβω Τραπέζη προσεγγίσαντες
καθαραίς ταις ψυχαίς τον άρτον υποδεξώμεθα, συμπαραμένοντες τω Δεσπότη».
Ο Χριστός πριν από το «Μυστικό Δείπνο» ζώστηκε το
«λεόντιον» και έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του. Ο δρόμος που οδηγεί στην
κοινωνία με το Θεό περνάει από την πύλη της ταπείνωσης.
Χωρίς την προπαρασκευή με την ταπείνωση και τη
μετάνοια, την κοινωνία με το συνάνθρωπό μας, όχι μόνο δεν θα συναντήσουμε το
Χριστό στο μυστήριο της θ. Κοινωνίας, αλλά μόλις στρέψουμε τα νώτα στο Άγιο Ποτήριο θ΄ αρχίσουμε όπως ο
Ιούδας να προδίδουμε το γλυκύτατο Διδάσκαλο σε κάθε εκδήλωση της ζωής μας.
Γι΄ αυτό, όπως μας παραγγέλλει το απόστιχο
ιδιόμελο του Όρθρου της Μ. Πέμπτης: «Μηδείς, ω πιστοί, του δεσποτικού Δείπνου
αμύητος, μηδείς ως ο Ιούδας, δολίως προσίτω τη Τραπέζη· εκείνος γαρ τον ψωμόν
δεξάμενος, κατά του άρτου εχώρησε…μισών εφίλη, φιλών, επώλει τον εξαγοράσαντα
ημάς της κατάρας…».
Τελευταία στάση στην ανοδική πορεία μας προς τον
Αναστημένο Χριστό είναι ο Γολγοθάς.
«Τη Αγία και μεγάλη Παρασκευή τα άγια και σωτήρια
και φρικτά Πάθη του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού επιτελούμεν·
τους εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τας ύβρεις, τους γέλωτας, την
πορφυράν χλαίναν, τον κάλαμον, τον σπόγγον, το όξος, τους ήλους, την λόγχην·
και προ πάντων τον σταυρόν και τον θάνατον, α δι΄ ημάς εκών κατεδέξατο…».
Ας ξαποστάσουμε, λοιπόν, κάτω από το Σταυρό του
Κυρίου και ας αφουγκραστούμε τα μηνύματα που μας στέλνει: Το πρώτο μήνυμα είναι
ο θάνατος του θεανθρώπου: «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην
κρεμάσας». Ο θάνατος του θεανθρώπου Κυρίου. Ο Υιός και Λόγος του Πατρός, το
δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος σήμερα είναι «ο σαρκί σταυρωθείς».
Για τον άνθρωπο, για τον κόσμο, το συγκλονιστικό
αυτό γεγονός μας δημιουργεί, τί παράξενο, αισθήματα χαράς! «Ιδού γαρ χαρά
διήλθε δια του Σταυρού εν όλω τω κόσμω». Γιατί είναι Αυτός που πάνω στο σταυρό
«έσχισε το χειρόγραφον» των αμαρτιών μας και μας ένωσε και πάλι μαζί Του και
μεταξύ μας.
Δυστυχώς υπάρχει και η άθεη υπαρξιακή φιλοσοφία
που μιλάει για το «θάνατον του Θεού. Έτσι για το Νίτσε «μοναδική και ύψιστη
αξία για τον άνθρωπο μένει ο «υπεράνθρωπος». «Πού είναι ο Θεός;» «Θα σας το πω
εγώ. Τον σκοτώσαμε. Εμείς όλοι είμαστε οι φονιάδες του, ο Θεός είναι νεκρός… Ο
Θεός θα μείνει νεκρός. Τί άλλο είναι οι εκκλησίες παρά οι τάφοι και τα μνήματα
του Θεού». Είναι, δυστυχώς, η θεωρία που δημιούργησε το νεώτερο φασισμό, όπως
τον γνωρίσαμε στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, που ο ναζισμός του Χίτλερ
αιματοκύλησε την Ευρώπη.
Αυτός που απάντησε στα συνθήματα της νεώτερης
γενιάς (Μάης ΄68): «Κάτω οι θεοί, κάτω οι αυθεντίες, ο Θεός είμαι εγώ», ήταν ο
ρώσος λογοτέχνης Ντοστογιέφσκι με τη φράση του: «Ο θάνατος του Θεού βολεύει,
γιατί χωρίς Θεό όλα επιτρέπονται».
Επίσης, ένας σύγχρονος θεολόγος απαντάει ως εξής
στη λεγόμενη «θεολογία του θανάτου του Θεού».
Γράφει: «…η ορθόδοξη θεολογία μπορεί να κηρύξει
πολύ πιο πραγματικά από τους αθέους το θάνατο του Θεού. Τη Μ. Παρασκευή στον
Επιτάφιο οι Ορθόδοξοι πιστοί γιορτάζουν αληθινά και πραγματικά αυτό το θάνατο.
Αλλά το θαύμα της Μ. Παρασκευής είναι ότι οι πιστοί κηδεύοντες το Θεό
πανηγυρίζουν τη νέκρωση του θανάτου και την ανάσταση των νεκρών» «Τέτρωται Άδης
εν τη καρδία δεξάμενος τον τρωθέντα λόγχη την πλευράν· και στένει πυρί θείω
δαπανώμενος, εις σωτηρίαν ημώντων μελωδούντων…». Και συμπληρώνει: «Γι΄ αυτόν ακριβώς
τον λόγο ο θάνατος του Θεού δεν είναι απογοήτευση, αλλά η παρηγοριά και η
ελπίδα των πιστών: «Ο Σταυρός σου, Κύριε, ζωή και ανάστασις υπάρχει τω λαώ
σου».
Το δεύτερο μήνυμα του Σταυρού είναι αυτό της
αγάπης. Ο Σταυρός είναι καρπός της αγάπης του Θεού, αφού «ο Θεός αγάπη εστί». Ο
ίδιος ο Κύριος θα διακηρύξει ότι: «Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις
την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού». Είναι το αποκορύφωμα του «μανιακού
έρωτα» του Θεού για τον άνθρωπο και όταν ακόμη αυτός στέκεται εχθρικά απέναντί
Του. Ο Χριστός με το Σταυρό έρχεται να φανερώσει ότι η ανθρώπινη φύση γεννήθηκε
από και μέσα στην Τριαδική αγάπη γεννήθηκε και επομένως σώζεται μέσα από τον
πόθο της Τριαδικής αγάπης. Έτσι ο Σταυρός συμφιλιώνει την αγάπη με την αθανασία
και την αθανασία με τη ζωή. «Εξέτεινας παλάμας εν τω Σταυρώ Σου, ενέκρωσας τη
νεκρώσει Σου την κατάραν, εζώωσας τω πάθει Σου τους ανθρώπους». Επειδή τελικά η
αγάπη είναι η κατάλυση του θανάτου και ο θρίαμβος της ζωής.
Τέλος, ο Σταυρωμένος Χριστός με την αγάπη Του
θέλει να είναι κοντά μας οπουδήποτε κι αν βρισκόμαστε. Στην απελπισία είναι
δίπλα μας, στην αγωνία είναι δίπλα μας, στην εγκατάλειψη, στη μοναξιά, γιατί
κανείς δεν υπήρξε μόνος περισσότερον απ΄ Αυτόν, ιδιαίτερα πάνω στο Σταυρό. Όσο
χαμηλά και να βρισκόμαστε ο Χριστός είναι κοντά μας, αφού βρίσκεται κάτω από
μας στον Άδη. Ακόμη και να πεθάνουμε, μέσα στο χάος του θανάτου μας περιμένει,
αφού Αυτός είναι, όπως διακηρύττει, «η ζωή και η Ανάσταση».
Η σωτηρία που προσφέρει ο Σταυρός είναι «δωρεά»,
«χάρισμα του Χριστού» «Ουκ έτσι μισθός έργων η βασιλεία των ουρανών, αλλά χάρις
Δεσπότου πιστοίς δούλοις ητοιμασμένης» γράφει ο Όσιος Μάρκος ο ασκητής.
Και με τα μηνύματα αυτά του Σταυρού, ας
κατηφορίσουμε προς τον Τάφο του Χριστού εκεί όπου αναπαύεται «η ζωή», γιατί
εκεί θα συναντήσουμε και τον αναστημένο Χριστό. Θα τον συναντήσουμε
«περιβαλλόμενον το φως ώσπερ ιμάτιον», περιβαλλόμενον με το «άκτιστον φως», για
να ψάλλουμε μαζί με τον υμνωδό «Τα πάντα πεπλήρωται φωτός…».
Εκεί θα τον δούμε πραγματικά όπως η Μαρία η
Μαγδαληνή και οι λοιπές μαθήτριες και θα του απευθύνουμε τη Σταυροαναστάσιμη
ευχή: «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι
προσκυνήσουμε Ιησούν τον μόνον αναμάρτητον. Τον Σταυρόν Σου, Χριστέ,
προσκυνούμεν και την αγίαν Σου Ανάστασιν υμνούμεν και δοξάζομεν…».


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου