Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Η «βουβή» Εβδομάδα της Σαρακοστής που «φωνάζει» περισσότερο από τις άλλες… - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

 

Η «βουβή» Εβδομάδα της Σαρακοστής που «φωνάζει» περισσότερο από τις άλλες…

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Η Έκτη Εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ονομάζεται συχνά «βουβή» και «κουφή», επειδή δεν τελείται πλέον η Ακολουθία των Χαιρετισμών και, συγχρόνως, επειδή δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός της σιωπής ως προετοιμασίας για τη Μεγάλη Εβδομάδα. Κι όμως, αυτή η «σιωπηλή» εβδομάδα έχει ίσως πιο δυνατή φωνή από όλες τις άλλες εβδομάδες της Σαρακοστής. Μας ταρακουνά συθέμελα, θέτοντας ερωτήματα που δεν αφήνουν περιθώρια για επιφανειακές απαντήσεις: ποιο είναι το φρόνημά μας μέσα στο σώμα του Χριστού; Γιατί είμαστε εδώ; Τι ζητούμε;

Την Πέμπτη Κυριακή, στο ευαγγελικό ανάγνωσμα, οι δύο μαθητές, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, ζητούν θέσεις τιμής: «δός ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου» (Μκ 10:37). Το αίτημα αυτό δεν είναι απλώς ένα στιγμιαίο «λάθος». Είναι η αποκάλυψη μιας μόνιμης ανθρώπινης ροπής: να μετατρέπουμε τη σχέση με τον Χριστό σε χώρο αυτοεπιβεβαίωσης. Να πλησιάζουμε τον Θεό όχι για να σωθούμε από το εγώ μας, αλλά για να το στερεώσουμε θρησκευτικά και να το ντύσουμε με κύρος.

Στα προφητικά αναγνώσματα της εβδομάδος, ο Ησαΐας καταγγέλλει την υποκριτική ευσέβεια, εκείνη που μοιάζει «θρησκευτική» αλλά δεν γεννά έργα αγάπης. Είναι η ευσέβεια που εξαντλείται σε νηστεία, τύπους, προσευχές και εξωτερική ευπρέπεια, ενώ συγχρόνως διατηρεί αδικία, σκληρότητα, περιφρόνηση του αδυνάτου, εγωκεντρισμό. Πρόκειται για την τραγική πλάνη της αυτοδικαίωσης: ο άνθρωπος πιστεύει ότι στέκεται «σωστός» επειδή τηρεί κάποια θρησκευτικά καθήκοντα, ενώ η καρδιά του παραμένει αμετανόητη. Η μετάνοια όμως δεν είναι διακόσμηση της πνευματικής ζωής· είναι το κέντρο της.

Γι’ αυτό και η αλήθεια ότι «η Εκκλησία είναι ο χώρος των μετανοούντων» δεν αποτελεί απλό θρησκευτικό σύνθημα. Είναι θεμελιώδης εκκλησιολογική πρόταση. Η Εκκλησία δεν είναι λέσχη ηθικά επιτυχημένων ούτε τόπος αυτοπροβολής «δικαίων». Είναι πνευματικό νοσοκομείο, τόπος θεραπείας, όπου ο άνθρωπος μαθαίνει να λέει: «ἥμαρτον», να σταματά να δικαιολογεί τον εαυτό του και να αφήνεται στο έλεος του Θεού. Αν ο σκοπός της Εκκλησίας πάψει να είναι η θεραπεία της καρδιάς, τότε όλα τα άλλα —ακόμη και τα ιερά— μπορούν να μετατραπούν σε μέσα αυτοεπιβεβαίωσης.

Εδώ γεννώνται και οι παθογένειες που τόσο συχνά πληγώνουν την εκκλησιαστική κοινότητα. Πρώτη: η αυτοδικαίωση. Μπορεί να τη συναντήσει κανείς σε λαϊκούς και κληρικούς, σε ανθρώπους που έχουν λόγο και ρόλο, αλλά και σε όσους σιωπηλά καλλιεργούν τη σκέψη ότι «εμείς είμαστε οι σωστοί» και οι άλλοι «οι προβληματικοί». Η αυτοδικαίωση στεγνώνει την αγάπη, σκληραίνει το βλέμμα, μεταβάλλει την Εκκλησία σε δικαστήριο, ενώ ο Χριστός την ίδρυσε ως χώρο σωτηρίας.

Δεύτερη: η υποκριτική ευσέβεια. Είναι το φαινόμενο όπου η πνευματική ζωή παύει να είναι μεταμόρφωση και γίνεται εικόνα: μια ευπρεπής επιφάνεια που κρύβει θυμό, κατάκριση, φιλαργυρία, φιλοδοξία. Τότε ο άνθρωπος δεν πηγαίνει στον ναό για να συναντήσει τον Εσταυρωμένο, αλλά για να «επιβεβαιώσει» τη θρησκευτική του ταυτότητα. Έτσι όμως χάνεται το Ευαγγέλιο ως πρόσκληση σε συμμετοχή στην Σταυροαναστάσιμη ζωή.

Τρίτη: η ευσέβεια της συναλλαγής με τον Θεό. «Θα νηστέψω για να μου δώσει ο Θεός αυτό που θέλω». «Θα κάνω τάμα για να πετύχω τον στόχο μου». Η πίστη γίνεται ανταλλαγή, και ο Θεός μετατρέπεται σε μέσο. Σε αυτή τη στάση η προσευχή παύει να είναι άνοιγμα καρδιάς και γίνεται τεχνική. Η μετάνοια όμως είναι έξοδος από το «θέλω» μου και είσοδος στο «γενηθήτω το θέλημά Σου».

Τέταρτη, και ιδιαίτερα οδυνηρή: η φιλοδοξία για «πρωτεία» μέσα στην εκκλησιαστική ζωή, ακόμα και η επιθυμία κάποιων κληρικών να αναρριχηθούν και να «ηγεμονεύουν». Το Ευαγγέλιο είναι σαφές: «οἱ δοκοῦντες ἄρχειν… κατακυριεύουσιν αὐτῶν… οὐχ οὕτως δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν» (Μκ 10:42–43). Η ιερωσύνη δεν είναι σκάλα εξουσίας αλλά σταυρική διακονία. Όταν μπει η λογική της επιβολής, τότε ξεχνιέται ότι ο Πρώτος είναι Εκείνος που έπλυνε πόδια, που δέχθηκε ράπισμα, που σιώπησε μπροστά στην αδικία που υπέστη, που ανέβηκε στο ξύλο της καταδίκης.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη απάντηση στο ερώτημα «πόσο εύκολο είναι να χάσουμε τον σκοπό μας;». Είναι πολύ εύκολο, διότι η εκκλησιαστική ζωή —όταν αποκοπεί από τη μετάνοια— μπορεί να γίνει καταφύγιο του εγωισμού. Ο άνθρωπος μπορεί να κρύψει την αμετανοησία του πίσω από κανόνες, ρόλους, αξιώματα, παραδόσεις, ακόμα και πίσω από λόγια «ορθοδοξίας». Η Εκκλησία όμως δεν υπάρχει για να μας προσφέρει άλλοθι· υπάρχει για να μας γεννά ξανά.

Ο Χριστός επιμένει να μας δείχνει την ταπείνωσή Του, την αγάπη, το Πάθος και τον Σταυρό Του ως τη μόνη οδό που οδηγεί στην αληθινή ζωή της Αναστάσεως. Αν Τον ακολουθήσουμε, η Εκκλησία γίνεται πράγματι κοινότητα μετανοούντων, όπου κανείς δεν αυτοθαυμάζεται και κανείς δεν απελπίζεται: όλοι μαθαίνουν να λένε «Κύριε, ελέησον» με ταπεινό φρόνημα. Και τότε το κήρυγμα της μετανοίας δεν διαστρέφεται σε ηθικισμό ή σε εξουσιαστική φιλοδοξία, αλλά γίνεται χαρμόσυνη είδηση: ότι ο Θεός σώζει εκείνον που παραδέχεται την πληγή του και δέχεται τη θεραπεία.

***

The ‘Mute’ Week of Lent That ‘Speaks’ Louder Than All the Rest…

The Sixth Week of Great Lent is often called “silent” and “deaf,” because the Service of the Salutations (the Akathist Hymn) is no longer celebrated and, at the same time, special emphasis is placed on silence as preparation for Holy Week. And yet, this “quiet” week may have a stronger voice than all the other weeks of Lent. It shakes us to the core, posing questions that leave no room for superficial answers: what is our mindset within the Body of Christ? Why are we here? What are we seeking?

On the Fifth Sunday, in the Gospel reading, the two disciples, James and John, ask for places of honor: “Grant us that we may sit, one at Your right hand and one at Your left, in Your glory” (Mk 10:37). This request is not simply a momentary “mistake.” It reveals a lasting human tendency: to turn our relationship with Christ into a space for self-affirmation. To approach God not in order to be saved from our ego, but to secure it religiously and clothe it with prestige.

In the prophetic readings of the week, Isaiah denounces hypocritical piety —piety that appears “religious” yet does not produce works of love. It is a piety exhausted in fasting, forms, prayers, and outward decorum, while at the same time it preserves injustice, hardness of heart, contempt for the weak, and self-centeredness. This is the tragic delusion of self-justification: a person believes he stands “correct” because he fulfills certain religious duties, while his heart remains unrepentant. Repentance, however, is not an ornament of the spiritual life; it is its center.

For this reason, the truth that “the Church is the place of the repentant” is not a simple religious slogan. It is a fundamental ecclesiological claim. The Church is not a club of morally successful people, nor a place for the self-display of the “righteous.” It is a spiritual hospital, a place of healing, where a person learns to say, “I have sinned,” to stop excusing himself, and to entrust himself to the mercy of God. If the purpose of the Church ceases to be the healing of the heart, then everything else—even sacred things—can be turned into instruments of self-affirmation.

Here, too, arise the pathologies that so often wound the ecclesial community. First: self-justification. One may encounter it among both laity and clergy, among those who have a voice and a role, but also among those who silently cultivate the thought that “we are the correct ones” and the others are “the problematic ones.” Self-justification dries up love, hardens one’s gaze, and turns the Church into a courtroom, even though Christ founded her as a place of salvation.

Second: hypocritical piety. This is the phenomenon in which spiritual life ceases to be transfiguration and becomes an image: a respectable surface that hides anger, judgmentalism, greed, and ambition. Then a person does not go to church in order to meet the Crucified One, but to “confirm” his religious identity. In this way, the Gospel is lost as an invitation to participate in the life of the Cross and Resurrection.

Third: a transactional piety with God. “I will fast so that God will give me what I want.” “I will make a vow so that I may reach my goal.” Faith becomes an exchange, and God is turned into a means. In this stance, prayer ceases to be an opening of the heart and becomes a technique. Repentance, however, is an exit from my “I want” and an entry into “Thy will be done.”

Fourth, and especially painful: the ambition for “primacy” within ecclesial life, even the desire of some clergy to climb to high positions and “lord it over” others. The Gospel is clear: “those who are considered rulers… lord it over them… but it shall not be so among you” (Mk 10:42–43). The priesthood is not a ladder of power but a cruciform ministry. When the logic of domination enters, people forget that the First is the One who washed feet, who received a slap, who remained silent before the injustice He suffered, and who ascended the wood of condemnation.

And here lies the great answer to the question, “How easy is it to lose our purpose?” It is very easy, because ecclesial life—when cut off from repentance—can become a refuge for egoism. A person can hide his lack of repentance behind rules, roles, offices, traditions, even behind words of “Orthodoxy.” But the Church does not exist to offer us an alibi; she exists to give birth to us anew.

Christ persists in showing us His humility, His love, His Passion, and His Cross as the only path that leads to the true life of the Resurrection. If we follow Him, the Church truly becomes a community of the repentant, where no one admires himself and no one despairs: all learn to say, “Lord, have mercy,” with a humble mind. And then the preaching of repentance is not distorted into moralism or into authoritarian ambition, but becomes good news: that God saves the one who acknowledges his wound and receives healing.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: