Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Η Εκκλησία στην πόλη: Μαρτυρία ή απομόνωση; - π. Ιουστίνος - Ιωάννης Κεφαλούρος

 Η Εκκλησία στην πόλη: 
Μαρτυρία ή απομόνωση;

Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι αν η Εκκλησία θα συνομιλήσει με την πόλη, αλλά αν θα το κάνει με διάκριση, αλήθεια και επίγνωση της ποιμαντικής της αποστολής

- Γράφει ο π. Ιουστίνος - Ιωάννης Κεφαλούρος

Κάθε φορά που η Εκκλησία τολμά να σταθεί με λόγο, παρουσία και ποιμαντική ευθύνη μέσα στη σύγχρονη πόλη, δεν αργούν να εμφανιστούν εκείνοι που καταγγέλλουν «εκκοσμίκευση».

Συχνά, όμως, πίσω από αυτή την εύκολη κατηγορία δεν κρύβεται η αγωνία για την αλήθεια της Εκκλησίας, αλλά ένας φόβος απέναντι σε οτιδήποτε ξεφεύγει από ένα κλειστό, αυτάρεσκο και αμυντικό θρησκευτικό σχήμα. Η Εκκλησία, ωστόσο, δεν υπάρχει για να περιχαρακώνεται, αλλά για να μαρτυρεί. Και η μαρτυρία αυτή δεν μπορεί να ασκείται ερήμην της κοινωνίας, του πολιτισμού και των υπαρξιακών ερωτημάτων του ανθρώπου του σήμερα. Το πραγματικό ζητούμενο, επομένως, δεν είναι αν η Εκκλησία θα συνομιλήσει με την πόλη, αλλά αν θα το κάνει με διάκριση, αλήθεια και επίγνωση της ποιμαντικής της αποστολής

 Οι συζητήσεις που ανοίγουν κάθε φορά γύρω από εκδηλώσεις με θρησκευτικό περιεχόμενο σε ιστορικούς ναούς φανερώνουν ένα βαθύτερο πρόβλημα: ότι συχνά έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε την Εκκλησία είτε ως χώρο αυστηρής εσωστρέφειας είτε ως πεδίο ύποπτης προσαρμογής στον κόσμο. Όμως η Εκκλησία δεν είναι ούτε φρούριο απομονωμένων ούτε θεσμός δημοσίων σχέσεων.

Είναι το Σώμα του Χριστού μέσα στην ιστορία, και γι’ αυτό πάντοτε καλείται να συνδυάζει την πιστότητα με την παρουσία, τη διάκριση με το άνοιγμα, τη λατρεία με την ποιμαντική ευθύνη. Ακριβώς εδώ βρίσκεται και το ουσιαστικό κριτήριο. Το ερώτημα δεν είναι αν μπορεί να γίνει μια εκδήλωση σε έναν ναό. Το ερώτημα είναι τι χαρακτήρα έχει αυτή η εκδήλωση, ποιον σκοπό υπηρετεί, ποιο είναι το πνευματικό της ήθος και αν σέβεται τον ιερό χώρο. Δεν είναι όλα ίδια. Δεν είναι κάθε δημόσια πολιτιστική πρωτοβουλία μέσα ή γύρω από την εκκλησιαστική ζωή ένδειξη αλλοίωσης. Εκκοσμίκευση δεν σημαίνει απλώς επαφή με τον κόσμο. Εκκοσμίκευση σημαίνει απώλεια εκκλησιαστικού κριτηρίου, μετατόπιση του κέντρου βάρους από το μυστήριο στην εικόνα, από την ουσία στον εντυπωσιασμό, από την αλήθεια στην ευκολία.

Αν, αντίθετα, μια πρωτοβουλία κινείται με σεβασμό προς τον ναό, χωρίς να παραθεωρεί τον λειτουργικό του χαρακτήρα, χωρίς να μετατρέπει τον ιερό χώρο σε σκηνή θεάματος, χωρίς να υποκαθιστά τη λατρεία, αλλά δίνοντας στον σύγχρονο άνθρωπο μια αφορμή να πλησιάσει το μυστήριο του Θείου Πάθους, τότε μια τέτοια προσπάθεια δεν πρέπει να κρίνεται με αντανακλαστικά φοβίας. Πρέπει να εξετάζεται με πνευματική ωριμότητα. 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ήταν ποτέ εχθρική προς την τέχνη και τον πολιτισμό. Η ίδια η ιστορία της το μαρτυρεί. Η εικονογραφία, η υμνογραφία, η ψαλτική, η αρχιτεκτονική των ναών, η ποιητική γλώσσα των ακολουθιών, η αισθητική της λατρείας, όλα αυτά δεν είναι περιθωριακά στοιχεία, αλλά τρόποι με τους οποίους η Εκκλησία ενσάρκωσε το βίωμά της μέσα στην ιστορία. Δεν εξέφρασε την αλήθεια της μόνο με έννοιες και δόγματα, αλλά και με μορφές, εικόνες, ήχους, ρυθμό, κάλλος και συμβολισμό. Αυτό δεν ήταν ποτέ εκκοσμίκευση. Ήταν και παραμένει τρόπος μαρτυρίας. 

Όποιος μιλά σήμερα για απόλυτη απομάκρυνση της Εκκλησίας από κάθε πολιτιστική πρωτοβουλία, στην πραγματικότητα προτείνει μια Εκκλησία χωρίς δημόσιο λόγο, χωρίς ιστορική συνείδηση, χωρίς ποιμαντική ευθύνη για τον άνθρωπο της εποχής της. Μια τέτοια στάση, όσο και αν εμφανίζεται με ζήλο, κινδυνεύει να οδηγήσει όχι στην περιφρούρηση της πίστης αλλά στην απομόνωση. Και η απομόνωση δεν είναι εκκλησιαστικό φρόνημα. Η Εκκλησία δεν ιδρύθηκε για να απευθύνεται μόνο στους ήδη βέβαιους. Καλείται να αναζητεί, να φωτίζει, να στηρίζει, να καλεί, να παρηγορεί και να ερμηνεύει τον πόνο και την ελπίδα του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. 

Ιδιαίτερα όταν το θέμα είναι το Θείο Πάθος, δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια αφηρημένη καλλιτεχνική επιλογή. Βρισκόμαστε μπροστά στον ίδιο τον πυρήνα της εκκλησιαστικής ζωής. Το Πάθος του Χριστού δεν είναι απλώς ένα θρησκευτικό μοτίβο, αλλά το κέντρο της σωτηριολογικής εμπειρίας της Εκκλησίας. Αν, λοιπόν, υπάρχουν πρωτοβουλίες που επιχειρούν να οδηγήσουν τους ανθρώπους σε μια πιο βαθιά συνάντηση με αυτό το μυστήριο, τότε η πρώτη αντίδραση δεν θα έπρεπε να είναι η καταγγελία, αλλά η εξέταση του τρόπου, του περιεχομένου και του πνεύματος με το οποίο γίνονται.

Πολλοί άνθρωποι σήμερα βρίσκονται σε μια παράξενη απόσταση από την Εκκλησία. Δεν είναι πάντοτε εχθρικοί. Συχνά είναι απλώς αποξενωμένοι, διστακτικοί, τραυματισμένοι ή μαθημένοι να τη βλέπουν ως κάτι ξένο προς τη ζωή τους. Σε αυτή την πραγματικότητα, η ποιμαντική ευθύνη της Εκκλησίας δεν μπορεί να εξαντλείται στη διαχείριση των ήδη εκκλησιαζόμενων. Οφείλει να αναζητά γέφυρες. Όχι εκπτώσεις. Γέφυρες. Όχι αλλοίωση του ήθους. Προσέγγιση του ανθρώπου. Όχι εγκατάλειψη της αλήθειας. Μετάδοση της αλήθειας με τρόπο κατανοητό, υπαρξιακά αισθητό και πνευματικά γόνιμο.

Ας το πούμε καθαρά: η μεγαλύτερη απειλή για την Εκκλησία σήμερα δεν είναι ότι μιλά στην πόλη. Είναι ότι μερικές φορές κινδυνεύει να μιλά μόνο στον εαυτό της. Και τότε δεν έχουμε διαφύλαξη της παραδόσεως, αλλά παρανόηση της αποστολής. Γιατί η παράδοση της Εκκλησίας δεν είναι μουσειακό απολίθωμα. Είναι ζωή που παραδίδεται, αλήθεια που μαρτυρείται, χάρη που κοινωνείται. Και αυτό προϋποθέτει σχέση με υπαρκτούς ανθρώπους, με το γλωσσικό και πολιτισμικό τους περιβάλλον, με τα τραύματα και τις αναζητήσεις τους.

Βεβαίως, χρειάζεται διάκριση. Πάντοτε χρειάζεται διάκριση. Ο ναός δεν είναι ουδέτερος πολιτιστικός χώρος. Δεν είναι αίθουσα εκδηλώσεων με θρησκευτικό σκηνικό. Είναι τόπος προσευχής, αγιασμού και παρουσίας. Γι’ αυτό και κάθε τέτοια πρωτοβουλία οφείλει να έχει όρια, ήθος και εκκλησιαστικό μέτρο. Αλλά ακριβώς επειδή ο ναός είναι ιερός χώρος, μπορεί να λειτουργήσει και ως τόπος υπενθύμισης ότι ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με πληροφορία, αλλά και με μνήμη, ομορφιά, κατανύξη και εσωτερική αφύπνιση.

Εκείνοι που σπεύδουν να μιλήσουν για «εκκοσμίκευση» κάθε φορά που η Εκκλησία ανοίγει έναν τέτοιο διάλογο, ίσως θα έπρεπε να αναρωτηθούν μήπως συγχέουν τη γνησιότητα με τη στενότητα, τη διάκριση με τη φοβία και την πιστότητα με την απομόνωση. Ούτε η επιθετική άρνηση του κόσμου είναι ορθοδοξία, ούτε βέβαια και η άκριτη προσαρμογή σε αυτόν. Η Εκκλησία καλείται να σταθεί μέσα στον κόσμο χωρίς να γίνεται κοσμική, και να μη φοβάται να συνομιλήσει με την κοινωνία χωρίς να χάνει τον προσανατολισμό της.

Στο τέλος, το κριτήριο παραμένει απλό αλλά αυστηρό: βοηθείται ο άνθρωπος να πλησιάσει βαθύτερα την αλήθεια του Ευαγγελίου; Γεννάται περισσότερος σεβασμός προς το μυστήριο; Διασώζεται ο ιερός χαρακτήρας του χώρου; Υπηρετείται η ποιμαντική ευθύνη της Εκκλησίας απέναντι στον σημερινό άνθρωπο; Αν η απάντηση είναι ναι, τότε δεν έχουμε λόγο να μιλούμε με όρους φοβικής καταγγελίας.

Η Εκκλησία δεν καλείται να επιλέξει ανάμεσα στη μαρτυρία και στην πιστότητα. Η αληθινή πιστότητα γεννά μαρτυρία. Και η γνήσια μαρτυρία προϋποθέτει παρουσία. Όχι απομόνωση. Όχι εσωστρέφεια. Όχι την ψευδαίσθηση μιας καθαρότητας που διατηρείται μόνο όταν δεν αγγίζει κανείς τον κόσμο. Η Εκκλησία είναι στην πόλη όχι για να της μοιάσει, αλλά για να της θυμίσει ότι ο άνθρωπος δεν εξαντλείται στο πρόσκαιρο, στο θορυβώδες και στο επιφανειακό. Και αυτή η υπενθύμιση, όταν γίνεται με διάκριση, αγάπη και ποιμαντική ευθύνη, δεν είναι εκκοσμίκευση. Είναι αποστολή.

*Ο π. Ιουστίνος – Ιωάννης Κεφαλούρος είναι ιερέας.

Πηγή: parallaximag

Δεν υπάρχουν σχόλια: