Ο ύπνος του χριστιανικού κόσμου
Μητροπολίτου Αττικής και Μεγαρίδος Νικοδήμου
Σ’ ένα μικρό χώρο, οι αληθινά οικουμενικοί
προβληματισμοί. Η Γεθσημανή, η γαλήνια περιοχή του όρους των ελαιών,
μετασχηματισμένη σε τεράστια καρδιά, που ενσαρκώνει τις ανησυχίες και τις
περιπέτειες της ανθρωπότητος στο σύνολό της.
Ελάτε και πάλι να βηματίσουμε διακριτικά στον ιερό
αυτό τόπο. Με τα μάτια προσηλωμένα στο πρόσωπο του Ιησού. Με την καρδιά
ανοιχτή, ώστε να συλλαμβάνη την αγωνία του.
Οι τρεις συνοπτικοί ευαγγελισταί μάς περιγράφουν
με πολύ σύντομες αλλά και περιεκτικές γραμμές τα περιστατικά.
Ο Θεάνθρωπος βρίσκεται στην ώρα της πιο έντονης αγωνίας. Και, «περίλυπος», προσεύχεται και ικετεύει τον Πατέρα να παραμερίση από μπροστά του το πικρό ποτήριο του πάθους. Όμως, αντί να μπη κατά μέρος το ποτήριο, πλησιάζει ακόμα περισσότερο στα χείλη του. Του προσφέρεται να το αδειάση, να το πάρη όλο μέσα του.
Τα γεγονότα εναλλάσσονται με ρυθμό αφάνταστα
γοργό. Η πρώτη σκληρή δοκιμασία προκαλείται από την συμπεριφορά των ίδιων, των
αγαπημένων μαθητών. Αφού ο Κύριος τέλειωσε την προσευχή της οδύνης του,
σηκώθηκε και πορεύτηκε προς τους τρεις. Και, τους βλέπει να κοιμούνται.
Κουρασμένοι από την εναλλαγή των συγκλονιστικών εντυπώσεων, «βεβαρημένοι» από
τις μυστηριώδεις προαναγγελίες και τις θλιβερές προαισθήσεις, είχαν γύρει στα
βράχια και είχαν αποκοιμηθή. Δεν κατώρθωσαν να εξοικονομήσουν την απαραίτητη
αντοχή, για να αγρυπνήσουν και να συντροφεύσουν με την προσωπική τους αγωνία
και τον δυναμικό λόγο της προσευχής τους τον λατρευτό Διδάσκαλο.
Σαν πρόκλησι και σαν επιτίμησι στη ραθυμία τους
ήρθε το παράπονο του Κυρίου: «Οὕτως οὐκ ἰσχύσατε μίαν ὥραν γρηγορῆσαι μετ’ ἐμοῦ;»
Μα και η πρόκλησι αυτή δεν έφερε αποτέλεσμα. Σε
λίγο, μετά από ένα περιθώριο χρόνου, κατά το οποίο ο Κύριος παραδόθηκε και πάλι
σε προσευχή, τους βρίσκει ξανά κοιμισμένους. Σιωπηλά, χωρίς να ταράξη τον ύπνο
τους, απομακρύνεται και συνεχίζει την προσευχή του. Κι’ όταν πια την
ωλοκλήρωσε, όταν τέλειωσε τον μοναδικό εκείνο διάλογο, γυρίζει και με ύφος
έντονο και προστακτικό τούς ξυπνάει: «Καθεύδετε τό λοιπόν καί ἀναπαύεσθε, ἰδού ἤγγικεν
ἡ ὥρα καί ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἁμαρτωλῶν». Κοιμώσαστε και
αναπαυόσαστε! Δεν νοιώθετε την κρισιμότητα της στιγμής και δεν μετέχετε με το
χτύπο της καρδιάς σας στο πάθος μου. Η ώρα έφτασε. Και ο Υιός του Θεού
παραδίδεται στα χέρια των αμαρτωλών.
Εδώ αρχίζει η δεύτερη φάσι του μεγάλου δράματος.
Οι τρεις, τυλιγμένοι στη βαρειά ομίχλη της ραθυμίας τους, δεν στάθηκαν ικανοί
να του προσφέρουν συντροφιά και αφοσίωσι. Και τώρα ένας άλλος, ο Ιούδας,
πλησιάζει με τρόπο δόλιο και του δίνει το ύπουλο φίλημα της προδοσίας. «Ὁ
παραδιδούς αὐτόν ἔδωκεν αὐτοῖς σημεῖον λέγων, ὅν ἄν φιλήσω, αὐτός ἐστί,
κρατήσατε αὐτόν. καί εὐθέως προσελθών τῷ Ἰησοῦ εἶπε, χαῖρε, ραββί, καί
κατεφίλησεν αὐτόν».
Το φίλημα του Ιούδα δεν ήταν ανταπόδοσι της
αγάπης. Δεν ερμήνευε τη συγκίνησι μιας αφωσιωμένης ψυχής. Ούτε δημιουργούσε μια
αμεσότητα, μια κοινωνία ανάμεσα στο Διδάσκαλο και στο μαθητή. Αντίθετα, ήταν
ένα φίλημα καταλυτικό. Γκρέμιζε τις γέφυρες, κατάστρεφε το δεσμό, βεβήλωνε την
ιερή σχέσι, παράδινε στην ιστορία την πιο τραγική σελίδα της προδοσίας.
Ο Πέτρος, ο Ιάκωβος, ο Ιωάννης και ο Ιούδας. Ο
βαθύς ύπνος των εκλεκτών και η αχάριστη προδοσία. Αυτές είναι οι πληγές, που
ανοίχτηκαν, πριν από τη σταύρωσι, στην καρδιά του Ιησού. Ο οξύς πόνος του και
το μεγάλο του παράπονο στον κήπο της Γεθσημανή.
«Σήμερον ἔλεγεν ὁ κτίστης οὐρανοῦ καί γῆς τοῖς ἑαυτοῦ
μαθηταῖς, ἤγγικεν ἡ ὥρα καί ἔφθασεν Ἰούδας ὁ παραδιδούς με...».
«Κύριε, ἐπί τό πάθος τό ἑκούσιον παραγενόμενος, ἐβόας
τοῖς μαθηταῖς σου, κἄν μίαν ὥραν οὐκ ἰσχύσατε ἀγρυπνῆσαι μετ’ ἐμοῦ, πῶς ἐπηγγείλασθε
ἀποθνήσκειν δι’ ἐμέ; κἄν τόν Ἰούδαν θεάσασθε πῶς οὐ καθεύδει, ἀλλά σπουδάζει
προδοῦναι με τοῖς παρανόμοις».
Ο ύπνος και η προδοσία. Ο μεγάλος πειρασμός των
χριστιανικών γενεών, η ασήκωτη αμαρτία του χριστιανικού κόσμου.
Μη βιάζεστε να διατυπώσετε κρίσεις και μονομερή
συμπεράσματα για κείνα τα γεγονότα. Μείνετε για λίγο στοχαστικοί. Με την
εμπειρία της Γεθσημανή κυττάξτε την ιστορία. Το χρονικό των αιώνων που κύλησαν.
Και προ παντός το χρονικό της εκρηκτικής εποχής μας. Ο ύπνος και η προδοσία
συνθέτουν την αδυναμία, το πρόβλημα, την αχίλλειο πτέρνα της χριστιανικής
παρατάξεως.
Φίλοι μου, μη φοβώμαστε την αυτοκριτική. Το λόγο
της ειλικρινείας, που είναι μια τίμια αναμέτρησι με την πραγματικότητα. Μη
διστάζουμε να υψώσουμε φωνή και να δώσουμε μαρτυρία στο σύγχρονο κόσμο για τα
σφάλματά μας, τα οποία όχι απλώς παίζουν ρόλο ανασταλτικό, αλλά συχνά γίνονται
παράγοντες πέρα για πέρα καταλυτικοί στην πνευματική ζωή και την ιστορική
πορεία της ανθρωπότητος.
Είναι μια πραγματικότητα αναντίρρητη. Η Γεθσημανή,
ο μικρός κήπος του όρους των ελαιών ευρύνθηκε, απλώθηκε, πήρε διαστάσεις
αληθινά οικουμενικές. Και η ανησυχία της και η αγωνία της και τα προβλήματά της
τοποθετήθηκαν σε επίπεδο καθολικό, έγιναν προβλήματα ολόκληρης της
ανθρωπότητας.
Σ’ αυτή την σύγχρονη Γεθσημανή, στον κόσμο μας, ο
Ιησούς Χριστός εξακολουθεί να αγωνιά. Αγωνιά για τους ανθρώπους που σκοτώνονται
στα θέατρα του πολέμου. Για τους μικρούς αδελφούς του, που πεινούν. Για τις
ψυχές, που μελαγχολούν και σηκώνουν το χέρι για να δολοφονήσουν τον ίδιο τον
εαυτό τους. Για τις υπάρξεις, που πλανώνται χωρίς να ξέρουν πού πάνε, και
αμαρτάνουν προσβάλλοντας και το Θεό και την ανθρωπιά τους. Ο Ιησούς Χριστός
αγωνιά και στην Ανατολή και στη Δύσι, και στο Βορρά και στο Νότο. Χύνει ιδρώτα μέσα
στις πολυάνθρωπες πολιτείες μας και στις ερημικές γωνιές του πλανήτου μας.
Κι εμείς οι Χριστιανοί τι κάνουμε; Είμαστε
παραδομένοι στη ραθυμία και στη ραστώνη. Έχουμε δοθή σ’ ένα ύπνο, που δεν μας
αφίνει να ρθούμε σ’ επαφή με την πραγματικότητα, με τα προβλήματα της σύγχρονης
ιστορίας μας, με την αγωνία του Ιησού μας και τον πόνο του. Οι χορδές της ψυχής
μας δεν δονούνται. Ο εσωτερικός μας κόσμος δεν συνταράσσεται. Δεν ιδρώνουμε και
δεν λυπούμεθα μαζή με τον Εσταυρωμένο. Μέσα στους καπνούς μιας εύκολης ζωής
μεθύσαμε και ναρκωθήκαμε. Το μάτι της ψυχής μας θόλωσε. Είναι μια τραγική αλήθεια,
όμως αλήθεια. Σε μια από τις πιο δύσκολες καμπές της ανθρώπινης ιστορίας, ο
χριστιανικός κόσμος, οι χριστιανικές ψυχές είναι ναρκωμένες, χωρίς παλμό, χωρίς
κίνησι, χωρίς δράσι.
Και για να προχωρήσουμε στο δεύτερο σκέλος του
προβλήματος και της ομολογίας. Ο χριστιανικός κόσμος, εμείς, που πιστεύουμε πως
ανήκουμε στον Ιησού Χριστό, συχνά φτάνουμε και σ’ αυτή ακόμα την πράξι του
Ιούδα, στην προδοσία.
Ο Υιός του Θεού σταυρώνεται, χύνει το αίμα του,
για να προσφέρη την αγάπη στην ανθρωπότητα και για να συμφιλιώση το γένος μας
με τον ουρανό. Κι εμείς, με την ασυνέπειά μας, με την επιδίωξι των
μικροσυμφερόντων μας, με την τοποθέτησι πάνω απ’ όλα του εγωκεντρισμού μας, του
δίνουμε ένα φίλημα, που τον αφίνει έκθετο στα χλευάσματα και τις κατηγόριες της
στρατευμένης αθεΐας.
Το χαμηλό συμφέρον μέσα στην Εκκλησία, οι δεύτεροι
σκοποί, οι μικρότητες των ποιμένων ή του λαού, η αντίφασι ανάμεσα στην
προβαλλόμενη και στην μυστική ζωή, όλα αυτά συνθέτουν μια προδοσία, η οποία
καλύπτεται κάτω από ένα πλαστό φίλημα, κάτω από τα λόγια του θαυμασμού προς το
πρόσωπο και τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού.
Σταθμίζοντας αυτή την πραγματικότητα, και βάζοντας
το χέρι στην καρδιά, δεν μπορούμε, παρά να ομολογήσουμε, ότι και η δική μας
εποχή και γενηά έχει μερίδιο, και μάλιστα σημαντικό, στον προβληματισμό της
Γεθσημανή, στη λύπη και στην αγωνία του Κυρίου μας.
Ο ύπνος και η προδοσία.
Ένας από τους εμπνευσμένους ποιητάς των υπερόχων
ύμνων της Μ. Εβδομάδος παίρνει το όλο θέμα και το κάνει προσευχή μετανοίας.
«Ἀπό βλεφάρων, μαθηταί, νῦν ὕπνον, ἔφης, Χριστέ,
τινάξατε, ἐν προσευχῇ δέ γρηγορεῖτε, πειρασμῷ μήπως ὄλυσθε, και μάλιστα
Σίμων...».
Κι ένας άλλος, βάζει στα χείλη του μεγάλου θύματος
τούτα τα λόγια.
«ἐγείρεσθε, προσεύξασθε, μή τις με ἀρνήσηται,
βλέπων με ἐν τῷ σταυρῷ...».
Αν αυτή η προσταγή μας συγκινή, αυτό σημαίνει, πως
οι λεπίδες του νυσταγμού αρχίζουν να πέφτουν από τα μάτια μας.
ΜητροπολίτουΑττικής και Μεγαρίδος Νικοδήμου, «Ἀγωνία στή Γεθσημανή καί ἀγωνία στό σύγχρονο κόσμο», β΄ έκδ. 1995 (Αθήνα: Εκδόσεις «ΣΠΟΡΑ»), σελ. 8-9, 16-26

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου