Ούτος ο αγγελώνυμος Μιχαήλ ήτον κατά τους χρόνους Λέοντος του Αρμενίου, εν έτει ωιδ’ [814]. Αφιερωθείς δε ακόμη από τας μητρικάς του αγκάλας εις τον Θεόν, και καθαρίσας τον εαυτόν του δια βίου τελείου, έγινεν Ιερεύς και Αρχιερεύς του Θεού του Υψίστου, από τον οποίον δυναμούμενος, ηφάνισε την βλάσφημον αίρεσιν των εικονομάχων, και έφραξε τα άθεα αυτών στόματα, τα ανοιγόμενα εναντίον της θείας εικόνος του Χριστού. Όθεν Λέων ο θηριώνυμος, δεν υπέφερε το ρεύμα της ιεράς γλώσσης του Αγίου. Παρεστάθη γαρ έμπροσθεν του βήματος αυτού ο μακάριος ούτος, και ούτε από τους φοβερισμούς του εδειλίασεν, ούτε από τας κολακείας του εμαλακώθη, αλλά με ελευθέραν και ανδρείαν φωνήν εξεβόησε, λέγων, «Την άχραντον εικόνα ευσεβώς σέβομαι και προσκυνώ του Κυρίου και Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και της θείας αυτού Μητρός. Το δε εδικόν σου δόγμα και τον ορισμόν, πτύω και ως ουδέν λογίζομαι».
Ταύτα ακούσας ο
βασιλεύς, όλος εγέμισεν από εντροπήν. Όθεν και ανάψας υπό του θυμού,
εκαταδίκασε τον Άγιον εις μακράν εξορίαν. Ο οποίος και εν τη εξορία
ευρισκόμενος, και πολλάς ταλαιπωρίας πάσχων, εφύλαξε το κατ’ εικόνα καθαρόν και
αμόλυντον. Δια τούτο και η γλώσσα του εδείχθη αληθώς κάλαμος του Αγίου
Πνεύματος, μελετώσα την του Θεού Λόγου ένσαρκον Οικονομίαν. Και επειδή εδιώκετο
από τόπον εις τόπον, και υπέμεινε θλίψεις πολλάς και στενοχωρίας, τούτου χάριν
δικαίως κατήντησεν ο μακάριος εις το ευρύχωρον πλάτος του Παραδείσου. Καλώς
λοιπόν τον δρόμον της ζωής του τελειώσας, με διπλούς εκοσμήθη στεφάνους, και
ούτω δια της ομολογίας προσετέθη ο Αρχιερεύς εις τους Αρχιερείς, και ο Μάρτυς
εις τους Μάρτυρας.
Τα Σύνναδα ήτον
πόλις ένδοξος της μείζονος Φρυγίας, και μάλιστα δια τα θαυμαστά μάρμαρα οπού
είχε, τιμημένη με θρόνον Μητροπολίτου, δώδεκα Επισκόπους έχοντος, τώρα δε είναι
ερείπιον, και όρα τον Μελέτιον σελ. 456, της Γεωγραφίας.
Άγιος Νικόδημος
Αγιορείτης

1 σχόλιο:
Πράγματι, εντυπωσιάζει η παρρησία με την οποία ομιλούσαν
οι Άγιοι Πατέρες μπροστά σε Αυτοκράτορες, όταν επρόκειτο για θέματα Πίστεως.
Δημοσίευση σχολίου