Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Ιησούς Χριστός και Δομές Κυριαρχίας - Δημήτρης Αρκάδας

Κυριακή του τυφλού

Ιησούς Χριστός και Δομές Κυριαρχίας:

Σχόλιο στο Ιω. 9:20-23

Δημήτρης Αρκάδας, δρ.θεολογίας-συγγραφέας

Ο Χριστός σήμερα δεν επιτελεί ένα ακόμα θαύμα. Ό,τι κάνει ξεπερνά και την συνθήκη αυτού που αποκαλούμε υπερφυσικό γεγονός: δεν θεραπεύει απλά έναν εκ γενετής τυφλό, αλλά δημιουργεί συμβολικά την κτίση ξανά.

Αν θεωρήσουμε ως ορθά τα συμπεράσματα της πατερικής ερμηνευτικής, ο Χριστός δημιουργεί μάτια σε έναν πονεμένο άνθρωπο, ο οποίος ζούσε από την επαιτεία. Αφού έφτυσε κάτω, έπλασε πηλό τον οποίο τοποθετεί στη θέση των ματιών του τυφλού και τον καλεί να πλύνει το πρόσωπό του στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, σαν να μετέχει σε ένα εσχατολογικό βάπτισμα «εξ ύδατος και πνεύματος». Ο Χριστός με αυτή του την πράξη, μια πράξη υπέρ ενός κατατρεγμένου και περιθωριοποιημένου ανθρώπου, φανερώνει την μεσσιανική του εξουσία πάνω στην φύση, την προφητική τουδυναμική πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις, το εσχατολογικό του έρεισμα πάνω στην Ιστορία.

Απελευθερώνει το πλάσμα του που υπέφερε από τα δεσμά της κοινωνικής δουλείας και της φυσικής κυριαρχίας: ο θεραπευμένος τυφλός δεν θα είναι πλέον υποχρεωμένος να βρίσκεται υποταγμένος στο πλέγμα των σχέσεων κατίσχυσης και ηγεμονίας της αρρώστιας, της κοινωνικής περιφρόνησης, εν τέλει του ανθρωποκτόνου σατανά.

Ο Χριστός ελευθερώνει τον άνθρωπο από το κακό και την φθορά, με άλλα λόγια ανακαινίζει την κτίση του δημιουργώντας μάτια, το όργανο με το οποίο το φυσικό και πνευματικό φώς άπλετο πλέον διαθλάται στην ύπαρξη αυτού που πριν υπήρχε μόνο ως σκοτάδι.

Πραγματοποιεί, ωστόσο, ο Χριστός και κάτι άλλο: σωματοποιεί μέσα από τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων το γεγονός μιας εσχατολογικής κρίσης, δηλαδή ένα γεγονός απόφασης που φέρει εντός του το θεϊκό του θέλημα. Υποστασιάζει την κρίση όχι σε ένα άγνωστο και αδιευκρίνιστο μέλλον, αλλά εδώ και τώρα. «Και αυτή είναι η κρίση, ότι το φώς ήρθε στον κόσμο αλλά οι άνθρωποι αγάπησαν περισσότερο το σκοτάδι παρά το φώς, επειδή τα έργα τους ήταν πονηρά» (Ιω. 3:19).

Στο πεδίοεμφανίζονται τώρα οι γονείς του πρώην τυφλού, οι οποίοι καλούνται να επιλέξουν αν θα ομολογήσουν τον Ιησού ως Μεσσία και θα εγκεντριστούν στο φώς του όπως έπραξε ο γιός τους, αλλά πληρώνοντας ταυτόχρονα το κόστος της επιλογής τους ή αν θα αρνηθούν το φώς του Μεσσία, προτιμώντας την ασφάλεια της θνητότητας, την σιγουριά του οικείου, την ταυτότητα του κλειστού. Κι αυτό διότι οι αρχές και οι εξουσίες του κόσμου τούτου, οι άρχοντες και οι κυρίαρχοι της θρησκευτικής και πολιτικής ηγεμονίας είχαν ήδη συμφωνήσει να αφορίζεται από τη Συναγωγή όποιος παραδεχτεί πως ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας. Η ποινή του αποσυνάγωγου γίνεται μια τρομερή τιμωρία για όποιον αποτολμούσε να την υποστεί, η οποία ενεργοποιούταν σε πολλαπλά επίπεδα συμβολικής βίας: α) πυροδοτούσε την κοινωνική απομόνωση του παραβάτη, με άλλα λόγια το πάγωμα των κοινωνικών του σχέσεων, β) ενεργούσε τον θρησκευτικό αποκλεισμό από τις λατρευτικές πράξεις της κοινότητας, γ) εκδήλωνε έναν οικογενειακό στιγματισμό, καθώς οι συγγενείς του παραβάτη μοιράζονταν το βάρος της αποκοπής του, δ) προκαλούσε ακόμα και οικονομική βλάβη, εκτεινόμενη σε όλο το οικογενειακό δίκτυο.

Οι γονείς του πρώην τυφλού αρνούνται να ακολουθήσουν το ανακαινισμένο παιδί τους. Το κοινωνικό κόστος που καλούνται να πληρώσουν είναι τεράστιο και δεν διαθέτουν το ψυχικό και πνευματικό έρμα ώστε να το αντέξουν. Γι’ αυτό απαντούν στην πρόκληση: «Ξέρουμε πως αυτός είναι ο γιος μας κι ότι γεννήθηκε τυφλός. Πώς όμως τώρα βλέπει, δεν το ξέρουμε, ή ποιος του άνοιξε τα μάτια, εμείς δεν το ξέρουμε. Ρωτήστε τον ίδιο. Ενήλικος είναι, αυτός μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του».

Τούτη η εσχατολογική κρίση που φέρνει μεταξύ των ανθρώπων ο Χριστός υλοποιείται λοιπόν ως μια σωματοποιημένη πράξη επιλογής ανάμεσα στην απελευθέρωση του Χριστού από τη μια μεριά και στην υποταγή σε έναν ολοκληρωτικό θρησκευτικό/πολιτικό μηχανισμό κυριαρχίας από την άλλη, μια δομή κοινωνικού αποκλεισμού που διενεργούσε τον κοινωνικό θάνατο όσων τολμούσαν να συγκρουστούν μαζί της. Ο πρώην τυφλός επέλεξε τον Χριστό και μεταστοιχειώθηκε σε μια καινή ύπαρξη γενόμενος αποσυνάγωγος. Οι γονείς του, αντίθετα, επέλεξαν την Συναγωγή και επικύρωσαν την υποδούλωσή τους στις δομές του θανάτου. Μα ας μην βιαστούμε να κρίνουμε και να καταδικάσουμε αυτούς τους γονείς, επειδή απέτυχαν να υποστασιάσουν την αλήθεια του Χριστού στη ζωή τους. Στην πραγματικότητα πιστοποιούν με έναν αντίστροφο τρόπο την αληθινή τους θέση: είναι θύματα της αστοχίας τους, τουτέστιν της αμαρτίας τους που δεν είναι άλλη παρά η προσκόλλησή τους στην κοινωνική τους ταυτότητα. Επιβεβαιώνουν, ακόμα κι αν δεν το επιθυμούν οι ίδιοι, τον λόγο του Χριστού ότι «ήλθα να βάλω μάχαιρα ανάμεσα στον γιο και την μητέρα, τον πατέρα και την κόρη» (Ματθ. 10: 35-36), αναδεικνύουν δηλαδή τον χριστολογικό μηδενισμό ενός από τους πιο ιεροποιημένους θεσμούς,όπως αυτός της οικογένειας.

Διαφέρει, άραγε, πολύ η στάση των γονέων του πρώην τυφλού από ενδεχόμενες δικές μας επιλογές σήμερα, κάθε φορά που ίσως δεχόμαστε να υποτάξουμε την αλήθεια κάτω από τα προτάγματα της κυρίαρχης ιδεολογίας, ή σκεπτόμαστε να θέσουμε τον εαυτό μας στην σκοπιμότητα της εξουσίας όλων των μορφών, ή ακόμα κι όταν πιθανόν συναινούμε να προσαρμόσουμε τον λόγο μας στην πολιτική ορθότητα των καιρών;

Στον νέο κόσμο της Βασιλείας του Θεού οι πιστοί του Χριστού καλούνται να μην σιωπήσουν, αλλά να κηρύξουν για την ελπίδα τους που έρχεται και είναι ήδη εδώ, και η οποία μεταμορφώνει τις ζωές τους με την βίαιη έλευση του Αγίου Πνεύματος. Η ευθύνη τους δεν είναι μικρή. Αν δεν το τολμήσουν, είναι ο λόγος του Κυρίου που θα ακουστεί «ως φωνή υδάτων πολλών» (Αποκ. 1:15): «εάν ούτοι σιωπήσωσιν, οι λίθοι κεκράξονται» (Λουκ. 19:40).

Κήρυγμα της Κυριακής 17-5-2026 στην Ενορία Αγίου Νικολάου Ραγκαβά

Δεν υπάρχουν σχόλια: