ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ
Σπεύδω -φίλε και αγαπητέ μου κ, Αναστάσιε- ως κατά
ένα τρόπο αναμειχθείς στο θέμα και στέλνω πρωτότυπο κείμενο, απλό σε
γενικές γραμμές, παρά ταύτα με ερμηνευτικές παρεμβολές. Από τα πιο παλιά, και
πολύ γνωστό Απόσπασμα
από την Α΄
Απολογία-65/67- του Αγίου Ιουστίνου του
φιλόσοφου και Μάρτυρα,
100-165 μΧ. όπου
φαίνεται καθαρά, από όσους
έχουν μάτια καθαρά,
αν και πώς
γινόταν η Κυριακάτικη Λειτουργία
παλιά, πολύ παλιά.
Αν, δηλαδή, ήταν περιορισμένος σε σιωπή ή μετείχε άμεσα
και εις επήκοον και ο λαός του Θεού- «Έπειτα ἀνιστάμεθα κοινῇ πάντες καὶ εὐχὰς
πέμπομεν», «Καὶ ὁ λαὸς ἐπευφημεῖ λέγων τὸ «᾿Αμήν».
«Καὶ τῇ
τοῦ ἡλίου λεγομένῃ
ἡμέρᾳ-Sunday-Αγγλικά,
Sonntag-Γερμανικά μέχρι σήμερα,
Κυριακή για μας-πάντων κατὰ
πόλεις ἢ ἀγροὺς μενόντων-όσοι
μένουν στις πόλεις
ή στα χωριά- ἐπὶ
τὸ αὐτὸ συνέλευσις γίνεται-Εκκλησιάζονται. Καὶ τὰ ἀπομνημονεύματα τῶν ἀποστόλων-Απόστολος-Ευαγγέλιο-ἢ τὰ
συγγράμματα τῶν προφητῶν ἀναγινώσκεται, μέχρις ἐγχωρεῖ-όσο
χρόνο χρειάζεται.
Εἶτα παυσαμένου τοῦ ἀναγινώσκοντος ὁ προεστὼς διὰ λόγου τὴν νουθεσίαν καὶ πρόκλησιν τῆς τῶν καλῶν τούτων μιμήσεως ποιεῖται-ο ιερέας κάνει κήρυγμα. Έπειτα ἀνιστάμεθα κοινῇ πάντες καὶ εὐχὰς πέμπομεν·-ο ιερέας και όλο το εκκλησίασμα προσεύχεται, δεν υπάρχουν ακόμα συγκροτημένοι ύμνοι.
Καί, ὡς προέφημεν,
παυσαμένων ἡμῶν τῆς εὐχῆς ἄρτος προσφέρεται καὶ οἶνος καὶ ὕδωρ, καὶ ὁ προεστὼς
εὐχὰς ὁμοίως καὶ εὐχαριστίας, ὅση δύναμις αὐτῷ αναπέμπει-και εδώ οι
ευχές του ιερέα είναι όποιες και όσες
μπορεί, αργότερα οι
επίσκοποι έθεσαν στη
διάθεσή τους κοινό κείμενο, και πάντα ταύτα τον 4ο και 5ο
αιώνα αντικαταστάσθηκαν από Λειτουργία Χρυσοστόμου, Βασιλείου, και άλλες π΄χ,
Αμβροσίου στη Δύση κλπ. Καὶ ὁ λαὸς ἐπευφημεῖ λέγων τὸ «᾿Αμήν»,-που
σημαίνει γένοιτο ή μακάρι να
γίνει, ήτοι σημειώνω
για τους μονολιθικούς και στενοκέφαλους στο πιο κρίσιμο σημείο, καθαγιασμός,
και η υπογραφή του από τον παρόντα λαό του Θεού.
Καὶ ἡ διάδοσις καὶ ἡ μετάληψις ἀπὸ τῶν εὐχαριστηθέντων
ἑκάστῳ γίνεται, καὶ τοῖς οὐ παροῦσι-απόντες- διὰ τῶν διακόνων πέμπεται-Θεία
Κοινωνία.
Πάμε
τώρα και στη Λειτουργία μετά
τη Λειτουργία, τη Λειτουργία- κοινωνία της Αγάπης. «Οἱ εὐποροῦντες δὲ καὶ βουλόμενοι κατὰ προαίρεσιν
ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ
ὃ βούλεται δίδωσι,
καὶ τὸ συλλεγόμενον παρὰ
τῷ προεστῶτι ἀποτίθεται-στον ιερέα-
καὶ αὐτὸς ἐπικουρεῖ ὀρφανοῖς τε
καὶ χήραις, καὶ τοῖς διὰ νόσον ἢ δι' ἄλλην αἰτίαν λειπομένοις, καὶ
τοῖς ἐν δεσμοῖς
οὖσι-φυλακισμένοι- καὶ τοῖς παρεπιδήμοις οὖσι ξένοις, καὶ ἁπλῶς πᾶσι
τοῖς ἐν χρείᾳ οὖσι κηδεμὼν- συμπαραστάτης-γίνεται.
Αθανάσιος Κοτταδάκης

9 σχόλια:
Κύριε Κοτταδάκη διαβάστε σας παρακαλώ την παρακάτω μελέτη https://orthros.eu/%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1/2010-10-04-06-27-36/197-k-perimystikanagneuxwn.html
και πιστεύω θα κατανοήστε γιατί από το εκφώνως (των ευχών) πήγαμε στο μυστικώς... και πάλι θέλουμε να επανέρθουμε στο εκφώνως, αλλά χωρίς τις προϋποθέσεις που υπήρχαν τότε, για τη συμμετοχή των μελών της Εκκλησίας... Συγκρίνουμε διαμετρικά διαφορετικές καταστάσεις. Τότε υπήρχαν τάξεις και κατηγορίες πιστών ανάλογα με τη μετάνοιά τους και τον αγώνα τους. Τώρα μπαίνουν στο Ναό και τη θ. λειτουργία "κάθε καρυδιάς καρύδι" ακούσουν δεν ακούσουν τις ευχές δεν τους αγγίζει τίποτε. Έχουν όλοι το "δικαίωμα" να μπαινοβγαίνουν στη Θ. λειτουργία, χωρίς κανένα κόστος, μόνο και μόνο γιατί από παράδοση τους βάπτισαν οι γονείς τους σύμφωνα με το Ορθόδοξο δόγμα....
Δυστυχώς συμφωνώ απόλυτα στο απο "μόνο και μόνο... δόγμα...". Ποιος όμως φταίει για αυτο; Ασφαλώς πολλά. Ακομα μπορεί κάποιος να αρπαχτει απο μια λεξη και να αλλάξει! Μπορεί να τον έχει βάλει σημάδι η αγάπη του Θεού και να τον περιμένει. Αδηλα και κρυφια τα της αγαπης του Θύματος απο Αγαπη ! Αθαν Κοττ.
.
Ενδιαφέρουσα μελέτη με στοιχεία, αλλά ου με πείσεις..,
Φαίνεται ότι στην Εκκλησία τα έχουμε όλα λυμένα πλέον και βρήκαμε να ασχοληθούμε με νέα έριδα: το αν οι ευχές στη Θ. Λειτουργία πρέπει να λέγονται μυστικώς ή εκφώνως. Πραγματικά αυτό με ξεπερνάει. Αλλά θα ήθελα να πω παρηγορητικά σε όσους ανησυχούν για την «αλλοίωση» της παγιωμένης πλέον συνήθειας της σιωπηρής ανάγνωσης των ευχών, ότι η γλώσσα της λατρείας είναι τόσο ακατανόητη πλέον στο ευρύ εκκλησίασμα όπου σε συνδυασμό με τη γρήγορη ανάγνωση, ακόμα και εκφώνως να λέγονται οι ευχές το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: κανείς σχεδόν να μην καταλαβαίνει τίποτα. Οπότε δεν υπάρχει λόγος για ανησυχία.
Αναφορικά τώρα με το άρθρο που παραπέμπει ο πρώτος σχολιαστής, δύο παρατηρήσεις:
1. Ως προς την αρχιτεκτονική και το συχνό επιχείρημα ότι «ο λαός δεν άκουγε επειδή το ιερό ήταν κλεισμένο», η ιστορία του τέμπλου/εικονοστασίου είναι αποφασιστική. Τα πρώιμα βυζαντινά τέμπλα ήταν διαχωριστικά κιγκλιδώματα ή στηθαία με κιονίσκους και επιστύλιο, όχι ο συμπαγής, υψηλός τοίχος εικόνων της ύστερης σλαβο-ρωσικής μορφής. Η πλήρης, υπερυψωμένη εικονοστάσις παγιώνεται πολύ αργά, ουσιαστικά γύρω στον 15ο αιώνα. Στις πρώιμες μεγάλες εκκλησίες υπήρχαν, επιπλέον, κιβώριο και παραπετάσματα, πράγμα που σημαίνει ότι η ορατότητα και η ακουστικότητα ρυθμίζονταν με περισσότερους από έναν τρόπους και όχι με ένα σταθερό «τείχος σιωπής». Άρα, η όψιμη μορφή του εικονοστασίου δεν μπορεί να προβάλλεται αναχρονιστικά πίσω στον 4ο ή 5ο αιώνα για να εξηγήσει ή να επιβάλει τη φωνητική πρακτική των ευχών. Και φυσικά πρέπει να τονιστεί ότι η σύνδεση της εκφωνήσεως που επιχειρεί το άρθρο με τη Β’ Βατικανή, και τον Οικουμενισμό είναι μάλλον ιδεολογική κατασκευή παρά ιστορική απόδειξη.
2. Το πιο σοβαρό μεθοδολογικό πρόβλημα του άρθρου είναι ότι συγχέει τη disciplina arcani με ακουστική σιωπή. Όταν ο Βασίλειος, ο Κύριλλος ή ο Ψευδο-Διονύσιος μιλούν για απόρρητο, μυστικότητα και μη αποκάλυψη, το βασικό τους μέλημα είναι να μην εκτίθενται τα μυστήρια και η εσωτερική τους εξήγηση στους αμύητους ή στους αδιάφορους. Αυτό δεν ταυτίζεται αυτομάτως με τον ισχυρισμό ότι ο λαός των πιστών δεν άκουγε ή δεν έπρεπε να ακούει τις ευχές κατά την τέλεση. Αυτή η σύγχυση, σε συνδιασμό με τον αναχρονιστική συλλογιστική, δηλαδή η προς τα πίσω ανάγνωση της αρχιτεκτονικής της ύστερης εικονοστασίας και ώριμης βυζαντινής λειτουργικής διάταξης σαν να ίσχυαν αναλλοίωτα ήδη στους πρώτους αιώνες είναι προβληματική. Κοντολογίς, αυτά οδηγούν σε μία θεολογική υπερέκταση. Ακόμη και αν αποδεικνυόταν αναμφισβήτητα ότι επί αιώνες μια Εκκλησία προτιμούσε μυστική ανάγνωση των ευχών, από αυτό δεν ακολουθεί αυτομάτως ότι η εκφώνηση είναι θεολογικά αδύνατη, αντιπατερική ή αντικανονική σε κάθε εποχή και σε κάθε εκκλησιαστικό πλαίσιο. Η ιστορική περιγραφή μιας παγιωμένης πράξης δεν είναι από μόνη της αιώνιο δογματικό επιχείρημα.
Τα τελευταία ακριβώς έχω γράψει από την πρώτη στιγμή. Σημασία έχει ο θησαυρός οι δύο Λειτουργίες Χρυσοστόμου-Βασιλειου το πώς
θα διαβάζονται οι ευχές είναι θέμα εποχής. Αλλά ! Αθ. Κοττ.
«Ακόμη και αν αποδεικνυόταν αναμφισβήτητα ότι επί αιώνες μια Εκκλησία προτιμούσε μυστική ανάγνωση των ευχών, από αυτό δεν ακολουθεί αυτομάτως ότι η εκφώνηση είναι θεολογικά αδύνατη, αντιπατερική ή αντικανονική σε κάθε εποχή και σε κάθε εκκλησιαστικό πλαίσιο. Η ιστορική περιγραφή μιας παγιωμένης πράξης δεν είναι από μόνη της αιώνιο δογματικό επιχείρημα.»
Αὐτά σημείωνε ὁ Ἀνώνυμος 28 Μαΐου 2026 3:22 μμ καί ὁ κ. Κοτταδάκης ἔσπευσε νά βεβαιώσει πώς : «Αὐτά το πώς θα διαβάζονται οι ευχές είναι θέμα εποχής».
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὅμως ἔχουν ἄλλη ἄποψη:
«Τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πεφυλαγμένων δογμάτων καὶ κηρυγμάτων, τὰ μὲν ἐκ τῆς ἐγγράφου διδασκαλίας ἔχομεν, τὰ δὲ ἐκ τῆς τῶν ἀποστόλων παραδόσεως διαδοθέντα ἡμῖν ἐν μυστηρίῳ παρεδεξάμεθα· ἅπερ ἀμφότερα τὴν αὐτὴν ἰσχὺν ἔχει πρὸς τὴν εὐσέβειαν. Καὶ τούτοις οὐδεὶς ἀντερεῖ, οὐκοῦν ὅστις γε κατὰ μικρὸν γοῦν θεσμῶν ἐκκλησιαστικῶν πεπείραται. Εἰ γὰρ ἐπιχειρήσαιμεν τὰ ἄγραφα τῶν ἐθῶν ὡς μὴ μεγάλην ἔχοντα τὴν δύναμιν παραιτεῖσθαι, λάθοιμεν ἂν εἰς αὐτὰ τὰ καίρια ζημιοῦντες τὸ Εὐαγγέλιον· μᾶλλον δὲ εἰς ὄνομα ψιλὸν περιιστῶντες τὸ κήρυγμα. ...»
(Μέγας Βασίλειος Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κεφ. 27).
Ἀπό τήν παρακάτω διεύθυνση
https://online.anyflip.com/qjml/bawk/mobile/index.html
μεταφέρω τή μετάφραση σχετικά μέ τό ἀνωτέρω ἀπόσπασμα (σελ 122):
66. Ἀπό τά «δόγματα»καί τά «κηρύγματα» τῶν ὁποίων φύλαξ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἄλλα μέν τά ἔχομεν ἀπό τήν διδασκαλίαν τῶν ἁγίων Γραφῶν, ἄλλα δέ, τά παρελάβομεν ἀπό τήν Παράδοσιν τῶν Ἀποστόλων, καθ’ὅσον παρεδόθησαν εἰς ἡμᾶς (οὐχί γραπτῶς ἀλλ’) «ἐν μυστηρίω». Καί τά δύο ὅμως ἔχουν τήν αὐτήν σπουδαιότητα διά τήν Ὀρθοδοξίαν. Καί εἰς αὐτό δέν θά ἔχη κανείς διαφορετικήν γνώμην, τουλάχιστον ἀπό ἐκείνους πού ἔχουν, ἕστω καί εἰς ἕνα ἐλάχιστον βαθμόν, καταλάβει τί εἶναι οἱ ἐκκλησιαστικοί θεσμοί. Διότι, ἄν τυχόν ἐκάναμεν τό τόλμημα νά παραμερίσωμεν ἐκεῖνα ἀπό τά ἔθη τῆς Ἐκκλησίας, τά ὁποῖα δέν διδάσκονται σαφῶς ὑπό τῆς Γραφῆς, μέ τήν σκέψιν ὅτι τάχα δέν ἔχουν μεγάλην σημασίαν, χωρίς νά τό ἔχομεν καταλάβει, θά καταστρέφαμε τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου εἰς τά πιό βασικά του σημεῖα, ἤ μᾶλλον θά μετεβάλλομεν τό κήρυγμα εἰς ἕνα ὄνομα κενόν περιεχομένου.
Π.χ. - λέγω αὐτό διά νά ἀναφερθῶ εἰς τό πιό ἁπλό καί τό πιό συνηθισμένο – ποῖος εἶναι ἐκεῖνος πού μέ τά περιληφθέντα εἰς τήν Γραφήν ἔργα του μᾶς ἐδίδαξεν, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν ἐλπίσει εἰς τό ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, νά «σφραγιζώμεθα» μέ τό «τύπον» τοῦ Σταυροῦ;
Ποῖον βιβλίον τῆς ἀγίας Γραφῆς μᾶς ἐδίδαξε κατά τήν προσευχήν νά στρεφώμεθα πρός ἀνατολάς;
Ποῖος ἀπό τούς ἁγίους ἀποστόλους μᾶς παρέδωκεν δι’ἔργου του περιληφθέντος εἰς τήν Γραφήν τά λόγια τῆς «ἐπικλήσεως» κατά τήν «ἀνάδειξιν» τοῦ ἄρτου τῆς θείας εὐχαριστίας καί τοῦ «ποτηρίου τῆς εὐλογίας»;
Διότι, ὅπως γνωρίζετε, δέν περιοριζόμεθα μόνο εἰς ἐκεῖνα, τά ὁποῖα ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος ἤ τό εὐαγγέλιον, ἀλλά, ἀκριβῶς ἐπειδή ἔχουν μεγάλην σημασίαν διά τήν τέλεσιν τοῦ μυστηρίου, καί πρίν ἀπό αὐτά καί μετά ἀπό αὐτά λέγομεν κάτι ἄλλα λόγια, ἀκριβῶς διότι τά παρελάβομεν ἀπό τήν διδασκαλίαν τῶν ἀποστόλων, πού δέν περιελήφθη εἰς τάς Γραφάς.
Συνεχίζεται…
Θ.Σ.
Συνέχεια...
Ἀκόμη. Εὐλογοῦμεν καί τό ὕδωρ τοῦ βαπτίσματος καί ἕλαιον τῆς «χρίσεως» καί, ἀκόμη τόν ἴδιον τόν βαπτιζόμενον. Βάσει ποίων μαρτυριῶν τῆς Γραφῆς; δέν πράττωμεν ταῦτα βάσει τῆς «ἀποσιωπημένης» καί «μυστικῆς» παραδόσεως;
Καί ἀκόμη. Τήν ἰδίαν τήν χρίσιν τοῦ βαπτιζομένου μέ ἕλαιον, ποία διδασκαλία τῶν Γραφῶν μᾶς τήν ἐδίδαξε; Καί τό νά «βαπτίζεται» ὁ ἄνθρωπος τρεῖς φοράς, ἀπό ποῦ τό παρελάβομεν;
Καί ἐκεῖνα τά ἄλλα, ὅσα λαμβάνουν χώρα κατά τό βάπτισμα, δηλ. τό ὅτι ἀποτασσώμεθα τῶ Σατανᾶ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ, ἀπό ποίαν Γραφήν προέρχεται; Δέν προέρχεται ἀπό τήν ἀδημοσίευτον αὐτήν καί ἀπόρρητον διδασκαλίαν τῶν ἀποστόλων, τήν ὁποίαν οἱ πατέρες μας περιεφρούρησαν μέ τήν μακράν πάσης πολυπράγμονος περιεργείας σιγήν των, ἐπειδή εἶχον καλῶς διδαχθῆ, ὅτι ἡ ἱερότης τῶν μυστηρίων πρέπει νά περιφρουρῆται διά τῆς σιωπῆς;
Καί πράγματι.
Πῶς θά ἦτο «σωστό», ἐκεῖνα πού δέν ἐπιτρέπεται οὔτε νά ἀτενίζουν οἱ ἀμύητοι, ἡμεῖς μέ δημοσιεύματα νά καθιστῶμεν προσιτήν εἰς ὅλους τήν διδασκαλία μας γι’αὐτά;
Ἤ πάλιν εἰς τί ἆρά γε νά ἀπέβλεπεν ὁ Μέγας Μωυσῆς, καί δι’αὐτό ἔχει ὁρίσει, ὅτι δέν πρέπει νά εἰσέρχεται ὁ καθένας εἰς ὅλα τά μέρη τοῦ Ναοῦ; ἀλλά τούς μέν «βεβήλους» τούς ἐτοποθέτησεν ἔξω ἀπό τούς ἱερούς περιβόλους τοῦ Ναοῦ, καί ἐνῶ τάς πρώτας αὐλάς τάς ἐπεφύλαξε διά τούς πιό καθαρούς, ἀξίους ὑπηρέτας τοῦ Θεοῦ ἐθεώρησε μόνον τούς λευίτας; καί ἐνῶ εἰς ἔργον τῶν ἱερέων ὥρισε τήν σφαγήν τῶν ζώων τῶν θυσιῶν καί τήν τέλεσιν τῆς θυσίας τῶν ὁλοκαυτωμάτων καί τάς ἄλλας ἱερουργίας, ἔνα μόνον ἐξ αὐτῶν, τόν μεταξύ ὅλων κατ’ ἐξοχήν ἐκλεκτόν Του, ἀφήνει νά εἰσέρχεται εἰς τά ἄδυτα; ἀλλά καί πάλιν δέν ἐπέτρεψε νά εἰσέρχεται καί αὐτός καθ’ὄλον τόν χρόνον, ἀλλά μίαν μόνον ἡμέραν τοῦ χρόνου καί ἀπό αὐτήν μίαν τακτήν ὤραν, ὥστε καί αὐτός, ἀφοῦ θά ἦσαν εἰς αὐτόν τόσον ξένα καί ἀσυνήθιστα, νά ἀτενίζη τά ἅγια τῶν ἁγίων μέ θάμβος.
Ἔπραξε δέ τοῦτο ὁ Μωυσῆς, ἐπειδή λόγω τῆς σοφίας του ἐγνώριζε καλῶς, ὅτι διά κάθε τί τό πολυσυνηθισμένον καί διά τοῦτο καταληπτόν, εἶναι εὔκολος ἡ καταφρόνησις, ἐνῶ διά κάθε τί τό μακρινόν καί σπάνιον, κατά κάποιον φυσικόν τρόπον δημιουργεῖται μέσα μας ἡ τάσις νά τό θεωροῦμεν περισπούδαστον.
Κατά τόν ἴδιον λοιπόν τρόπον, καί οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες πού ἐξ ἀρχῆς ἐθεσμοθέτησαν κάθε τί πού ἀφορᾶ τάς Ἐκκλησίας, ἐφρούρουν τήν ἰερότητα τῶν μυστηρίων μέ τό νά διατηροῦν αὐτά ἀπόκρυφα καί νά μή ὀμιλοῦν δι’αὐτά, ἀφοῦ ἄλλωστε δέν εἶναι καθόλου μυστήριον κάθε τί πού φθάνει εἰς τά αὐτιά ὄλου τοῦ κόσμου, ἀκόμη καί τῶν τυχαίων.
Ὁ λόγος πού πολλά μᾶς παρεδόθησαν «ἀγράφως» εἶναι διά νά μή καταστῆ ἡ γνῶσις τῶν δογμάτων λόγω συνηθείας εὐκαταφρόνητος ἀπό τό πλῆθος, μέ ἀποτέλεσμα νά παραμεληθῆ ἐντελῶς, διότι ἄλλο εἶναι τό δόγμα καί ἄλλο τό κήρυγμα.
Καί πράγματι.
Τό μέν δόγμα ἀποσιωπᾶται, ἐνῶ τά κηρύγματα λαμβάνουν δημοσιότητα. Καί ἔνα εἶδος σιωπῆς εἶναι καί ἡ ἀσάφεια, πού χρησιμοποιεῖ ἡ Γραφή, διά νά καταστήση τό «νόημα»τῶν δογμάτων δυσθεώρητον πρός ὡφέλειαν ἐκείνων πού ἀσχολοῦνται μέ αὐτά.
…….»
Μέ ἐκτίμηση
Θεόδωρος Σ.
Η τελευταία φράση σας μπορεί να διαβαστεί και αντίστροφα.
Αν δεν είναι επιχείρημα μία παγιωμένη επί αιώνες πράξη της Εκκλησίας, τότε τι είναι επιχείρημα ;
Συνεχίζετε να επαναλαμβάνετε ακατάσχετα την ίδια ερμηνευτική διαστροφή των πραγμάτων κατά το μανικό δοκούν σας ! Τίποτε περισσότερο ! Το δυστύχημα είναι ότι παρασύρθηκα πάλι και απάντησα, ενώ είχα πει ότι δεν κάνω διάλογο μαζί σας. Σας ξέρω από παλιά ! Ο Θησαυρός είναι ατόφια η Λειτουργία Αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου ή του Μεγάλου Βασιλείου ! Αυτό φυλάσσεται και επιτελείται άριστα από τον 5ο μέχρι το σημερινό 21ο αιώνα ! Σας χαρίζω το γράμμα που σκοτώνει, και επιμένω στο πνεύμα που ζωοποιεί ! Αθανάσιος Κοτταδάκης
Δημοσίευση σχολίου