Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

«Εὐθέως» Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

«Εὐθέως»

Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

«Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ… Οἱ δὲ εὐθέως ἀ­φέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ» (Ματθ. 4,20,22)

Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, ἀγαπητοί μου, δύο φορὲς ἐπαναλαμβάνει τὴ λέξι «εὐθέως» (Ματθ.. 4,20,22), γιὰ νὰ τονίσῃ τὴν προθυμία μὲ τὴν ὁποία οἱ τέσσερις αὐτοὶ ψαρᾶδες τῆς Γαλιλαίας ἀνταποκρί­θηκαν στὴν πρόσκλησι τοῦ Κυρίου.
Στὴν ἁγία Γραφὴ καὶ μία ἀκόμα λέξι, λέει ὁ ἱε­ρὸς Χρυσόστομος, μπορεῖ νὰ μᾶς δι­δάξῃ (βλ. Εἰς Γέν. ὁμ. ΙΕ΄ α΄·
P.G. 53,119. Ε.Π.Ε. 2,380,20-25). Ἔτσι εἶνε ἐδῶ ἡ λέξι «εὐθέως». Ἂς κάνουμε λοιπὸν μερι­κὲς σκέψεις παίρνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ αὐτήν.

* * *

Ὅταν ἄκουσαν οἱ τέσσερις τὴν πρόσκλησι τοῦ Κυρίου θὰ μποροῦσαν νὰ τοῦ ποῦν· Δεχόμαστε τὴν πρόσκλησι, ἀλλὰ σὲ παρακαλοῦμε δός μας μιὰ μικρὴ προθεσμία, γιὰ νὰ πᾶμε στὴν πόλι, νὰ τακτο­ποιήσουμε τὰ πράγματα τοῦ σπιτιοῦ μας, ν᾽ ἀποχαι­ρετήσουμε συγγενεῖς καὶ φίλους, κ᾽ ἔπειτα νὰ ἔλθουμε κοντά σου γιὰ πάν­τα… Τέτοια μικρὴ προ­θεσμία δὲν τοῦ ζήτησε κάποιος ἄλλος, ποὺ ὡς σο­βαρὸ λόγο γιὰ τὴν ἀναβολὴ προέβαλε τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ πάῃ καὶ νὰ θάψῃ τὸν πεθαμένο πατέρα του; –«Κύριε, ἐπίτρεψόν μοι πρῶτον ἀ­πελθεῖν καὶ θάψαι τὸν πατέρα μου». Ἀλλὰ ὁ Κύριος δὲν ἐ­πέτρεψε. «Ἀκολούθει μοι», τοῦ εἶπε, «καὶ ἄσε τοὺς νεκροὺς νὰ θάψουν τοὺς νεκρούς των» (Ματθ. 8,21-22).


Σκληρὸς φαίνεται σὲ πολλοὺς τοῦτος ὁ λόγος τοῦ Κυρίου.
–Δὲν εἶνε ἀπὸ τὰ ἱερώτερα καθήκοντα νὰ φρον­­­­τίσῃ κανεὶς γιὰ τὴν ταφὴ τοῦ νεκροῦ πατέρα του, νὰ τοῦ ἀποδώσῃ τὶς τελευταῖ­ες τιμὲς γιὰ ὅ­σα ἐ­κεῖνος κοπίασε γι᾽ αὐτόν; Πῶς λοιπὸν ὁ Κύριος τοῦ λέει νὰ μὴν πάῃ;…
Ἡ ἀπαγόρευσι αὐτὴ δὲν εἶχε τὴν ἔννοια τῆς πε­ριφρονήσεως τῶν γονέων. Ὁ ἴδιος, ποὺ ὡς Θεὸς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ «Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου, ἵνα εὖ σοι γένοιται καὶ ἵνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἔξ. 20,12. Δευτ. 5,16), ὅταν σαρκώθηκε ἀπὸ τὰ ἁγνὰ αἵματα τῆς Ἀειπαρθένου καὶ ἔζησε ὡς ἄνθρωπος πάνω στὴ γῆ, κατ᾽ ἐπανάλη­ψιν συνέστησε τὸ χρέος τῆς ὑπακοῆς καὶ τιμῆς στοὺς γονεῖς.

Ὁ ἴδιος, ἐνῷ ἦταν κρεμασμένος ἐ­πάνω στὸ ξύλο τῆς ὀδύνης, φρόντισε γιὰ τὴν ἁ­γία Μητέρα του καὶ τὴν ἐμπιστεύθηκε στὴν ἀγάπη τοῦ μαθητοῦ του Ἰωάν­νου. Δὲν μπορεῖ κανεὶς λοι­πὸν ν᾽ ἀμ­φισβητήσῃ τὴ μέριμνα τοῦ Κυρίου γι᾽ αὐ­τοὺς ποὺ μᾶς γέννησαν. Ἑπομένως ἡ ἀπαγόρευσι στὸν μαθητή, νὰ μὴν πάῃ νὰ ἐν­ταφιάσῃ τὸ σκήνωμα τοῦ νεκροῦ πατέρα, σὲ κάτι ἄλλο σημαντι­κὸ ἀπέβλεπε.

Πρῶτον δηλαδή, ὡς Θε­ὸς ποὺ ἦ­ταν, ἐ­γνώριζε ὅτι ὁ ἀρχάριος αὐτὸς μαθητής, ποὺ τὸ φρόνημά του δὲν εἶχε σταθεροποιηθῆ, πη­γαίνον­τας στὸ πατρικὸ σπίτι κινδύνευε ἐκεῖ ἀπὸ τὸν συν­­αισθηματικό του κόσμο, κινδύνευε ἀπὸ τὰ δάκρυα καὶ τὶς παρα­κλήσεις τῶν συγγενῶν του νὰ νικηθῇ, ν᾽ ἀλλάξῃ ἀ­πόφασι καὶ νὰ παραμείνῃ στὸ χωριό του ἐγκαταλείπον­τας τὸν Ἰησοῦ. Καὶ ὑπάρχει πιὸ μεγάλη συμφορὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐγκατάλειψι; Φρον­τίζοντας λοιπὸν γιὰ τὸ αἰώνιο συμφέρον τοῦ μαθη­τοῦ, ὅ­πως εἶ­νε τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς, δὲν τὸν ἄ­φησε νὰ πάῃ. –Κι ὁ νεκρός, θὰ πῆτε, τί θ᾽ ἀπογί­νῃ;… Μὴν ἀνησυχεῖ­τε· γιὰ τὴν ταφή του θὰ μερι­μνήσουν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι, μολον­ότι εἶνε ζωντανοὶ σωματικά, ἐν τούτοις ἀπὸ τὴν πνευ­ματικὴ πλευ­ρὰ εἶνε νεκροί, νεκροὶ ἄταφοι· καὶ εἶνε νεκροί, γιατὶ μέσα τους ἡ ἀγάπη στὸ Θεὸ ἔχει νεκρωθῆ.
Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλος λόγος ποὺ ἀπαγορεύ­θηκε στὸ μαθητὴ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ τελευταῖο χρέ­ος στὸν πεθαμένο πατέρα. Καὶ ὁ λόγος αὐτός, κα­τὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο καὶ ἄλλους πατέρες, εἶνε, ὅτι μὲ τὴν ἀπαγόρευσι αὐτὴ ἤθελε ζωηρὰ νὰ διδά­ξῃ ὅλους, ὅτι «οὐδὲν τῶν οὐρανίων πρα­γμάτων ὑ­πάρχει ἀναγκαιό­τερον», ὅτι πρέπει μὲ κάθε προθυ­μία νὰ σπεύδουμε γιὰ νὰ κατακτήσου­με τὰ αἰώνια πράγματα, κι ὅτι ποτέ οὔτε στὸ ἐλάχιστο δὲν πρέ­πει ν᾽ ἀναβάλλουμε τὴν ἐκ­τέλεσι τῶν καθηκόντων ποὺ ἐπιβάλλει ἡ ἀγάπη καὶ ὑ­πακοὴ πρὸς τὸν Θεό, ὅ­ποια κι εἶνε ἐκεῖνα ποὺ θέλουν νὰ μᾶς ἑλκύσουν καὶ νὰ μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπὸ Ἐ­κεῖνον. Πόσος χρό­νος ἀπαιτεῖτο γιὰ νὰ θά­ψῃ τὸ νεκρό; Ἐλάχιστος. Μιὰ μέρα ἦταν ἀρκετή. Καὶ ὅμως οὔ­τε μιᾶς μέρας ἀ­ναβολὴ δὲν ἐπέτρεψε ὁ Κύριος! Ἀλ­λοίμονο, φω­νάζει ὁ ἱερὸς πατήρ, τί τιμωρία ἀξίζει σ᾽ ἐμᾶς πού, ὄχι γιὰ πρᾶγμα ἀναγ­καῖο καὶ ἐπεῖγον, ὅπως ἡ ταφὴ νεκροῦ, ἀλλὰ γιὰ τὰ πιὸ εὐτελῆ πράγματα διαρκῶς ἀναβάλλου­με νὰ ἐκπληρώσουμε τὰ ἱερὰ χρέη μας πρὸς τὸν Θεό;… (βλ. Εἰς Ματθ.. ὁμ. ΚΖ΄ γ΄·
P.G. 57,3489-21. Ε.Π.Ε. 10,232,6-17).
Καὶ ἐκεῖνος μὲν ὁ ἀρχάριος μαθητής, ὅταν ἐ­πρόβαλε ὡς λόγο τὴν ἀνάγκη νὰ θάψῃ τὸ νεκρὸ πατέρα, ζήτησε ἀπὸ τὸν Κύριο ποὺ τὸν καλοῦσε μιὰ μικρὴ ἀ­ναβολή, αὐτοὶ ὅμως οἱ τέσσερις μαθη­ταί, μολονότι θὰ μποροῦσαν κι αὐτοὶ γιὰ διαφόρους ἀτομικοὺς καὶ οἰ­κογενειακοὺς λόγους νὰ ζητήσουν κάποια ἀναβολή, ἐν τούτοις καμμιά ἀ­ναβολὴ δὲν ζήτησαν, ἀλλὰ ὅπως λέει τὸ ἱερὸ κείμενο τοῦ Εὐαγγελίου «εὐθέως ἀφέν­τες ἅπαντα ἠ­κολούθησαν αὐτῷ»(Ματθ.. 4,20,22).

* * *

«Εὐθέως»! Αὐτὸ τὸ «εὐθέως», ποὺ ὄχι ἄσκοπα ἔχει γραφῆ μέσα στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, θὰ γίνῃ ἡ κα­ταδίκη ὅλων ἐκείνων ποὺ μὲ διάφορες προφάσεις δι­αρκῶς ἀναβάλλουν τὴν ἐκτέλεσι τῶν ἱερῶν καθη­κόν­των τους. Ἡ ἀναβολὴ δυστυχῶς εἶνε συνηθισμένο φαι­­νόμενο στὴν θρησκευτικὴ ζωὴ τῶν ἀν­θρώπων. Παρατηρῆστε· ἐνῷ γιὰ ἔργα κοσμικά, ποὺ ἀποβλέπουν στὴ βελτίωσι τῆς οἰκονομικῆς κα­ταστάσεως ἢ στὴν ἀποτροπὴ κινδύνων ποὺ ἀπειλοῦν τὴ σωματικὴ ὕπαρξι καὶ ζωή, οἱ ἄνθρωποι δεί­χνουν τόση σπουδὴ καὶ δραστηριότητα, θαύματα κάνουν σὲ κάθε τομέα τῆς κοσμι­κῆς ζωῆς, γιὰ ἔργα ποὺ ἀποβλέπουν στὴ βελτίωσι τῆς ἀνωτέρας, τῆς ψυχικῆς καὶ πνευματικῆς ὑπάρξεως ἢ στὴν ἀποτροπὴ ἀμέσων κινδύνων ποὺ ἀπειλοῦν μὲ αἰώνιο θάνατο τὶς ψυχές τους, ὤ πόση ἀδράνεια χαρακτηρίζει τοὺς πολλούς! Εἶνε σὰν τὰ βόδια ποὺ κοι­μῶνται στὸ στάβλο καὶ χρειάζεται βού­κεν­τρο γιὰ νὰ ξυπνήσουν καὶ νὰ δουλέψουν. Εἶ­νε χειρότεροι ἀπ᾽ αὐτά. Δὲν ἐννοοῦν ν᾽ ἀφήσουν τὴν ἀδράνειά τους, δὲν ἐννοοῦν νὰ κουνηθοῦν, ἔστω καὶ ἂν μεταχειριστῇ κανεὶς ὅλα τὰ βούκεν­τρα. Στοὺς ἐλέγχους καὶ τὶς ἔν­τονες διαμαρτυρί­ες τῶν κηρύκων τοῦ θείου λόγου θ᾽ ἀπαντήσουν· Καλὰ εἶν᾽ αὐτὰ ποὺ λέτε, ἀλλὰ ξέρετε τώρα δὲν εὐκαιροῦμε· ἀργότερα! Καὶ μὲ τὸ «ἀργότερα» κάνει τὴν ἐμφάνισί του ὁ δαίμονας τῆς ἀ­να­βολῆς, δαίμονας ποὺ κάνει θραῦσι μεταξὺ τῶν χριστιανῶν τοῦ αἰῶνος μας, ποὺ εἶνε ἐπιμελεῖς μὲν καὶ δραστήριοι γύρω ἀπὸ τὰ ὑλικά, ἀμελεῖς ὅ­μως καὶ ῥάθυμοι γύρω ἀπὸ τὰ πνευματικά.
Ὄχι τώρα, ἀλλὰ ἄλλοτε. • Τώρα, λέει ὁ ἕνας, νέ­ος αὐτός, δίνω ἐξετάσεις καὶ τίποτε ἄλλο δὲν πρέ­πει ν᾽ ἀπασχολῇ τὸν ἐγκέφαλό μου· ἀργότερα, ὅ­ταν δώσω ἐξετάσεις καὶ πάρω τὸ πτυχίο μου, τότε θὰ μοῦ δοθῇ εὐκαιρία νὰ σκεφτῶ γι᾽ αὐτὰ ποὺ μοῦ λέτε. • Τώρα, λέει ὁ δεύτερος, νέος κι αὐτός, ὑπη­ρετῶ στὸ στρατό, ἐκ­πληρώνω τὴ στρατιωτική μου θητεία· ἀργότερα, ὅ­ταν ἀπολυθῶ, θὰ φροντίσω γιὰ τὰ πνευματικὰ ζητήμα­τα… • Τώρα, λέει ὁ τρίτος, ἔμπορος αὐτός, δὲν εὐ­καιρῶ· ὅταν ἀργότερα κατορθώσω νὰ ἐξοφλήσω τὰ γραμμάτια ποὺ μὲ πνίγουν καὶ δὲν μ᾽ ἀφήνουν ν᾽ ἀναπνεύσω, θὰ δο­θῇ καὶ σ᾽ ἐμένα καιρὸς γιὰ τέτοια ζητή­ματα. • Τώρα, λέει ὁ τέταρτος, ὑπάλληλος αὐτός, δὲν εὐκαιρῶ· ὁ νοῦς μου εἶνε κατάφορτος ἀπὸ μέριμνες τῆς ὑ­πηρεσίας καὶ μὲ βαρύνουν εὐθῦνες· ὕστερα ἀπὸ λίγο, λόγῳ ὁρίου ἡλικίας, θὰ βγῶ ἀπὸ τὴν ὑπηρε­σία, θὰ γίνω συνταξιοῦχος, καὶ τότε θὰ ἔχω ὅλο τὸν καιρὸ διαθέσιμο νὰ σκεφτῶ γιὰ ὅσα τώρα λέτε…
Βλέπετε; Ὁ καθένας ἀπ᾽ αὐτοὺς ἀναβάλλει, μεταφέ­ρει στὸ μέλλον τὴ φροντίδα γιὰ τὰ πνευματικὰ καὶ αἰώνια. Ἡ εἰκόνα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν βρίσκεται στὴν ἁγία Γραφή, στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, κεφά­λαιο 24. Ἐκεῖ βλέπουμε ὅτι ὁ ἡγεμό­νας τῆς Καισαρείας, ποὺ λεγόταν Φῆλιξ, ἀξιώθηκε ν᾽ ἀ­κού­σῃ τὸν κορυφαῖο ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν, τὸν ἀπόστο­λο Παῦλο, ὁ ὁ­ποῖος ἀπολογεῖτο γιὰ τὶς ἐ­ναντίον του κατηγορίες τῶν Ἰουδαίων καὶ ἔδινε σα­φεῖς ἐξηγήσεις γιὰ τὴν «ὁδόν»­, τὴν χριστιανικὴ ζωὴ δηλαδἠ, τῆς ὁποίας ἀρ­χηγὸς διὰ τοῦ τιμίου του αἵ­ματος καὶ τῆς ἐνδόξου ἀ­ναστάσεώς του ἀναδείχθηκε ὁ Ἰησοῦς. Ὁ Φῆλιξ θὰ ἔ­πρεπε νὰ πιστέψῃ, νὰ πεισθῇ, γιὰ τοὺς ἰσχυροὺς λόγους ποὺ ἀνέφερε ὁ Παῦλος. Ἀλλὰ δίστασε. Δὲν ἔ­βγαλε τὴν ἡμέρα ἐ­κείνη ἀπόφασι. Ἀνέβαλε. Μοῦ φαίνεται σὰν νὰ τὸν βλέπω νὰ στρέφεται στὸν Παῦλο καὶ νὰ λέῃ· Πήγαινε τώρα, ἀργότερα θὰ σὲ καλέσω μὲ τοὺς κατηγόρους σου καὶ θὰ ἐκδώσω τὴν ἀπόφασί μου.

* * *

Μήπως κ᾽ ἐσύ, ἀγαπητέ μου, βρίσκεσαι στὴν κα­τάστασι τοῦ Φήλικος; Μήπως κ᾽ ἐσὺ ὄχι μία φορὰ ὅπως ὁ ἡγεμόνας τῆς Καισαρείας, ἀλλὰ ἐπὶ χρόνια πολλά, ἀπὸ τὴν παιδική σου ἡλικία μέχρι σήμε­ρα, ἀκοῦς τὸ λό­­γο τοῦ Θεοῦ; Γιατί ἀναβάλλεις τὴν ἀπόφασί σου; Μήπως σὲ ἐπηρεάζει ὁ κόσμος; Μή­πως κάθεσαι κι ἀ­κοῦς τοὺς ἐχθροὺς τῆς πίστεως, ποὺ δὲν παύουν νὰ κατηγοροῦν τὴ χριστιανικὴ πίστι καὶ ζωή; Ὦ ἀδελφέ, μὲ τὰ λόγια τοῦτα, σὰν ἕ­νας ἐλάχιστος κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, παρουσιάζομαι μπροστά σου καὶ σὲ προτρέ­πω νὰ διώξῃς μακριὰ τὸ δαίμονα τῆς ἀναβολῆς, νὰ κλείσῃς τ᾽ αὐτιά σου σ᾽ αὐτοὺς ποὺ κατηγοροῦν τὴν πίστι, καὶ νὰ πάρῃς τώρα, σήμερα, τὴ σπουδαι­ότερη, τὴν ἡρωικώτερη ἀπόφασι τῆς ζω­ῆς σου. Νὰ κλάψῃς τὴ μέχρι τώρα ἀναβλητικότητά σου, νὰ γονατίσῃς νοερὰ ἐμπρὸς στὰ ματωμένα πόδια τοῦ ἐσταυρωμένου Λυτρωτοῦ καὶ νὰ πῇς· Λυτρω­τά μου, ἀκούω τὴ φωνή σου καὶ σ᾽ ἀκολουθῶ!
Ὅλοι, ἀγαπητοί μου, νὰ φοβηθοῦμε τὸ δαίμονα τῆς ἀναβολῆς. Αὐτὸς εἶνε ἐκεῖνος ποὺ σὲ κάθε ὡραία ἀπόφασί μας γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴ βοήθεια τοῦ πλησίον, ἔρχεται καὶ μᾶς ψιθυρίζει· Αὔριο. Ὤ τὸν παμπόνηρο! μᾶς ὑπόσχεται τὸ ἀβέβαιο αὔριο, καὶ μᾶς ἁρπάζει τὸ παρόν, ποὺ καὶ κάθε λεπτὸ τῆς ὥρας ἔχει ἀνυπολόγιστη ἀξία γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας.
Μὴν πέσουμε στὴν παγίδα αὐτὴ τοῦ διαβόλου. Μὴ λησμονοῦμε ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ἕνας σοφός, ὅ­τι· Ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν κόλασι εἶ­νε στρω­μένος μὲ τὰ πολυάριθμα «θά», μὲ ὡ­ραῖες ὑποσχέ­σεις, ὑ­ποσχέσεις ποὺ ποτέ δὲν πρα­γμα­τοποιήθηκαν.
Σύνθημα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καὶ δραστηριότητος νὰ εἶνε τὸ «εὐθέως».

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: