Ἦταν βράδυ, περασμένη ὥρα. Ὁ νεωκόρος τῆς
Νερατζιώτισσας ἦταν ἕτοιμος νὰ κλειδώσει τὴν ἐκκλησία, σὰν εἶδε κάτι ποὺ τοῦ
τράβηξε τὴν προσοχή. Λίγα μέτρα πιὸ κεῖ μιὰ σκιὰ κινοῦνταν ἀργὰ πάνω στὶς γραμμὲς
τοῦ τρένου. «Ἕνας ἄνθρωπος!» φώναξε τρομαγμένος κι ἔτρεξε εὐθὺς πρὸς τὸ μέρος
του.
«Εἶσαι καλά;» τὸν ρώτησε μὲ ἐνδιαφέρον. Ἕνα
παλληκάρι ἴσαμε τριάντα χρονῶν γύρισε ἀργὰ τὸ πρόσωπο πρὸς τὸ μέρος του. Τὸν
κοίταξε μ’ ἕνα βλέμμα ἀπόγνωσης καὶ δὲν μίλησε. «Παναγιά μου, σῶσε!» ψιθύρισε ἔντρομος,
καθὼς ἀντιλήφθηκε πὼς τὸ νέο παιδὶ δὲν ἦταν καλὰ καὶ πώς –ἀλίμονο– ἂν περάσει
τρένο, τὰ πράγματα θὰ γίνουν τραγικά.
«Παπούλη, παπούλη» φώναξε κι ἔσπρωξε τὴν πόρτα τοῦ
κελλιοῦ τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου, δίχως νὰ περιμένει νὰ πάρει ἀπόκριση. «Ἕνα
παλληκάρι εἶναι στὶς γραμμὲς τοῦ τρένου. Δὲν εἶναι καλά!»
«Φέρε τον γρήγορα ἐδῶ!» τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος.
Ἔτρεξε ὁ νεωκόρος μουρμουρίζοντας: «Συγχώρεσέ με…
Μοῦ εἶπες νὰ σὲ εἰδοποιῶ ἂν κάποιος ἔχει ἀνάγκη, ἀκόμα κι ἂν εἶναι μεσάνυχτα…»
Σὲ λίγο μπῆκε στὸ κελλί του ὁ νεαρός. Ὁ Ἅγιος χωρὶς
νὰ τοῦ μιλήσει, τὸν ἔσφιξε μέσα στὴν ἀγκαλιά του κι ὕστερα τοῦ χάιδεψε τὸ
κεφάλι. Σήκωσε τὰ μάτια τὸ παλληκάρι καὶ τὸν κοίταξε. Μ’ ἕνα βλέμμα ἀπελπισίας
καὶ συνάμα σὰν νὰ τοῦ γύρευε βοήθεια.
«Τὴν ἀγαπῶ. Θέλω νὰ τὴν κάνω γυναίκα μου. Δὲν τήνε
θέλει, ὅμως, ἡ μάνα μου.
“Δὲν εἶναι γιὰ σένα” μοῦ λέει.
“Ἂν δὲν τὴν πάρω, θὰ αὐτοκτονήσω” τῆς εἶπα.
“Καλύτερα ν’ αὐτοκτονήσεις, παρὰ νὰ τὴν πάρεις” μοῦ
ἀπάντησε ψυχρά.
Δὲν μοῦ μένει ἄλλη λύση…» εἶπε ξέπνοα.
Ἔμεινε ἀμίλητος καὶ σκεφτικὸς ὁ Ἅγιος γιὰ κάμποσα
δευτερόλεπτα. Ἐκεῖνος δὲν ἦταν ποὺ συμβούλευε τὰ νέα παιδιὰ νὰ μὴν προχωρᾶνε σὲ
γάμο δίχως τὴν εὐχὴ τῶν γονέων τους; «Ἄκου, παιδί μου!» εἶπε ἀποφασιστικά. «Ἡ
μητέρα σου δὲν ἔχει δίκιο. Δὲν θὰ τὴν ἀκούσεις, λοιπόν. Μὲ ἐντολή μου, μὲ ἐντολὴ
τοῦ Κυρίου μας δηλαδή, θὰ πᾶς τὸ συντομότερο νὰ βγάλεις τὴν ἄδεια γάμου, θὰ
πάρεις τὴν κοπέλα, τὰ στέφανα κι ἕνα κερὶ καὶ θὰ ἔλθετε ἐδῶ, στὴ Νερατζιώτισσα,
νὰ σᾶς στεφανώσω! Γρήγορα, ὅμως. Καὶ αὔριο ἂν γίνεται».
Ἔπεσε τὸ παλληκάρι στὰ γόνατα, πῆρε στὰ δυό του
χέρια τὰ χέρια τοῦ Γέροντα καὶ τὰ φιλοῦσε. Ὕστερα βιάστηκε νὰ φύγει. Εἶχε τόσα
νὰ κάνει! Καὶ πρῶτα-πρῶτα νὰ πεῖ τὰ νέα στὴν καλή του!
***
Απόσπασμα από το βιβλίο «Γεροντικό
Σύγχρονων Αγίων» των εκδόσεων Έαρ, με 250
περιστατικά από τους βίους και τις διδαχές των:
Αγίου Αθανασίου Χαμακιώτη | Αγίου Αμφιλοχίου της
Πάτμου | Αγίου Ανθίμου της
Χίου Αγίου Βησσαρίωνος του Αγαθωνίτη | Αγίας Γαβριηλίας της
ιεραποστόλου | Αγίου Γερασίμου του
υμνογράφου | Αγίου Γερβασίου των
Πατρών | Αγίου Γεωργίου της
Δράμας | Αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη | Αγίου Ευμενίου Σαριδάκη | Αγίου Εφραίμ του
Κατουνακιώτη | Αγίου Ιακώβου της
Εύβοιας | Αγίου Ιερωνύμου Σιμωνοπετρίτη | Αγίου Ιωσήφ του Ησυχαστή | Αγίου Καλλινίκου επισκόπου
Εδέσσης | Αγίου Νικηφόρου του
λεπρού | Αγίου Παϊσίου του
Αγιορείτη | Αγίου Πορφυρίου του
Καυσοκαλυβίτη | Αγίας Σοφίας της
Κλεισούρας | Αγίου Σωφρονίου του
Έσσεξ | Αγίου Τύχωνος του
Αγιορείτη | Αγίου Φιλουμένου του
Αγιοταφίτη | Αγίου Χρυσοστόμου του
ιεραποστόλου.
Αναζητείστε το www.ear-books.com και σε όλα τα χριστιανικά βιβλιοπωλεία.


6 σχόλια:
Καλά ως εδώ με την συμβουλή. Σήμερα είναι μαζί;
Μμ τουλάχιστον δεν έπεσε στις γραμμές... τώρα του ότι πήγε τρέχοντας για "κρεμάλα" άλλο αυτό 3:38...αν "επιβίωσε"...
Σωστή ερώτηση, αλλά η πρωτογενής πηγή και συνακόλουθα το βιβλίο, μας αφήνουν στο cliffhanger!
Το σίγουρο είναι ότι ο Άγιος δεν κάθισε να του κάνει κήρυγμα.
Τον πήρε αγκαλιά, του άλλαξε τα πλάνα για τις ράγες του τρένου και τους πάντρεψε με συνοπτικές διαδικασίες.
Ανεξάρτητα από το πού βρίσκονται σήμερα (αν ζουν…), εκείνη τη νύχτα κέρδισαν τη ζωή και την αγάπη!
Ή αν στην μετέπειτα πορεία της ζωής του είπε "καλύτερα να έπεφτα στις ράγες"..
Το περιστατικό είναι εντυπωσιακό, αλλά χρειάζεται μεγάλη προσοχή στον τρόπο που διαβάζεται.
Το πρώτο ερώτημα είναι αν και πώς ένας άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει το συγκεκριμένο θέλημα του Θεού για τη ζωή κάποιου άλλου. Η ιερωσύνη από μόνη της δεν εξασφαλίζει αυτόματη γνώση του θείου θελήματος. Ο ιερέας είναι διάκονος του Θεού και τηρητής των εντολών Του, όχι κάποιος που στέκεται πάνω από αυτές.
Υπάρχει όμως και δεύτερο ερώτημα: ακόμη κι αν κάποιος γνωρίσει πράγματι το θέλημα του Θεού, γνωρίζει αυτομάτως και πότε ή πώς πρέπει να το αποκαλύψει; Ο ίδιος ο Χριστός δείχνει ότι η αποκάλυψη έχει τον καιρό της. Στον εκ γενετής τυφλό ενεργεί χωρίς εκείνος να Του ζητήσει τίποτε, αλλά δεν του αποκαλύπτει αμέσως ποιος είναι. Αργότερα τον ξαναβρίσκει και τότε του φανερώνεται. Και στους μαθητές λέει: «Ἔτι πολλὰ ἔχω ὑμῖν λέγειν, ἀλλ᾽ οὐ δύνασθε βαστάζειν ἄρτι». Άρα δεν αρκεί η γνώση μιας αλήθειας. Χρειάζεται διάκριση και για το αν, πότε και με ποιον τρόπο πρέπει να ειπωθεί. Γι’ αυτό η φράση «δική μου εντολή, δηλαδή του Κυρίου» είναι εξαιρετικά λεπτή. Μια προσωπική ποιμαντική κρίση παρουσιάζεται πλέον όχι ως συμβουλή, αλλά ως αποκάλυψη του ίδιου του θείου θελήματος.
Οι άγιοι όμως κινούνται σε πνευματικά ύψη που δεν είναι αυτονόητα προσβάσιμα σε όλους. Στη «στρατόσφαιρα» της αγιότητας δεν μπορεί να εισέρχεται κανείς χωρίς τον αναγκαίο πνευματικό εξοπλισμό, παίρνοντας τις εξαιρετικές πράξεις των αγίων ως εύκολες συνταγές για τη δική του ζωή ή για τη ζωή των άλλων. Γιατί τότε, αντί να ωφεληθεί από το παράδειγμά τους, κινδυνεύει να ζημιωθεί πνευματικά.
Από την παραπάνω διήγηση ο αναγνώστης μπορεί εύκολα να πάρει το μήνυμα:
ιερωσύνη -- γνώση του θείου θελήματος -- δικαίωμα να το ανακοινώνει -- υποχρέωση του άλλου να υπακούσει.
Όμως τίποτε από αυτά δεν γίνεται αυτόματα. Ο ιερέας είναι και ο ίδιος τηρητής των εντολών. Δεν βρίσκεται πάνω από αυτές και δεν μπορεί να τις παραμερίζει επειδή θεωρεί ότι έχει ιδιαίτερη διάκριση. Ακόμη και το «τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα» ο ίδιος ο Χριστός το θυμίζει στον πλούσιο νεανίσκο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ένας ενήλικος είναι υποχρεωμένος να υπακούει στους γονείς του για το ποιον θα παντρευτεί. Δείχνει όμως πόσο σοβαρά αντιμετωπίζει το Ευαγγέλιο τις εντολές και πόση προσοχή χρειάζεται πριν κάποιος παρουσιάσει μια προσωπική του απόφαση σαν να είναι εντολή του Θεού.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη βαθύτερο. Η αληθινή γνώση του θείου θελήματος δεν θα έπρεπε να γεννά αίσθημα ανωτερότητας και αυθεντίας, αλλά δέος και συντριβή. Στην καιομένη βάτο ο Θεός λέει στον Μωυσή: «λῦσαι τὸ ὑπόδημα ἐκ τῶν ποδῶν σου». Ο άνθρωπος που πλησιάζει το θείο δεν στέκεται σαν να το κατέχει. Στέκεται με φόβο και ταπείνωση. Όσο περισσότερο λοιπόν κάποιος ισχυρίζεται ότι γνωρίζει το θέλημα του Θεού, τόσο πιο προσεκτικός θα έπρεπε να είναι μήπως μπερδέψει τη δική του θέληση με τη θέληση του Θεού. Γι’ αυτό η φράση «δική μου εντολή, δηλαδή του Κυρίου» θέλει μεγάλη προσοχή. Δεν μπορούμε από μια διήγηση να κρίνουμε το χάρισμα ή την εσωτερική κατάσταση ενός αγίου. Μπορούμε όμως να δούμε το μήνυμα που μπορεί να πάρει ο αναγνώστης: ότι όταν μιλήσει ο πνευματικός, «σιγησάτω πᾶσα σάρξ».
Και τότε η «διάκριση» μπορεί εύκολα να γίνει δικαιολογία για κάθε αυθαιρεσία: ο πνευματικός ξέρει, ο πνευματικός βλέπει, ο πνευματικός έχει πληροφορία. Αν όμως κάθε αντίρρηση κόβεται έτσι, τότε στην πράξη δεν μένει κανένα κριτήριο ελέγχου. Η αληθινή γνώση του θείου θελήματος δεν μεγαλώνει το «εγώ» του πνευματικού. Το μικραίνει. Δεν τον κάνει κύριο της συνείδησης του άλλου ούτε τον βάζει πάνω από τις εντολές. Τον κάνει πιο υπεύθυνο, πιο ταπεινό και πιο φοβισμένο μήπως παρουσιάσει σαν θέλημα Θεού κάτι που τελικά είναι δικό του.
Δημοσίευση σχολίου