Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

“ὅστις θέλει...” - γ. χ. γ.

στις θλει...”
Εξόδου το ανάγνωσμα
(Μάρκ. η΄34 – θ΄ 1)
 
γ. χ.  γ.
 
               Μέσα στη διακριτική συστολή του ευαγγελικού λόγου, ο Χριστός απευθύνει μια πρόσκληση που ξεχωρίζει για τον απόλυτο σεβασμό της: «στις θλει πσω μου κολουθεν». Δεν εξαναγκάζει, δεν απειλεί, δεν επιστρατεύει νόμους ή συναισθηματικούς εκβιασμούς. Στέκεται ενώπιον του ανθρώπου και του προτείνει μια ελεύθερη συμπόρευση.

               Όμως, ο δρόμος στον οποίο καλεί δεν είναι μια απλή ηθική βελτίωση, ούτε μια επιφανειακή συμμόρφωση σε κανόνες. Είναι ένας δρόμος ριζικής αναθεώρησης: η έξοδος από την αμείλικτη αναγκαιότητα της φύσης μας. Η μετάβαση από τους νόμους της επιβίωσης στην ελευθερία της αγάπης.

               Πριν ζητήσει από εμάς να βαδίσουμε αυτό το μονοπάτι, ο ίδιος ο Χριστός το χάραξε πρώτος. Η παρουσία Του στην ιστορία είναι μια διπλή, συγκλονιστική έξοδος. Μια έξοδος, πρώτα, από τη θεότητα. Όχι βέβαια ως αποχώρηση από το θείο Είναι, αλλά ως έξοδος από την απρόσιτη αυτάρκεια της θείας δόξας προς την κένωση της αγάπης. Ο Άκτιστος κενώνει τον εαυτό Του. Απογυμνώνεται από τα προνόμια της θεϊκής Του δόξας και προσλαμβάνει την εύθραυστη μορφή δούλου — την κτιστή ανθρώπινη φύση.

               Και ύστερα, μια έξοδος από την ανθρωπότητα όπως την γνωρίζουμε. Πάνω στον Σταυρό, ο Χριστός δεν υποτάσσεται στον ισχυρότερο νόμο της ανθρώπινης ύπαρξης: στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης και στον φόβο του θανάτου. Προσφέρει τη ζωή Του εκούσια. Αποκαλύπτει έτσι ότι η αληθινή αγάπη δεν καθορίζεται από τους καταναγκασμούς της επιβίωσης.

               Ο Χριστός δεν μας ζητά να κάνουμε κάτι που δεν έπραξε ο ίδιος. Η δική Του έξοδος γίνεται το πρωτότυπο της δικής μας ελευθερίας. Γι' αυτό και όταν στρέφεται σε εμάς, χρησιμοποιεί δύο ρήματα αυστηρά, σχεδόν αμείλικτα για τον φυσικό μας λογισμό: «παρνησάσθω» και «πολέσει».

               Τι σημαίνει άραγε «αρνούμαι τον εαυτό μου»; Στη βιολογική μας κατασκευή, ο άνθρωπος έχει μέσα του τη δύναμη της αυτοσυντήρησης: να αμύνεται, να διεκδικεί, να οχυρώνεται, να καταναλώνει. Το ένστικτο της επιβίωσης μας μαθαίνει να βλέπουμε τον άλλον είτε ως απειλή είτε ως εργαλείο. Η «απάρνηση», λοιπόν, δεν είναι η καταστροφή της προσωπικότητάς μας. Είναι η κατεδάφιση αυτού του ατομικού οχυρού. Είναι η απόφαση να μην είμαστε πλέον δούλοι της βιολογικής μας αυτοπροστασίας.

               Όταν ο Χριστός καλεί τον άνθρωπο, στην πραγματικότητα τον καλεί να έρθει και να πεθάνει. Όχι με έναν βιολογικό εκμηδενισμό, αλλά με έναν θάνατο ως προς την περιχαρακωμένη ατομικότητα. «Όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του, θα τη χάσει». Στη λογική της φύσης, ό,τι χάνεται εξαφανίζεται. Στη λογική της αγάπης, όμως, ό,τι κρατάμε απεγνωσμένα για τον εαυτό μας σαπίζει. Ενώ ό,τι προσφέρεται και «χάνεται» χάριν του Άλλου, μεταμορφώνεται σε αιώνια ελευθερία.

               Αυτή η θεολογική αλήθεια δεν δοκιμάζεται σε αφηρημένες έννοιες, αλλά στο καζάνι των καθημερινών μας σχέσεων. Όσο κινούμαστε μέσα στη φυσική αναγκαιότητα, οι σχέσεις μας σφραγίζονται από την κτητικότητα. Αγαπάμε για να νιώθουμε ασφαλείς, απαιτώντας από τον άλλον να γίνει προέκταση των δικών μας αναγκών. Η έξοδος από την αναγκαιότητα σημαίνει πως αφήνω τον άλλον να είναι αληθινά «Άλλος» — ελεύθερος, ξεχωριστός, χωρίς να τον εκβιάζω για να ικανοποιήσει τα δικά μου κενά.
 
               Ίσως η αγάπη αρχίζει ακριβώς εκεί: όταν ο άλλος παύει να είναι προέκταση των αναγκών μου και γίνεται πρόσωπο. Όταν μπορώ να τον αφήσω ελεύθερο χωρίς να αισθάνομαι ότι χάνω κάτι από τον εαυτό μου.
 
               Παράλληλα, όταν πληγωνόμαστε, η φύση μας επιβάλλει την ανταπόδοση, την εκδίκηση ή την ψυχρή απόσυρση. Το να συγχωρείς είναι ένα θαύμα έξω από τη νομοτέλεια της ανταπόδοσης. Σημαίνει ότι δέχεσαι μια εκούσια «απώλεια». Παραιτείσαι από την ανάγκη να επιστρέψεις το κακό με το ίδιο μέτρο, προκειμένου να μην σπάσει οριστικά η γέφυρα της επικοινωνίας. Δεν σημαίνει ότι ονομάζεις το κακό καλό. Δεν σημαίνει ότι παραιτείσαι από την αλήθεια ή τη δικαιοσύνη. Σημαίνει ότι αρνείσαι να αφήσεις το κακό να γίνει ο τελικός νόμος της σχέσης.
              
               Σημαίνει πως επιλέγεις να μείνεις ευάλωτος, ρισκάροντας να πληγωθείς ξανά, γιατί γνωρίζεις βαθιά πως μια καρδιά που θωρακίζεται για να μην πονέσει, κινδυνεύει να ξεχάσει και πώς αγαπά.
 
               Ζούμε όλοι κάτω από το βάρος μιας εσωτερικής βαρύτητας. Μιας έλξης προς τα κάτω, που τροφοδοτείται από τον εγωισμό, τον φόβο και τα ένστικτά μας. Αν αφεθεί μόνη της, αυτή η βαρύτητα παρασύρει τα πάντα στην απομόνωση και τη φθορά.
 
               Ο Σταυρός του Χριστού ορθώνεται στην ιστορία ως το σημείο όπου αυτή η βαρύτητα συναντά την απόλυτη Χάρη. Ανθρώπινα, ο Σταυρός μοιάζει με τη μεγαλύτερη συντριβή. Κι όμως, επειδή προσφέρθηκε με εκούσια αγάπη, μεταμορφώθηκε: από όργανο της φυσικής αναγκαιότητας έγινε το εργαλείο που τη σπάει οριστικά.
 
               Υψωμένος πάνω στον Σταυρό, ο Χριστός ανατρέπει τους νόμους της βαρύτητας. Φανερώνει ότι η αληθινή ζωή δεν κερδίζεται όταν καταναλώνουμε τον κόσμο για να θρέψουμε το Εγώ μας, αλλά όταν το Εγώ μας υποχωρεί. Όταν ζούμε μια εκούσια «απο-δημιουργία» — όχι του προσώπου ούτε της κτιστής μας φύσης, αλλά του ατομικού μας οχυρού (λέγε με “προφίλ”) — ώστε να καθαρίσει ο χώρος της ύπαρξης. Τότε, και μόνο τότε, γεννιέται ο απαραίτητος χώρος για να αναπνεύσει ο άλλος άνθρωπος, για να χωρέσει ολόκληρος ο κόσμος μέσα στην καρδιά μας.
 
               Αυτή ακριβώς είναι η Βασιλεία του Θεού που έρχεται «ν δυνάμει». Όχι με τη βία της κοσμικής ισχύος, αλλά με την ακατανίκητη δύναμη της παραίτησης.
 
               Και ίσως εδώ βρίσκεται το παράδοξο του Ευαγγελίου. Ο κόσμος μάς μαθαίνει να κρατιόμαστε για να επιβιώσουμε. Ο Χριστός μας δείχνει έναν δρόμο όπου μπορούμε να αφεθούμε για να ζήσουμε.
              
               Η πρόσκληση παραμένει ανοιχτή, ήσυχη και απαιτητική: «στις θλει...». Είναι η πρόσκληση να παραιτηθούμε από το βαρύ καθήκον της ατομικής επιβίωσης και να αφεθούμε στη λεπτή αύρα της ευάλωτης αγάπης.
 
γ. χ.  γ.
 

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Τυχεροί όσοι ακούν τα κηρύγματα του γχγ. Να τον έχει ο Θεός καλά και να τον φωτίζει.