Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Υλικές ανάγκες του ιεραποστολικού έργου της Εκκλησίας. - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Με αφορμή το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής των Αγίων Πατέρων της Τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου, ένα σύντομο σχόλιο που αφορά τις υλικές ανάγκες του ιεραποστολικού έργου της Εκκλησίας.

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Γράφει ο Απόστολος Παύλος στον μαθητή του και Επίσκοπο Κρήτης Τίτο:

«Όταν θα σου στείλω τον Αρτεμά ή τον Τυχικό, έλα το συντομότερο να με συναντήσεις στη Νικόπολη, γιατί εκεί αποφάσισα να περάσω τον χειμώνα. Τον Ζηνά τον νομικό και τον Απολλώ, να τους εφοδιάσεις πλουσιοπάροχα με ό,τι χρειάζονται για το ταξίδι τους, ώστε να μην τους λείψει τίποτα. Ας μαθαίνουν οι δικοί μας να πρωτοστατούν σε καλά έργα, για να αντιμετωπίζουν τις επείγουσες υλικές ανάγκες, ώστε η ζωή τους να μην είναι άκαρπη» (Τίτ. 3:12-14).

Ο Παύλος δεν μιλά αφηρημένα. Δεν κινείται σε έναν κόσμο ευσεβών συναισθημάτων και συνθημάτων. Δεν λέει απλώς: «ας βοηθήσει ο Θεός», ούτε αρκείται σε ευχές και καλές προθέσεις. Δίνει συγκεκριμένες οδηγίες. Ζητά να καλυφθούν οι πρακτικές ανάγκες των συνεργατών του στο έργο του Ευαγγελίου. Γιατί το έργο της Εκκλησίας δεν ζει από τον ενθουσιασμό μόνο, ούτε από τα ωραία λόγια. Χρειάζεται πρόσωπα, οργάνωση, υποδομή, επιμονή, θυσία — και βεβαίως, υλική στήριξη.

Αυτό σήμερα το ξεχνούμε συχνά. Όταν μιλάμε για ιεραποστολή, πολλοί φαντάζονται κάτι απλό και συγκινητικό: ένα παιδί που πίνει γάλα, ένα πηγάδι που ανοίγει, μια μικρή πράξη φιλανθρωπίας. Όλα αυτά είναι καλά και αναγκαία. Αλλά η ιεραποστολή δεν εξαντλείται εκεί. Ιεραποστολή σημαίνει να θεμελιώσεις Αγία Τράπεζα εκεί όπου δεν υπάρχει Εκκλησία. Να στηριχθεί η μαρτυρία της Ορθοδοξίας σε τόπους όπου δεν υπάρχουν ακόμη κοινότητες, ενορίες, μητροπόλεις με έσοδα, ούτε σταθερά υλικά μέσα.

Και εδώ αρχίζουν οι πραγματικές δυσκολίες. Πολλοί νομίζουν πως οι ιεραπόστολοι (ιδίως οι Επίσκοποι και οι άλλοι κληρικοί) έχουν, τάχα, κάποια κρυφή οικονομική άνεση. Ότι, επειδή φέρουν εκκλησιαστικό τίτλο, διαθέτουν και τα μέσα να καλύψουν μόνοι τους τα έξοδα διαβίωσης και του έργου τους. Η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική.

Όταν δεν υπάρχουν Ορθόδοξες κοινότητες, από πού θα βρεθούν πόροι; Πώς θα στηριχθεί ένας κληρικός που διακονεί σε χώρα όπου δεν υπάρχει Ορθόδοξη διασπορά; Πώς θα πληρωθούν τα λειτουργικά έξοδα; Πώς θα καρποφορήσει το ιεραποστολικό έργο χωρίς στοιχειώδη στήριξη; Πώς θα σταθεί μια Μητρόπολη που ουσιαστικά ξεκινά από το μηδέν;

Και όμως, ακόμη και σήμερα, πολλοί, κληρικοί, λαϊκοί και ιεραποστολικοί οργανισμοί, αντιμετωπίζουν τέτοιες ανάγκες με αδιαφορία ή με μια σχεδόν ειρωνική απόσταση. Όταν ζητηθεί βοήθεια, ακούγεται συχνά το γνωστό: «δεν μπορούμε», «ας βρουν μόνοι τους», «η Εκκλησία έχει», «ο κόσμος πεινάει, άρα να μην ζητάνε», «αν δεν έχετε, να τα κλείσετε». Προσποιούμαστε ότι δεν καταλαβαίνουμε πως αν θέλουμε το έργο της Εκκλησίας να προχωρήσει, κάποιος πρέπει να το στηρίξει στην πράξη. Ξεχνάμε ότι ο Απόστολος Παύλος δεν ντράπηκε να μιλήσει για υλικές ανάγκες. Δεν θεώρησε την οικονομική μέριμνα κάτι δεύτερο ή ντροπιαστικό. Την είδε ως μέρος της εκκλησιαστικής ευθύνης. Και μάλιστα συνδέει αυτή τη φροντίδα με την πνευματική ζωή: «Ας μαθαίνουν οι δικοί μας να πρωτοστατούν σε καλά έργα… ώστε η ζωή τους να μην είναι άκαρπη». Δηλαδή, η υλική υποστήριξη των ιεραποστόλων είναι καρπός πίστεως. Είναι απόδειξη ότι η Εκκλησία δεν ζει μόνο με λόγια, αλλά και με προσφορά.

Γι’ αυτό και η αδιαφορία απέναντι στην ιεραποστολή δεν είναι απλώς πρακτική αδυναμία. Είναι πνευματικό έλλειμμα. Όταν ζητάς να στηριχθεί ένας ιεραπόστολος, ένας κληρικός, μια πτωχή Μητρόπολη που παλεύει σε δύσκολες συνθήκες, δεν ζητάς πολυτέλειες. Ζητάς τα στοιχειώδη για να συνεχιστεί το έργο. Ζητάς να μην αποθαρρυνθεί ο άνθρωπος που άφησε τα πάντα για να υπηρετήσει το Ευαγγέλιο. Ζητάς να μην μείνει άκαρπη η θυσία του.

Ο Παύλος επιμένει!

«Ας μαθαίνουν οι δικοί μας να πρωτοστατούν σε καλά έργα, για να αντιμετωπίζουν τις επείγουσες υλικές ανάγκες, ώστε η ζωή τους να μην είναι άκαρπη».

***

On the occasion of the Apostolic Reading for the Sunday of the Holy Fathers of the Fourth Ecumenical Council, a brief comment on the material needs of the Church’s missionary work.

The Apostle Paul writes to his disciple and Bishop of Crete, Titus:

“When I send Artemas or Tychicus to you, do your best to come to me at Nicopolis, because I have decided to spend the winter there. Bring Zenas the lawyer and Apollos on their way and see that they have everything they need, so that nothing will be lacking to them. Our people must also learn to devote themselves to good works in order to meet urgent needs, so that they may not be unfruitful” (Titus 3:12–14).

Paul does not speak in vague terms. He does not move within a world of pious feelings and slogans. He does not simply say: “let God help,” nor does he settle for wishes and good intentions. He gives specific instructions. He asks that the practical needs of his fellow workers in the work of the Gospel be met. For the work of the Church does not live by enthusiasm alone, nor by fine words. It requires persons, organization, infrastructure, perseverance, sacrifice — and, of course, material support.

This is something we often forget today. When we speak of mission, many imagine something simple and moving: a child drinking milk, a well being dug, a small act of charity. All these things are good and necessary. But mission is not exhausted there. Mission means establishing the Holy Altar where there is no Church. It means sustaining the witness of Orthodoxy in places where there are still no communities, parishes, dioceses with income, or stable material means.

And here the real difficulties begin. Many think that missionaries — especially bishops and other clergy — somehow have hidden financial comfort. That because they bear an ecclesiastical title, they also have the means to cover their own living expenses and the expenses of their work. The reality is entirely different.

When there are no Orthodox communities, where will the resources come from? How will a clergyman serving in a country without an Orthodox diaspora be supported? How will the operating expenses be paid? How will missionary work bear fruit without even the most basic support? How will a Diocese that is essentially beginning from nothing be sustained?

And yet, even today, many — clergy, laity, and missionary organizations — face such needs with indifference or with a nearly ironic detachment. When help is requested, the familiar answer is often heard: “we cannot,” “let them find a way themselves,” “the Church has resources,” “the world is hungry, so they should not ask,” “if you have nothing, then close it down.” We pretend not to understand that if we want the work of the Church to move forward, someone must support it in practice. We forget that the Apostle Paul was not ashamed to speak about material needs. He did not consider financial care to be something secondary or shameful. He saw it as part of ecclesial responsibility. And he connects this care with spiritual life: “Our people must also learn to devote themselves to good works… so that they may not be unfruitful.” In other words, the material support of missionaries is a fruit of faith. It is proof that the Church does not live by words alone, but also by offering.

For this reason, indifference toward mission is not merely a practical weakness. It is a spiritual deficiency. When you ask that a missionary, a clergyman, or a poor Diocese struggling in difficult conditions be supported, you are not asking for luxuries. You are asking for the essentials needed for the work to continue. You are asking that the man who left everything in order to serve the Gospel not be discouraged. You are asking that his sacrifice not remain fruitless.

Paul insists!

“Let our people also learn to devote themselves to good works, in order to meet urgent material needs, so that they may not be unfruitful.”

Δεν υπάρχουν σχόλια: