Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΓ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ - Ex Grege

Ἡ παραβολὴ τῶν κακῶν γεωργῶν (Ματθ. κα΄ 33-42)

Ex Grege

Σεβίλλη, δέκατος ἕκτος αἰώνας, ὁ πιὸ σκοτεινὸς καιρὸς τῆς Ἱερᾶς Ἐξέτασης. Στὶς πλατεῖες καπνίζουν ἀκόμη οἱ πυρές. Καὶ τότε, ἀθόρυβα, ξαναέρχεται Ἐκεῖνος. Δὲν κηρύττει, δὲν φωνάζει· ἁπλῶς περνάει ἀνάμεσα στὸν κόσμο — κι ὁ κόσμος Τὸν γνωρίζει. Ἀγγίζει ἕναν τυφλό, καὶ βλέπει· σκύβει πάνω σ’ ἕνα πεθαμένο κοριτσάκι, καὶ τὸ σηκώνει. Καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ περνάει ἀπὸ ‘κεῖ ὁ γέρο-καρδινάλιος, ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής. Βλέπει. Καταλαβαίνει. Καὶ δείχνει μὲ τὸ δάχτυλο: «Πιάστε Τον!».

Ἡ σκηνὴ δὲν εἶναι δική μου, οὔτε βέβαια τοῦ Εὐαγγελίου. Εἶναι τοῦ Ντοστογιέφσκι, ἀπὸ τοὺς Ἀδελφοὺς Καραμάζοφ — ἐκεῖνο τὸ περίφημο πέμπτο βιβλίο ὅπου ὁ Ἰβὰν διηγεῖται στὸν ἀδελφό του τὸν Ἀλιόσα τὴν ἱστορία τοῦ «Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ». Καὶ γιατί τὴν ἀναφέρω πρώτη, πρὶν κἂν ἀνοίξουμε τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο; Ἐπειδὴ ὁ γέρος καρδινάλιος εἶναι, θὰ τὸ δεῖτε, ὁ τελευταῖος καὶ ὁ πιὸ ἐπικίνδυνος ἀπ’ ὅλους τοὺς κακοὺς γεωργοὺς τῆς παραβολῆς. Καὶ προσέξτε τὴν εἰρωνεία. Ποιὸς ἀναγνωρίζει σίγουρα τὸν Χριστὸ σ’ ὅλη τὴ Σεβίλλη; Ὄχι ὁ κόσμος· ὁ κόσμος ἁπλῶς Τὸν ὑποψιάζεται. Ὁ μόνος ποὺ εἶναι ἀπολύτως βέβαιος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ Τὸν κάψῃ. Δὲν εἶναι ἄπιστος, βλέπετε. Εἶναι ὁ πιὸ διαβασμένος θεολόγος τῆς πόλης. Κι ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ εἶναι ὁ πιὸ ἐπικίνδυνος.

Τὸ βράδυ κατεβαίνει στὸ κελλὶ καὶ ἐξηγεῖ στὸν φυλακισμένο τὸ ἐπιχείρημά του — ψύχραιμα, μεθοδικά, χωρὶς ἴχνος μίσους. «Ἐσὺ ἔδωσες στὸν ἄνθρωπο ἐλευθερία, κι ἡ ἐλευθερία τὸν βασανίζει. Ἐμεῖς τοῦ τὴν πήραμε καὶ τοῦ δώσαμε ἡσυχία. Ὁ ἀμπελώνας δουλεύει τώρα ῥολόι — χωρὶς Ἐσένα. Μὴν ξανάρθῃς νὰ μᾶς τὸν χαλάσῃς.» Κι ὁ Χριστός; Δὲν ἀπαντᾷ οὔτε λέξη. Τὸν φιλάει, καὶ φεύγει.

Ἂς ἀνοίξουμε τώρα τὸ κείμενο. Καὶ ξεκινῶ ἀπὸ μία λέξη ποὺ ὅλοι μας, κάθε χρόνο, τὴν προσπερνᾶμε. Ὁ οἰκοδεσπότης φύτεψε τὸν ἀμπελῶνα, τὸν περιέφραξε, ἔσκαψε πατητήρι, ἔχτισε πύργο — τὰ ἔκανε ὅλα, δὲν παρέλειψε τίποτε — κι ἔπειτα, λέει τὸ Εὐαγγέλιο, «ἀπεδήμησεν». Ἔφυγε. Ἐμεῖς πάντα στεκόμαστε στὸ αἷμα καὶ προσπερνᾶμε τὴν ἀναχώρηση. Κι ὅμως, ἀπὸ ἐκεῖ ἀρχίζουν ὅλα.

Γιατὶ τί σημαίνει, στ’ ἀλήθεια, ὅτι ὁ Θεὸς φεύγει; Ὄχι ὅτι ἀδιαφορεῖ· κι ὄχι ὅτι μᾶς ἐγκαταλείπει. Σημαίνει ὅτι μᾶς ἀφήνει χῶρο. Σκεφτεῖτε το: εἶναι ὁ μόνος βασιλιὰς ποὺ δὲν βάζει φρουροὺς νὰ Τὸν φυλᾶνε. Τραβιέται πίσω, ἐπίτηδες, γιὰ νὰ εἶναι ἡ ὑπακοή μας ἀγάπη κι ὄχι φόβος. Γιατὶ ἕνας Θεὸς ποὺ θὰ στεκόταν ἀπὸ πάνω μας μὲ τὸ ῥόπαλο θὰ ἔπαιρνε, σίγουρα, καλύτερη σοδειά — ἀλλὰ θὰ ἔπαιρνε δούλους. Ἐκεῖνος προτίμησε νὰ ῥισκάρῃ, γιὰ νὰ ἔχῃ υἱούς. Ἡ ἀναχώρηση, δηλαδή, εἶναι πρόγευση ἐκείνης τῆς ἀγάπης ποὺ ποτὲ δὲν ἐπιβάλλεται — τῆς ἀγάπης ποὺ θὰ φτάσῃ ὣς τὸ τέλος της ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς «ἑαυτὸν ἐκένωσεν».

Οἱ γεωργοί, βέβαια, δὲν κάθονται νὰ κάνουν τέτοιες λεπτὲς σκέψεις. Ἐκεῖνοι κάνουν τὸν πρόχειρο λογαριασμό: διαβάζουν τὸν σεβασμὸ ὡς ἀπουσία, καὶ τὴν ἀπουσία ὡς ἀνυπαρξία. «Ἀφοῦ δὲν φαίνεται, δὲν ὑπάρχει· κι ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει, δικά μας.» Κι ἐδῶ προσέξτε: δὲν εἶναι ἄθεοι. Αὐτὸ θὰ ἀπαιτοῦσε κάποιο θάῤῥος. Εἶναι κάτι φθηνότερο — ἄθεοι στὴν πράξη. Ἀφήνουν εὐλαβικὰ τὸν Θεὸ στὸν οὐρανό, καὶ κανονίζουν τὴ γῆ σὰν νὰ μὴν πρόκειται νὰ κατεβῇ ποτὲ νὰ ἐλέγξῃ τὰ λογιστικὰ βιβλία.

Ἐδῶ ὅμως θέλει προσοχή, γιατὶ οἱ κακοὶ γεωργοὶ δὲν εἶναι ὅλοι ἴδιοι. Ὑπάρχει ὁ ἁρπακτικός, ποὺ κρατάει τὸν καρπὸ ἀπὸ ἀπληστία. Αὐτὸν τὸν καταλαβαίνουμε· τὸν βλέπουμε ἀπὸ μακριά. Καὶ ὑπάρχει κι ὁ ἄλλος — ὁ διαχειριστής. Καὶ αὐτός, ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶναι πιὸ σεβαστός, εἶναι καὶ ἀσύγκριτα πιὸ ἐπικίνδυνος. Ὁ πρῶτος κλέβει· ὁ δεύτερος «τακτοποιεῖ». Ὁ πρῶτος γκρεμίζει τὸν ναό· ὁ δεύτερος κρατάει τὰ κλειδιά, κόβει καὶ εἰσιτήριο, καὶ κάποια στιγμὴ ξεχνάει ποιανοῦ εἶναι τὸ σπίτι. Νά ποιὸς εἶναι ὁ Ἱεροεξεταστής. Δὲν σκοτώνει τὸν Κληρονόμο ἀπὸ πλεονεξία, ἀλλὰ ἀπὸ πεποίθηση. Εἶναι εἰλικρινὰ πεπεισμένος ὅτι κυβερνάει τὸν ἀμπελῶνα καλύτερα ἀπὸ τὸν Ἰδιοκτήτη. Καὶ τὸ χειρότερο; Ἴσως, ὅσο γιὰ τὴ σοδειά, νὰ ἔχῃ κιόλας δίκιο. Αὐτὸς ὁ γεωργὸς σπανίως εἶναι ἄθεος. Συνήθως εἶναι εὐλαβής, ἐργατικός, ἀφοσιωμένος. Καὶ κάθε τόσο φοράει καὶ ῥάσο.

Γι’ αὐτὸ ἂς μὴν κοροϊδευόμαστε. Ἡ παραβολὴ δὲν εἶναι καθρέφτης γιὰ τοὺς Ἰουδαίους τοῦ πρώτου αἰῶνα. Εἶναι καθρέφτης γιὰ ὅποιον κρατάει κλειδιά. Καὶ ἡ ἀῤῥώστια, στὸ βάθος, εἶναι μία, καὶ ἔχει καὶ ὄνομα: μπερδεύουμε τὸν νοικάρη μὲ τὸν ἰδιοκτήτη. Ὅλα μᾶς δόθηκαν νοικιασμένα — ὁ χρόνος, τὰ χαρίσματα, τὸ σῶμα, ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία — κι ἐμεῖς βιαζόμαστε νὰ σφραγίσουμε ἐπάνω τους τὸ ὄνομά μας: «ἡ ζωή μου, τὰ δικαιώματά μου, ἡ ἐνορία μου, ἡ διακονία μου». Κτητικὲς ἀντωνυμίες κεντημένες πάνω σὲ πράγματα δανεικά. Καὶ εἶναι, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου, ἡ ἴδια ἀκριβῶς κίνηση: ὁ Ἀδὰμ ζήλεψε τὴ θέση τοῦ Θεοῦ, οἱ γεωργοὶ τὴ θέση τοῦ Ἰδιοκτήτη. Καὶ οἱ δύο θέλησαν νὰ κάνουν τὴ μετοχὴ κατοχή.

Καὶ ποῦ ὁδηγεῖ αὐτό; Ἡ παραβολὴ δὲν τὸ κρύβει καθόλου: πρῶτα δέρνουν ἕναν δοῦλο, ἔπειτα σκοτώνουν ἄλλους, τέλος φονεύουν τὸν υἱό. Ἡ ἁμαρτία ποτὲ δὲν μένει ἐκεῖ ποὺ ξεκίνησε· ἔχει τὴ δική της λογική, καὶ εἶναι ἀδυσώπητη. Καὶ πῶς ἀπαντᾷ ὁ οἰκοδεσπότης; Μὲ τὸν πιὸ ἀσύμφορο τρόπο ποὺ ὑπάρχει: δὲν στέλνει στρατό — στέλνει τὸν Υἱό του, ἄοπλο. Κανένας λογικὸς ἰδιοκτήτης δὲν θὰ τὸ ἔκανε αὐτό. Ὁ Θεὸς τὸ κάνει. Καὶ Τὸν σκοτώνουν κι Αὐτόν.

Ἐδῶ θὰ περιμέναμε νὰ πέσῃ ἡ αὐλαία. Κι ὅμως — ἀνατροπή: «λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας». Ἡ πέτρα ποὺ τὴν πέταξαν γιὰ ἄχρηστη ξαναγυρίζει — ὄχι γιὰ νὰ τοὺς εἰσπράξῃ τὸ νοίκι, ἀλλὰ γιὰ νὰ κρατήσῃ ὄρθιο ὁλόκληρο τὸ κτίριο. Καὶ νά, μέσα σ’ αὐτὴν τὴν εἰκόνα, ἡ ἀπάντηση σ’ ὅλο μας τὸ μπέρδεμα: ὁ Ἰδιοκτήτης γυρίζει πίσω ὄχι ὡς εἰσπράκτορας, ἀλλὰ ὡς νοικάρης. «Ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» — ἔστησε σκηνή, νοίκιασε δωμάτιο, μέσα στὸν ἴδιο Του τὸν ἀμπελῶνα. Καταλαβαίνετε τὴν ἀντιστροφή; Ἐνῷ ἐμεῖς οἱ νοικάρηδες παριστάνουμε τοὺς ἰδιοκτῆτες, Ἐκεῖνος, ὁ μόνος πραγματικὸς ἰδιοκτήτης, γίνεται μὲ τὴ θέλησή Του νοικάρης. Αὐτὴ εἶναι ἡ σάρκωση. Καὶ εἶναι, ἂν θέλετε, ἡ πιὸ κομψὴ εἰρωνεία ὅλης τῆς ἱστορίας.

Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς σταματάει ἡ σημερινὴ περικοπή. Ὁ ἱερέας κλείνει τὸ Εὐαγγέλιο, καθόμαστε ἥσυχοι καὶ συνεχίζουμε τὴν λειτουργία. Πρόσεξέ το ὅμως: ἡ ἀνάγνωση σταματάει μία ἀκριβῶς ἀνάσα πρὶν ἀπὸ τὴν ἐτυμηγορία. Τί βολικό.

Ἀφῆστε με νὰ ὀνομάσω αὐτὸ ποὺ μόλις ἔγινε. Ὑπάρχει στὴ ῥητορικὴ ἕνα σχῆμα — ἡ ἀποσιώπηση: κόβεις τὸν λόγο ἀκριβῶς ἐκεῖ ποὺ θὰ ἔλεγες τὸ πιὸ βαρὺ πρᾶγμα, καὶ ἡ σιωπὴ βαραίνει τελικὰ περισσότερο ἀπ’ ὅσο θὰ βάραιναν τὰ λόγια. Καὶ νά τὸ παράδοξο ποὺ διατρέχει ὅλο τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο. Μέσα στὴν παραβολή, ὁ Θεὸς σωπαίνει μὲ μία σιωπή — τὴν ἀναχώρηση, τὴν ἀπουσία τοῦ Οἰκοδεσπότη. Καὶ πάνω σ’ αὐτήν, ἡ δική μας ἀνάγνωση προσθέτει μία δεύτερη — κόβει καὶ ἀποσιωπᾶ τὸν πιὸ κρίσιμο στίχο. Δύο σιωπές, λοιπόν. Καὶ ὅπως ἡ πρώτη ξεγέλασε τοὺς γεωργούς, ποὺ τὴ διάβασαν ὡς ἀνυπαρξία, ἔτσι ἡ δεύτερη κινδυνεύει νὰ ξεγελάσῃ ἐμᾶς — νὰ μᾶς ἀφήσῃ νὰ φύγουμε νομίζοντας ὅτι ξεμπερδέψαμε φθηνά.

Ἂς τὸν ἀκούσουμε, λοιπόν, τὸν στίχο ποὺ κόπηκε: «ἀρθήσεται ἀφ’ ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τοὺς καρποὺς αὐτῆς» (κα΄ 43).

Ἐπὶ αἰῶνες τὸν διαβάζουμε σὰν εἴδηση γιὰ τοὺς ἄλλους — ἡ βολικότερη ἀνάγνωση ποὺ ἐπινοήθηκε ποτέ: «τοὺς πήραμε ἐκείνων τὴ Βασιλεία, μᾶς τὴ δώσανε ἐμᾶς, τέλος καλὸ ὅλα καλά». Ὁ Χρυσόστομος ὅμως ἀρνεῖται νὰ μᾶς τὴ χαρίσῃ αὐτὴν τὴν παρηγοριά.  λόγος τοῦ Κυρίου, λέει, δὲν κρίνει ἐθνότητες· κρίνει καρπούς. «Δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τοὺς καρπούς» — σὲ ὅποιον καρποφορεῖ, ὅποιος κι ἂν εἶναι, μὲ ὅποιο διαβατήριο κι ἂν κρατάῃ. Καὶ ἡ συνέπεια πέφτει ἐπάνω μας, ὄχι στοὺς ἄλλους: οὔτε ἡ ἴδια ἡ Βασιλεία δὲν εἶναι κτῆμα. Νοικιασμένη εἶναι κι αὐτή. Καὶ «ἀρθήσεται» — θὰ ἀφαιρεθῇ — ἀπὸ ὅποιον τὴ σφίγγει στὰ χέρια σὰν κατοχή, χωρὶς ποτὲ νὰ τὴν κάνῃ μετοχή. Νομίζαμε πὼς ἡ παραβολὴ ἀπειλεῖ τὸν ἀμπελῶνα κάποιων ἄλλων. Ὁ στίχος ποὺ ἀποσιωπήσαμε μᾶς λέει, ψυχρά, ὅτι ἡ ἀπειλὴ κρέμεται πάνω ἀπὸ ὅποιον κρατάει κλειδιά. Πάνω ἀπὸ ἐμᾶς, δηλαδή.

Καὶ μᾶς ἀφορᾷ ἄμεσα, γιατὶ κι ἐμεῖς ζοῦμε σὲ καιρὸ ἀναχωρήσεως. Ὁ Κύριος ἀνελήφθη· βρισκόμαστε ἀκριβῶς στὸ διάστημα ἀνάμεσα στὴν Ἀνάληψη καὶ στὴ Δευτέρα Παρουσία — στὸν καιρὸ ποὺ φαινομενικὰ κανεὶς δὲν ἐλέγχει τὰ βιβλία. Καὶ τὸ μόνο ἐρώτημα εἶναι ἕνα: πῶς διαβάζουμε αὐτὴν τὴ σιωπή; Ὡς ἄδεια νὰ κάνουμε ὅ,τι θέλουμε; Ἢ ὡς ἐμπιστοσύνη ποὺ μᾶς τιμᾷ;

Μένει ἕνα τελευταῖο ξεκαθάρισμα — τί εἶναι, ἐπιτέλους, ὁ «καρπός». Ἂς μὴν αὐταπατώμαστε: δὲν εἶναι τὰ σταφύλια. Ὁ Οἰκοδεσπότης δὲν πεινάει, καὶ δὲν ἔκανε ὅλη αὐτὴν τὴν πορεία γιὰ ἕνα καφάσι φροῦτα. Ὁ καρπὸς εἴμαστε ἐμεῖς. Δὲν ζητάει νὰ γίνουμε ἀποδοτικότεροι διαχειριστές· ζητάει νὰ πάψουμε ἐπιτέλους νὰ εἴμαστε διαχειριστὲς καὶ νὰ γίνουμε υἱοί. Κι ὅλη ἡ πνευματικὴ ζωὴ χωράει σὲ αὐτὴν τὴ μία μόνο μετάβαση: ἀπὸ τὸ κατέχω στὸ μετέχω.

Καὶ κλείνουμε ἐκεῖ ποὺ ἀνοίξαμε. Ὁ Ἱεροεξεταστὴς εἶπε στὸν Χριστό: «μὴν ξανάρθῃς». Οἱ γεωργοὶ εἶπαν: «ἂς Τὸν σκοτώσουμε». Δύο διαφορετικὰ λόγια — μία καὶ μόνη ἐπιθυμία: νὰ λείπῃ. Νὰ μᾶς ἀφήσῃ ἐπιτέλους ἥσυχους μὲ τὸν ἀμπελῶνα. Καὶ ἡ Ἐκκλησία; Μὲ τὴν τελευταία λέξη ὁλόκληρης τῆς Γραφῆς λέει τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο: «ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ». Νά ποῦ χωράει, τελικά, ὁλόκληρη ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸν κακὸ καὶ στὸν καλὸ γεωργό — σ’ αὐτὲς τὶς δύο μικρὲς λέξεις: στὸ ἂν λέμε στὸν Ἰδιοκτήτη «μὴν ἔρχεσαι» ἢ «ἔρχου». Κι ἐπειδὴ ὁ ἀμπελὼν δὲν εἶναι, δὲν ὑπῆρξε καὶ δὲν πρόκειται «δόξα τῷ Θεῷ» ποτὲ νὰ γίνῃ δικός μας, ἕνα μᾶς ἀπομένει — τὸ μόνο ποὺ ποτὲ δὲν καταδεχτήκαμε: ὄχι νὰ τὸν ῥημάξουμε, ἀλλὰ νὰ τὸν κληρονομήσουμε. Ἀμήν.

 

Ex Grege

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Πρωτότυπο κήρυγμα υψηλού επιπέδου. Μου αρέσει.

Ανώνυμος είπε...

Υ-ΠΕ-ΡΟ-ΧΟ!!

Ένα υποδειγματικό, συγκλονιστικό κήρυγμα! Μία σπάνια θεολογική και λογοτεχνική κατάθεση που προσπερνά κάθε ευσεβιστική επιπολαιότητα, αγγίζοντας την καρδιά της ευαγγελικής αλήθειας με καθηλωτική ομορφιά και πνευματικό βάθος.
Η σύνδεση με τον «Μέγα Ιεροεξεταστή» του Ντοστογιέφσκι είναι απλά ευφυής. Απογυμνώνει την ψευδαίσθηση της «ευσέβειας» και αποκαλύπτει πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι η αθεΐα, αλλά η θεσμική ιδιοποίηση του Θεού από τους «διαχειριστές» Του.
Με λόγο ζωντανό και βαθιά υπαρξιακό, το κείμενο συμπυκνώνει όλη την πνευματική ζωή στη λυτρωτική μετάβαση από το «κατέχω» στο «μετέχω». Ένα διαμάντι εκκλησιαστικού λόγου που εμπνέει και συγκλονίζει!

Ανώνυμος είπε...

Είναι ένα κήρυγμα που σου προκαλεί ενδιαφέρον και με άνεση το διαβάζεις χωρίς να λες ότι ο χρόνος μου πήγε χαμένος ακούγοντας μία από τα ίδια. Πρέπει να έχει πολλές γνώσεις και φώτιση Θεού ο συντάκτης. Αναμένω να συνεχίσει να γράφει. Ο Θεός να του δίνει πνευματικές δυνάμεις.