25 Σεπτεμβρίου 1849:
Μία από τις μελανές πτυχές της ζωής του Νικηταρά
είναι η πενία που περιήλθε, με την ανοχή του ελληνικού κράτους
Χρήστος
Κουφάκος
Ο Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ο
Τουρκοφάγος αποτελεί εξέχουσα προσωπικότητα του επαναστατικού αγώνα του 1821. Ο
Μεσσήνιος αγωνιστής πήρε μέρος στη μάχη του Βαλτετσίου, στην άλωση της
Τριπολιτσάς και σε άλλες μάχες στην Στερεά Ελλάδα, αλλά η πολεμική του αρετή
αναδείχθηκε στα Δολιανά, όπου και απόκτησε το προσωνύμιο του «Τουρκοφάγου» και
στα Δερβενάκια.
Ωστόσο ο Νικηταράς συγκαταλέγεται και στις
προσωπικότητες της νεότερης ελληνικής ιστορίας που δεν τιμήθηκαν για το έργο
τους, αλλά βίωσαν σκληρή αντιμετώπιση. Γι’ αυτό και φυλακίστηκε, φτάνοντας
μέχρι και στην επαιτεία για να επιβιώσει.
Βιογραφικά στοιχεία
Ο Νικήτας Σταματελόπουλος γεννήθηκε το 1788 στο χωριό Μεγάλη Αναστάσοβα ή Μεγάλη Αναστασίτσα (σημερινή Νέδουσα), σύμφωνα με τα απομνημονεύματά του. Το επώνυμο Σταματελόπουλος προέρχεται από το βαπτιστικό όνομα του πατέρα του (Σταματέλλος).
Ο πατέρας του αγωνιστή ήταν αρματολόγος. Είχε
παντρευτεί την κόρη του προεστού Αναστασίου Καρούτσου στον Άκοβο, τη Σοφία, η
οποία ήταν αδελφή της γυναίκας του Θόδωρου Κολοκοτρώνη.
Το προπαρασκευαστικό διάστημα της
επανάστασης
Ήδη, από νεαρή ηλικία, ο Νικηταράς είχε ενεργό
ρόλο στα επαναστατικά δρώμενα. Στα έντεκά του έσερνε τα άρματα με τον πατέρα
του, όπως έχει εξομολογηθεί. Παράλληλα, γνώρισε και ακολούθησε τον πρωτοκλέφτη
Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη. Κοντά του έμαθε τα μυστικά της πολεμικής τέχνης,
ξεχωρίζοντας για την ανδρεία και τη στιβαρότητά του.
Το 1806, με τους διωγμούς των κλεφτών και
αρματολών της Πελοποννήσου, ο Νικηταράς ακολούθησε τον Κολοκοτρώνη στα
Επτάνησα. Το 1808 μετέβη στην Πελοπόννησο μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και
άλλους 15 αγωνιστές, για να βοηθήσουν τον Αλή Φαρμάκη, που αρνήθηκε να
προσκυνήσει τον Βελή πασά και πολέμησε μαζί με τον Κολοκοτρώνη ενάντια στους
Οθωμανούς.
Γύρω στο 1810, επέστρεψε ξανά στα Επτάνησα, όταν
καταλήφθηκαν από τους Βρετανούς, και κατατάχθηκε ως αξιωματικός στα ελληνικά
τάγματα του Ρίτσαρντ Τσορτς. Το 1815 παντρεύτηκε την κόρη του Ζαχαριά
Μπαρμπιτσιώτη, Αγγελική ή Αγγελίνα, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά. Ένα
γεγονός, όμως, το 1816, θα σημάδευε τον αγώνα του Νικηταρά.
Το 1816, οι Τούρκοι αιχμαλώτισαν στα Βάτικα
Λακωνίας τον πατέρα του, τον αδερφό και τον κουνιάδο του, και τους σκότωσαν με
βάναυσο τρόπο στη Μονεμβασιά (φόνος δι’ αποκεφαλισμού). Με την ανάγνωση της
είδησης, ο Νικηταράς ορκίζεται ότι όσο ζει θα σκοτώνει Τούρκους, έως ότου
απαλλαγεί ο τόπος από δαύτους.
Το φθινόπωρο του 1818, ο Νικηταράς μυήθηκε στη
Φιλική Εταιρεία από τον φιλικό Ηλία Χρυσοσπάθη, ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα. Κι
αυτός με τη σειρά του άρχισε να κατηχεί άλλους. Παράλληλα, συμμετείχε στην
εκστρατεία της Φιλικής Εταιρίας για την προετοιμασία του λαού και του
επερχόμενου αγώνα, περιοδεύοντας για ένα διάστημα στην Πελοπόννησο μαζί με τον
Αναγνωσταρά και τον Δ. Πλαπούτα.
Εκτός της συμβολής του στον επαναστατικό αγώνα,
σύμφωνα με τον δρ. Ιστορίας, Ιωάννη Σόλαρη, ο Νικηταράς συνέβαλε και στον
κατευνασμό της έχθρας και συμφιλίωσης του Αναγνωσταρά με τον Γρηγόριο
Δικαίο-Παπαφλέσσα.
Ο Νικηταράς στον επαναστατικό αγώνα του
1821
Οι πρώτες καταγεγραμμένες αναφορές για την εμπλοκή
του Νικηταρά, σύμφωνα με τον Σόλαρη, τοποθετούνται χρονικά στις απαρχές του
αγώνα, τη νύκτα της 16ης προς 17η Μαρτίου 1821, όταν συνεπλάκη με μια ομάδα
Τούρκων έξω από την Καλαμάτα. Νωρίτερα, τον Φεβρουάριο, βρισκόταν στη Μάνη,
όπου προετοιμαζόταν ο ξεσηκωμός στην Καλαμάτα, ο οποίος έγινε στις 23 Μαρτίου.
Μετέπειτα, αγωνίστηκε στην άλωση της Τριπολιτσάς,
συμμετέχοντας σε περισσότερες από είκοσι μάχες και συμπλοκές στα εδάφη της
Αρκαδίας. Στη νικηφόρα μάχη του Βαλτετσίου (12-13 Μαΐου 1821) συμμετείχε ως
επικεφαλής 800 ανδρών. Με την υποχώρηση των Τούρκων στην Τρίπολη, φέρεται ότι ο
Νικηταράς τους φώναζε: «Πού πάτε Περσιάνοι; Σταθήτε να πολεμήσωμε!» (Ήταν
ριζωμένη η εντύπωση στους Έλληνες ότι οι Τούρκοι έρχονταν από την Περσία).
Στα Δολιανά (18 Μαΐου 1821), με μια μικρή δύναμη
200 ανδρών, κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο, αντιμετωπίζοντας μεγάλες δυνάμεις του
εχθρού (περ. 6.000 άνδρες αναφέρει η πηγή), υπό τον Κεχαγιάμπεη. Παρά το
αριθμητικό μειονέκτημα, ο Νικηταράς προξένησε σημαντικές απώλειες στα τουρκικά
στρατεύματα.
Στη μάχη του Βαλτετσίου διακρίθηκε για την ανδρεία
του, ωστόσο στη μάχη των Δολιανών η ιστορία τον «έγραψε» ως Νικηταρά τον
Τουρκοφάγο. Σύμφωνα με μαρτυρίες συμπολεμιστών του ο Νικηταράς κατά τη διάρκεια
της επανάστασης εξολόθρευσε πάνω από 300 Τούρκους.
Με την άλωση της Τριπολιτσάς, όντας ένας από τους
οποίος αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στη διανομή των λαφύρων, ο Νικηταράς
διορίστηκε ως αρχηγός στην εκστρατεία των Σπετσών (9 Οκτωβρίου 1821) καθώς και
στην πολιορκία του Ναυπλίου (10 Νοεμβρίου 1821) από τον Δημήτριο Υψηλάντη. Στον
ίδιο διάστημα συμμετείχε σε μια άδοξη πολιορκία του Ναυπλίου, κατά την οποία
κινδύνευσε με φυλάκιση.
Το καλοκαίρι του 1822 στα Δερβενάκια συμμετείχε με
τον Θεόδ. Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς στη συντριβή της εκστρατείας του
Δράμαλη. Αρχικά συμμετείχε στην απόκρουση των Τούρκων στα Μεγάλα Δερβένια (26
Ιουλίου 1822), όπου διασκόρπισε τη φρουρά της περιοχής. Η συμβολή του όμως
υπήρξε ιδιαίτερα αποφασιστική αμέσως μετά στον Άγιο Σώστη, όπου πιάνοντας τα
στενά της χαράδρας, κατάφερε να εξολοθρεύσει μεγάλο μέρος του στρατού που
οπισθοχωρούσε. Οι Τούρκοι άφησαν εκεί περισσότερους από 3.000 νεκρούς. Σημαντική
επίσης ήταν η συμβολή του και στη μάχη στο Αγιονόρι (ή Αϊνόρι), δύο ημέρες
αργότερα, όπου οι Τούρκοι είχαν πάνω από 600 νεκρούς.
Μετά τη μάχη στα Δερβενάκια, συγκεντρώθηκαν τα
λάφυρα σε τεράστιους σωρούς. Αξιωματικοί και στρατιώτες μαζεύτηκαν για τη
μοιρασιά. Κι εκεί, ο Νικηταράς απουσίαζε. Παρά την αρχική του άρνηση, δέχθηκε
από τους συντρόφους του να λάβει μια σέλα, μια ταμπακιέρα ξυλόγλυπτη κι ένα
δαμασκηνό σπαθί, διατηρώντας τελικά το τελευταίο λάφυρο.
Το διάστημα μετά το ’21
Στις εμφύλιες διαμάχες που ακολούθησαν μετέπειτα,
ο Νικηταράς τάχθηκε υπέρ του Κολοκοτρώνη, κατά της κυβέρνησης Κουντουριώτη.
Ωστόσο επέδειξε συνετή στάση, αποφεύγοντας να πάρει μέρος στις μάχες και
κάνοντας πολλές συμφιλιωτικές παρεμβάσεις.
Γι’ αυτό, με την ιδιότητα του πολιτάρχη του
Ναυπλίου, με έγγραφό του (25 Νοεμβρίου 1823) στον υπουργό των Εσωτερικών
Παπαφλέσσα ζήτησε την παραχώρηση κτιρίων για τη δημιουργία θεάτρου, σχολείου
και νοσοκομείου, δείγμα των ανθρωπιστικών του αισθημάτων και των πνευματικών
του ενδιαφερόντων.
Στη συνέχεια, ο Νικηταράς αποχώρησε και βρέθηκε
ξανά στο προσκήνιο του αγώνα, αυτή τη φορά στην πολιορκημένη πόλη του
Μεσολογγίου, πολεμώντας στη δεύτερη πολιορκία κατά του Κιουταχή (1825).
Επέστρεψε ξανά στην Πελοπόννησο, αφού του
χορηγήθηκε αμνηστία κατά την εισβολή του Ιμπραήμ. Όντας επικεφαλής στρατιωτικού
σώματος, συμμετείχε σε πολλές μάχες κατά του αιγυπτιακού στρατού. Παράλληλα
αρνήθηκε να υπογράψει το «Ψήφισμα της Υποτέλειας» (1825) το οποίο προέβλεπε την
αναγνώριση της Μεγάλης Βρετανίας ως μοναδικής προστάτιδας δύναμης της Ελλάδας.
Το 1826, ακολούθησε τον Γεώργιο Καραϊσκάκη στην
εκστρατεία στην Ανατολική Στερεά και συμμετείχε στη νικηφόρα μάχη στην Αράχοβα
(Νοέμβριος 1826). Αναγκάστηκε όμως να επιστρέψει στο Ναύπλιο, αφού αρρώστησε
βαριά. Έχοντας αναρρώσει, συνέχισε με τον Κολοκοτρώνη ενάντια στον Ιμπραήμ,
συμμετέχοντας σε αρκετές μάχες.
Στη Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας διορίστηκε
αρχηγός της Φρουράς. Κατόπιν πήγε πάλι στην Αττική και για να πολεμήσει στο
πλευρό του Καραϊσκάκη κατά του Κιουταχή. Σε αυτές τις μάχες χάθηκε ο
Καραϊσκάκης και ο Νικηταράς τραυματίσθηκε από τα εχθρικά πυρά.
Κατά το διάστημα που ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε
εμπλοκή με τα ελληνικά δρώμενα, ο Νικηταράς ήταν από τους πιο ένθερμους
υποστηρικτές του και, με απόφαση του κυβερνήτη πλέον Καποδίστρια, φρούραρχος
της Κορώνης. Μάλιστα στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους το 1829, παρέστη ως
αρχηγός της φρουράς και ως πληρεξούσιος του Λεονταρίου (Αρκαδίας).
Στις 12 Σεπτεμβρίου 1829 ο Νικηταράς συμμετείχε στον αγώνα της Πέτρας στη
Βοιωτίας, που ήταν η τελευταία του ένοπλη συμμετοχή στον ελληνικό αγώνα.
Το 1830, ο Νικηταράς διορίστηκε γενικός αρχηγός
της Πολιτικής Φρουράς Πελοποννήσου, το 1831 πρόεδρος του Αναθεωρητικού
Δικαστηρίου των Ελαφρών και το 1832 γενικός αρχηγός του Στρατοπέδου Κορίνθου
και έπειτα αρχηγός της Μεσσηνίας.
Η περίοδος της βασιλείας του Όθωνα και οι
συλλήψεις
Με την έλευση του Όθωνα, ο Νικηταράς βίωσε
δυσμενείς συμπεριφορές. Κατά τη Βαυαροκρατία, δεν συμμετείχε ενεργά στις
πολιτικές διαμάχες, είχε όμως εκδηλώσει σαφώς την αντίθεσή του προς τους
Βαυαρούς. Έτσι, μετά την άφιξη του Όθωνα έζησε απομονωμένος και στη συνέχεια
διωκόμενος.
Τον Σεπτέμβριο του 1833 συνελήφθη μαζί με άλλους
οπλαρχηγούς για συνωμοσία εναντίον του Όθωνα και φυλακίσθηκε για μικρό διάστημα
στο Παλαμήδι. Το 1834 προήχθη σε συνταγματάρχη και διορίστηκε στρατιωτικός
νομοεπιθεωρητής, αλλά μετά την εκδήλωση του αντικυβερνητικού κινήματος στη
Μεσσηνία τον Αύγουστο του 1834, συνελήφθη και φυλακίστηκε για λίγο από την
βαυαρική αντιβασιλεία.
Το 1835 σημειώθηκε μια ανάκαμψη στη ζωή του
Νικηταρά, με έντονο κοινωνικό αποτύπωμα. Ωστόσο, από το επόμενο έτος και
έπειτα, ο Μεσσήνιος αγωνιστής περιέπεσε σε δυσμένεια, επειδή υποστήριζε το
αντιπολιτευόμενο Ρωσικό Κόμμα.
Το 1839 συνελήφθη με την κατηγορία της συνωμοσίας
ως μέλος της «Φιλορθόδοξης Εταιρείας» που στρεφόταν εναντίον του Όθωνα. Σύμφωνα
με το ανώνυμο και αχρονολόγητο υπόμνημα με τον τίτλο «Απομνημονεύματα περί της
εις την Ελλάδα συσταθείσης φιλορ[θο]δόξου εταιρίας» που παραθέτει ο Σόλαρης, :
«σκοπόν είχε ν’ αντικρούση τας εις όλον τον κόσμον εκτεινομένας προόδους των
βιβλικών εταιρειών της Αγγλίας και της Αμερικής». Τον εμφάνισαν σαν στρατιωτικό
αρχηγό της οργάνωσης αυτής, που είχε ως στόχους την απελευθέρωση των υπόδουλων
περιοχών και τη στήριξη της ορθόδοξης πίστης. Φυλακίστηκε στο Παλαμήδι, και στη
συνέχεια δικάστηκε, στις 11 Ιουλίου 1840, αλλά λόγω έλλειψης στοιχείων
αθωώθηκε.
Η αθωωτική απόφαση προκάλεσε οργή της κυβέρνησης,
η οποία με την προσυπογραφή του Όθωνα τον φυλάκισε στην Αίγινα. Σύμφωνα με την
πηγή, ο Νικηταράς περιήλθε σε μια αρκετά ταπεινωτική κατάσταση, με τον ήρωα της
επανάστασης να βρίσκεται κλεισμένος σε ένα δωμάτιο γεμάτο υγρασία, άρρωστος και
με τον Βαυαρό γιατρό να αρνείται πεισματικά να δώσει εντολή για μεταφορά του
στο νοσοκομείο. Εκείνο το διάστημα κρίνεται ότι παρουσίασε σακχαρώδη διαβήτη,
χάνοντας ένα μέρος της όρασής του. Τελικά, στις 18 Σεπτεμβρίου 1841, έπειτα από
επέμβαση του στρατηγού Μακρυγιάννη, απονεμήθηκε αμνηστία και ο Νικηταράς
αποφυλακίστηκε.
Η περίοδος αυτή κλόνισε την υγεία του Νικηταρά, ο
οποίος δεν διέθετε τους πόρους για να μπορέσει να επιβιώσει. Δανείστηκε για να
φτιάξει την κατοικία του, αλλά οι τόκοι τον έφεραν σε δυσμενή κατάσταση, με
αποτέλεσμα ένα κτήμα που κατείχε ως εθνική γαία στην περιοχή της Αργολίδας να
εκποιείται.
Μετά την επανάσταση του 1843 έλαβε τον τίτλο του
υποστράτηγου, ενώ μετά τη συνταγματική αναθεώρηση της 3ης Σεπτεμβρίου 1847
διορίστηκε γερουσιαστής, θέση που του επέφερε μια πενιχρή σύνταξη. Τα τελευταία
χρόνια της ζωής του ο Νικηταράς αποτραβήχτηκε με την οικογένειά του στον
Πειραιά.
Η επαιτεία
Μία από τις μελανές πτυχές της ζωής του Νικηταρά
είναι η πενία που περιήλθε, με την ανοχή του ελληνικού κράτους. Σύμφωνα με τον
Σόλαρη, η φτώχεια του σχεδόν τυφλού πλέον Νικηταρά τον είχε καταστήσει ανίκανο
να αγοράσει λίγο ψωμί για την άρρωστη γυναίκα του.
Η περίπτωση του Νικηταρά έφτασε μέχρι τον πρέσβη
της Ρωσίας, ο οποίος ενημέρωσε σχετικά την κυβέρνησή του, για τον ήρωα που
έγινε ζητιάνος με έγκριση του κράτους, που του επέτρεπε να ζητιανεύει μια φορά
την εβδομάδα, κάθε Παρασκευή κοντά στη μετέπειτα εκκλησία της Ευαγγελίστριας
του Πειραιά (χτίστηκε το 1892), καθόσον ήταν πολλοί οι ζητιάνοι.
Χαρακτηριστικό της κατάστασης αποτελεί ότι το
σπίτι του αγωνιστή βγήκε σε πλειστηριασμό. Τελικά, κατάφερε να διατηρήσει την
οικία του, όταν την ημέρα του πλειστηριασμού πήγε με το σπαθί από τα
Δερβενάκια. Όταν τον αντίκρισαν να διαβαίνει στην αίθουσα του πλειστηριασμού
όλοι με σεβασμό και ντροπή σιώπησαν. Ο Νικηταράς ανέβηκε στο βήμα και είπε:
«Τελευταίος πλειοδότης το σπαθί του Νικηταρά». Οι διεκδικητές αποσύρθηκαν και ο
Νικηταράς δεν κατέληξε στον δρόμο.
Το τέλος ενός μεγάλου αγωνιστή
Στις 25 Σεπτεμβρίου 1849, σαν σήμερα, ο Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς, αφήνει
την τελευταία του πνοή στον Πειραιά, στην κατάσταση που είχε περιέλθει. Όμως οι
μεταθανάτιες τιμές από το κράτος –διήμερο εθνικό πένθος– αποτέλεσαν δικαίωση
των αγώνων του και μεγαλύτερη τιμή ήταν η λαϊκή αποθέωση και πάνδημη συμμετοχή
στον ύστατο αποχαιρετισμό.
Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε ο Νεόφυτος Βάμβας, τον
δε επιτάφιο ο Παναγιώτης Σούτσος. Στη νεκρολογία η οποία δημοσιεύτηκε στην
εφημερίδα «Αιών» αναφέρθηκε ότι οι μάχες στις οποίες συμμετείχε ξεπερνούσαν σε
αριθμό τα χρόνια της ηλικίας του. Αρχικά ετάφη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, δίπλα
στον θείο του, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ωστόσο φαίνεται πως ο θάνατος της γυναίκας
και των παιδιών του καθώς και η έλλειψη στενών συγγενών και άμεσων απογόνων
στάθηκε αφορμή να μην ενδιαφερθεί κανένας και έκτοτε αγνοείται ο τάφος.
Πηγές: academia.edu
Πηγή: documentonews

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου