Το πένθιμο φορτίο του «Ζαν»
Ένα φορτηγό πλοίο με βρετανική σημαία είχε βρεθεί στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Το όνομά του ήταν «Ζαν Μ.» (Zan).
Τετρακόσιοι τόνοι ανθρώπινων οστών.
Η είδηση επρόκειτο λίγες ημέρες αργότερα να φτάσει και στον διεθνή Τύπο. Οι New York Times, στις 23 Δεκεμβρίου 1924, δημοσίευσαν την πληροφορία ότι ένα βρετανικό πλοίο με το όνομα «Zan» μετέφερε στη Μασσαλία 400 τόνους ανθρώπινων οστών, προορισμένων για βιομηχανική χρήση. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, τα οστά είχαν φορτωθεί στα Μουδανιά, στη θάλασσα του Μαρμαρά, και υπήρχε η φήμη ότι προέρχονταν από θύματα των σφαγών στη Μικρά Ασία. Η υπόθεση ήταν τόσο ασυνήθιστη, ώστε αναμενόταν να διαταχθεί έρευνα.
Γνωρίζουμε όμως ότι η είδηση δημοσιεύθηκε στον διεθνή Τύπο της εποχής και ότι το φορτίο περιγραφόταν ως ανθρώπινα οστά, προερχόμενα, σύμφωνα με τις τότε πληροφορίες, από τη Μικρά Ασία.
Η Θεσσαλονίκη
Το πλοίο είχε φτάσει στη Θεσσαλονίκη στις 13 Δεκεμβρίου 1924.
Εφημερίδες της εποχής αναφέρθηκαν στην παρουσία του «Ζαν Μ.» στο λιμάνι. Ωστόσο, τουλάχιστον στο δημοσίευμα της «Μακεδονίας» που έχει εντοπιστεί, δεν αναφερόταν το περιεχόμενο του φορτίου.
Άλλη εφημερίδα της εποχής, το «Εμπρός», ανέφερε ότι το πλοίο μετέφερε 400 τόνους οστών από τα Μουδανιά και ότι υπήρξε αντίδραση ανθρώπων του λιμανιού. Σύμφωνα με την αφήγηση που διέσωσε αργότερα ο Χρήστος Αγγελομάτης στο «Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας», οι εργάτες πληροφορήθηκαν την ύπαρξη του φορτίου και αντέδρασαν, ενώ ο Άγγλος πρόξενος παρενέβη και τελικά επετράπη ο απόπλους.
Η αφήγηση αυτή αποτελεί σημαντική μεταγενέστερη μαρτυρία, αλλά καλό είναι να διαχωρίζεται από τα δημοσιεύματα της ίδιας της εποχής.
Και είναι δύσκολο να μη σκεφτεί κανείς τη Θεσσαλονίκη εκείνων των ημερών.
Μια πόλη γεμάτη πρόσφυγες.
Ανθρώπους που είχαν αφήσει πίσω τους σπίτια, πατρίδες, οικογένειες. Ανθρώπους που έψαχναν ανάμεσα στους επιζώντες ένα γνώριμο πρόσωπο και ανάμεσα στις ειδήσεις ένα ίχνος για κάποιον που χάθηκε.
Και μέσα σε αυτή την πόλη, ένα πλοίο με ανθρώπινα οστά.
«Τι θα γίνουν τόσα κόκαλα;»
Μερικά χρόνια αργότερα, ο Ηλίας Βενέζης θα κατέγραφε στο «Νούμερο 31328» μια συγκλονιστική σκηνή από τα χρόνια της αιχμαλωσίας του.
Δεν πρόκειται για το φορτίο του «Ζαν». Είναι διαφορετικό περιστατικό. Η μαρτυρία του όμως μας βοηθά να καταλάβουμε τι σήμαιναν εκείνα τα οστά και πώς η ανθρώπινη ύπαρξη μπορούσε, μέσα στη φρίκη της Μικρασιατικής Καταστροφής, να καταλήξει σε ένα απρόσωπο υλικό αντικείμενο.
Ο Βενέζης περιγράφει μια ομάδα σκλάβων που οδηγείται στην Κηρτίκ-ντερέ, κοντά στη Μαγνησία. Εκεί, ανάμεσα στα βουνά, βρίσκονται αναρίθμητα ανθρώπινα λείψανα.
Οι αιχμάλωτοι αναγκάζονται να τα μετακινούν.
Στην αρχή δυσκολεύονται ακόμη και να τα αγγίξουν. Ύστερα, μέσα στην εξάντληση και την εξοικείωση με τον θάνατο, η φρίκη μοιάζει να μουδιάζει.
Κάποια στιγμή ένας από αυτούς βρίσκει ένα μικρό κρανίο.
«Ήταν παιδάκι», λέει.
Και τότε η σιωπή επιστρέφει.
Στον δρόμο της επιστροφής ένας από τους αιχμαλώτους αναρωτιέται:
«Τι θα γίνουν τόσα κόκαλα;»
Και ο Μίλτος του απαντά:
«Δεν ξέρεις τι γίνεται με τα κόκαλα;»
«Όχι.»
«Κοπριά, σύντροφε. Θα δεις μια μέρα που θα μοσκοπουληθούν...»
Η φράση είναι ανατριχιαστική.
Γιατί μέσα της βρίσκεται ολόκληρη η τραγωδία.
Ο άνθρωπος χάνεται.
Το σώμα του χάνεται.
Και ύστερα, ακόμη και τα οστά του μπορούν να αποκτήσουν οικονομική αξία.
Το «πένθιμο φορτίο»
Η υπόθεση του «Ζαν» δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη για κάθε μεταγενέστερο ισχυρισμό που διατυπώθηκε γύρω από αυτήν. Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιοι ακριβώς ήταν οι άνθρωποι των οποίων τα οστά μεταφέρονταν, ούτε ποια ήταν η τελική τύχη ολόκληρου του φορτίου.
Γνωρίζουμε όμως κάτι που αρκεί για να μας συγκλονίσει:
Τον Δεκέμβριο του 1924, λίγα μόλις χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, δημοσιεύματα της εποχής μιλούσαν για ένα βρετανικό πλοίο που μετέφερε εκατοντάδες τόνους ανθρώπινων οστών από τα Μουδανιά προς τη Μασσαλία, για βιομηχανική χρήση.
Και η εικόνα αυτή δεν χρειάζεται υπερβολές.
Γιατί πίσω από κάθε οστό υπήρξε κάποτε ένας άνθρωπος.
Κάποιος που είχε όνομα.
Είχε σπίτι.
Είχε μάνα και πατέρα.
Είχε παιδιά ή αδέλφια.
Είχε μια φωνή που κάποιος αγαπούσε.
Είχε όνειρα για το αύριο.
Κι έπειτα ήρθε η καταστροφή.
Και εκεί όπου κάποτε υπήρχε ένας άνθρωπος, έμειναν μόνο τα οστά.
Κι ούτε αυτά, φαίνεται, έμειναν για πολύ έξω από τη λογική του κέρδους.
Η τραγωδία δεν τελειώνει πάντοτε όταν σταματά η ζωή.
Μερικές φορές συνεχίζεται ακόμη και μετά τον θάνατο.
Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να χάσει τη ζωή του.
Και μπορεί, ακόμη και μετά τον θάνατό του, να χάσει την τελευταία του αξιοπρέπεια:
την ησυχία του τάφου.
Εικόνα: Βασίλι Βερεσάγκιν (Vasily Vereshchagin), The Apotheosis of War, 1871.
Πηγές:
Βλάσης Αγτζίδης, εισαγωγή στο βιβλίο του Μιχαήλ Αγγέλου, Η Μικρασιατική Τραγωδία.
Μιχαήλ Άγγελος,
Μιχαήλ Άγγελος, Η Μικρασιατική Τραγωδία υπ’ αυτόπτου μάρτυρος.
Χρήστος Αγγελομάτης,
Χρήστος Αγγελομάτης, Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας.
Ηλίας Βενέζης, Το Νούμερο 31328, Εστία, Αθήνα, 1931, σ. 217–218.
The New York Times, 23 Δεκεμβρίου 1924, «Yarn of a Cargo of Human Bones».
Εμπρός, 14 Δεκεμβρίου 1924.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου