Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

Τὰ πάθη ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς - Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

Τ πθη μεγαλτερος χθρς

Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αγουστίνου Καντιώτου

«Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καἀκολουθείτω μοι» (Μρκ. 8,34)

Τί λέει τ εαγγέλιο σήμερα (βλ. Μρκ. 8,34 – 9,1), γαπητοί μου; Φωνάζει χι ερήνη, λλ πόλεμο! ατ λέει. σοι πιστεύουν στ Χριστό, ντρες γυνακες κα παιδιά, στ πλα!

–Μ τί λόγος εν ̓ ατός;… Κα ποιοί ενε λοιπν ο χθρο πο χουμε πέναντί μας; ενε Βούλγαροι, λβανοί, ̔Ρσοι, Τορκοι;

χι ατοί. Κα μως, ν θέλουμε ν ζήσουμε, κα ς οκογένεια κα ς κοινωνία κα ς θνος, στ πλα! Ενε νάγκη ν χτυπήσουμε λύπητα, μέχρι ξοντώσεως, ναν χθρό, προαιώνιο χθρ το γένους μας. Κι ατός, π ̓ ριθμν να χθρς ενε κοντά, πολ κοντά μας· ενε αυτός μας, κακς αυτός μας· ο κακίες, τ πάθη μας. Νά λοιπν τί λέει τ σημεριν εαγγέλιο· Χριστιανοί, μπρς ν χτυπήσουμε τν διεφθαρμένο αυτό μας!

Φαίνονται δύσκολα ατά; χρειάζεται ν τ κάνω λειανά; Θ φέρω λοιπν δύο – τρία παραδείγματα, γι ν φαν τι ατ πο λέει τ εαγγέλιο ενε μία μεγάλη λήθεια.

Πρ μερν ρθε στ μητρόπολι ς τουρίστρια π τ Θεσσαλονίκη μι γυναίκα καλς οκογενείας. ταν μάνα. –Συμφορ μεγάλη, μο λέει, στ σπίτι μου. –Τί συμφορά; –Εχα να παιδ ξυπνο, ριστο στ μαθήματα· κα χεροδύναμο, πέτρα πιανε κα τν σποσε. Τώρα… κι ρχισε ν κλαί. –Τί; –μπλεξε μ κακς παρέες, πο γέμισε Θεσσαλονίκη… (Κλάψτε, δέρφια μου, γονες πο στέλνετε τ παιδιά σας ν σπουδάσουν στ πανεπιστήμια κα χάνουν ,τι ερ παρθενικ κα γιο χει Χριστιανς λληνας).

Κάποια παρέα, πο ξερε τ μυστικ τν ναρκωτικν, τν μαθαν ν ουφά χασίς. Κα γινε πάθος του. Τ τέλος; οτε μαθήματα, οτε δουλειά. νας κνηρός, κακοποιός, πικίνδυνος νθρωπος. Τώρα ενε κλεισμένος κε σ μι κλινικ κα πηγαίνουν ο γονες του. Πάει πι λαμπηδόνα το νο του, εφυΐα, ξιωσύνη του. χρηστος! Ποιός τν κατέστρεψε; Τορκος, λβανός, Γερμανός; διος αυτός του, τ πάθος, μέθη. Νά λοιπν χθρός.

λλο παράδειγμα. ρθε μι γρι μάνα π να χωρι ξω π τ μύνταιο – μν πομε τ ̓ νομα. Μπκε στ γραφεο κ ̓ κλαιγε κα ατή. Τί τς συνέβη. Εχε να γόρι, παιδ μονάκριβο, πο πρε μι πολ καλ γυνακα κα εχαν 4 – 5 παιδιά. –Μάνα θ φύγω, λέει. –Παιδί μου, μ φεύγεις· κάθησ ̓ δ, κα μ τ λιγοστ πο βγάζουν τ χωράφια μας θ ζήσουμε. –χι· θ πάω στ ξένα, ν μαζέψω χρήματα, κα θ γυρίσω ν χτίσω πολυκατοικία μ μαγαζιά, ν γίνω νθρωπος… φυγε, πγε στ Γερμανία, πιασε δουλει σ ργοστάσιο. Τν πρτο μνα, δεύτερο μνα, τρίτο μνα στελνε διακόσα – τριακόσα μάρκα. Τν τέταρτο μνα κόπηκαν τ χρήματα· οτε μάρκο. γυναίκα πέφερε, τ παιδι πεινοσαν. π δπ ̓κε, τί μαθαίνουν· μπλεξε! –Μ ποιόν; ωτ, μ Γερμανίδα, μ ταλίδα, μ γγλέζα; –χι· μ Τουρκάλα! κος μ Τουρκάλα; μο λέει. μες φύγαμε π τ Μικρ σία, γι ν μ βλέπουμε τος Τουρκαλάδες, κι ατς ν σμίξ μ Τουρκάλα; Θ πεθάνω. Πάει τ σπίτι του… Σς ρωτ, γαπητοί μου ποιός τ κατέστρεψε; διος. Πς; Μ τ φιληδονία του, μ τ πάθος τς σαρκός.

Τν να τν καταστρέφουν τ ναρκωτικά, τν λλον μοιχεία· χθρς λοιπν ενε μέσα στν καρδιά· ενε τ λεειν πάθη, τ θεοποιημένα λαττώματά μας. Θέλετε τώρα κα να παράδειγμα πο διαφθορ διαλύει χι τομα λλ θνη λόκληρα; Τ επε Γραφή· «λασσονοσι φυλς μαρτίαι» (Παρ. 14,34). Στος βαλκανικος πολέμους τ παιδι τς λλάδος, νας μικρς στρατός (τέσσερις μεραρχίες), λλ μ μιά ψυχή, μιά πίστι, μιά πατρίδα, ξεκίνησαν π τ Λάρισσα κα τν Τύρναβο καί, περνώντας βουν λαγκάδια, στς 26 κτωβρίου 1912 –ναί, πιστοι κα θεοι, τν μέρα το γίου Δημητρίου!– μπκαν σν ετο στ Θεσσσαλονίκη κα ψαλαν τ πολυτίκιο το Μυροβλύτου. Κι π κε, πάλι σν ετοί, τ λίγα κενα εζωνικά μας τάγματα, νωμένοι, μακρι π κολασίες κα διαφθορά, γν παιδιά, μόλυντα σν τ λόλευκα χιόνια, μπκαν στ Γιάννενα, κα μετ φτασαν μέχρι τ Σόφια. π κε διος στρατς βγκε στ Σμύρνη κα μετ προχώρησαν μέσα βαθειά, πρς τν Κόκκινη Μηλιά, περνώντας τν Σαγγάριο μ τν Πλαστήρα τν ρωικ συνταγματάρχη, πο βλεπε μ τ κιάλια τν γκυρα… Θέλαμε ν μπομε στν γκυρα; χι δν μπήκαμε. Μς νίκησαν ο Τορκοι. διος μως Κεμλ επε· Ν ξέρετε, Τορκοι, δν νικήσαμε μες τος λληνες· ο λληνες νικήθηκαν μόνοι τους… Θυμμαι κα στ χωριό μας, ταν γύρισε άκος νας λοχίας π τ μέτωπο κα λεγε· Δν μς φαγαν ο Τορκοι· μς φαγε διχόνοια, πο μς χώρισε. Νά λοιπν χθρός· μες ο διοι, πο χουμε μέσ ̓ στν καρδιά μας τ πάθη! ν μπορούσαμε ν ξερριζώσουμε π τν καρδιά μας τ διχόνοια, τν κακία, τ πάθος!…

Γι ̓ ατ τ εαγγέλιο σήμερα (βλ. Μάρκ. 8,34 – 9,1) λέει· Θάνατος στ πάθη! Κα ποιός π μς δν χει πάθη; Στ σπίτι γονατίστε μπροστ στν εκόνα· ρευνστε τ βάθη σας, κα θ δτε τί φίδια φαρμακερ κρύβει καρδιά. Ατ σημαίνει λόγος το Χριστο «παρνησάσθω αυτόν»(Μάρκ. 8,34)· ν ̓ ρνηθομε τν αυτό μας, ν θανατώσουμε τν διεφθαρμένο αυτό μας.

√ Μετὰ συνεχίζει· «καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ» (ἔ.ἀ.), νὰ σηκώσουμε δηλαδὴ τὸ σταυρό μας. Τί ἐννοεῖ; νὰ πάρουμε τὸ πριόνι, νὰ πᾶμε στὸ δάσος, νὰ κόψουμε δυὸ ξύλα, νὰ τὰ τοποθετήσουμε ἐγκαρσίως καὶ νὰ σχηματίσουμε σταυρό; Ὄχι, κάτι ἄλλο ἐννοεῖ. Ποιός εἶνε ὁ σταυρός; Εἶνε οἱ κόποι, οἱ πόνοι, τὰ δάκρυα, τὰ βάσανα, οἱ συμφορὲς σ ̓ αὐτὸ τὸν κόσμο. νας κλαίει πάνω στν τάφο τς νεαρς γυναίκας του. Παιδι κλανε, γιατ χασαν τν πατέρα κ ̓ μειναν ρφανά. λλος στ νοσοκομεο λυγίζει πάνω στ κρεβάτι κι π ρα σ ρα περιμένει ν ξεψυχήσ. λλος ενε στ φυλακή, γιατ βρέθηκαν ψευδομάρτυρες, παλάμισαν στ δικαστήριο τ Εαγγέλιο, κ ̓ τσι θος καταδικάστηκε. λλος…, λλος… Δυστυχίες πειρες. Δν πάρχει, δν πάρχει νθρωπος πο ν μν χ κάποια στενοχώρια, κάποια θλψι, κάποια λύπη. , λα ατ τ βάσανα τς ζως ενε σταυρς το καθενός· χηρεία, ρφάνια, φτώχεια, συκοφαντία, δικία, τ δυστυχήματα, ο συμφορές. Γενναα ς σηκώσουμε τ σταυρό μας.

Κάποιος δ στ σύνορα, νεαρός, ργατικ παιδί, μ χωράφια, σπίτια, δέχτηκε μι λέξι προσβλητική, πο το ̓πε κάποιος μέσα σ μαγαζί· κα τόσο το κόστισε, στε πγε μέσως τ νύχτα, πρε τ πλο, πυροβόλησε στ πρόσωπό του κα ατοκτόνησε· γι τ τίποτα. χι τσι. Γενναοι, καρτερικοί! Κι ν βρ τ σπίτι συμφορά, πένθος, γκατάλειψι, νάγκη, σ μν πελπιστς, λλ πς μαζ μ τν ποιητή· «Κι ν δν μο μείν ντς το κόσμου πο ν ̓ κουμπήσω, ν σταθ, κε ψηλ εν ̓ Θεός μου, πς μπορ ν ̓ πελπιστ;».

√ Λοιπν τ πρτο ενε «παρνησάσθω», τ δεύτερο «ράτω», κα τ τρίτο «κολουθείτω μοι» (..). πως τ ρνάκι κολουθε τν τσοπνο, πως τ κλωσσόπουλα κολουθον τν ρνιθα, πως τ παιδι κολουθον τ μάνα, πως ο μαθητα κολουθον τ δάσκαλο, πως ο στρατιτες κολουθον τν ξιωματικό, τσι μες ν ̓ κολουθομε – ποιόν; Τν να! Δν πάρχει λλος. Κάτω π τ στρα κα μέσα στς χιλιετίες νας ενε Χριστός. Κι ατο κόμα ο πιστοι θ ρθ ρα πο θ γονατίσουν κα θ πον ατ πο κομε στ θεία λειτουργία· «Ες γιος, ες Κύριος, ησος Χριστός, ες δόξαν Θεο Πατρός· μήν» (Φιλ. 2,11 & θ. Λειτ.).

Δύο δρόμοι πάρχουν· νας ενε δρόμος τς κακίας, το σαταν· λλος ενε δρόμος τς ρετς, το Χριστο. Πάντα μπρός λοιπόν, γενναα παιδι τς κκλησίας, προχωρετε! Ποτέ στ δρόμο τς μαρτίας· κολουθετε τ Χριστ παντο που πορεύεται· στν ορδάνη, στν ρημο, στ Θαβώρ, στ Γεθσημαν, μέχρι κα στ Γολγοθ κα στ θάνατο. «κολούθει μοι» (Ματθ. 8,22· 9,9 κ..) βμα πρς βμα. Ατ λέει μ πλ λόγια τ ερ εαγγέλιο.

Τ εαγγέλιο, δελφοί μου, χει σήμερα μία λέξι, πάνω στν ποία στηρίζεται λευθερία μας, τ δόγμα τς λευθερίας το νθρώπου. Επε τ λόγια του Χριστός. Σν Θες μποροσε «ν μς πιάσ π τ ̓ ατί» κα ν μς πά κοντ στ Θεό. Δν τ κανε. κούσατε; «στις θέλει πίσω μου κολουθεν…» (..)· ποιος θέλει! Κανένα δν βιάζει.

βαλε μπροστά σου τ φωτι κα τ νερόκι που θελήσς, θ ̓ πλώσς τ χέρι (Σ. Σειρ. 15,16). ν τ ̓ πλώσς στ φωτιά, θ κας· ν τ ̓ πλώσς στ νερό, θ δροσιστς. Διάλεξε κα πάρε.

Φωτιά, στροπελέκι, συμφορ ενε μαρτία· νερ δροστο, κρυστάλλινο, ενε τ Εαγγέλιο. Κοντ στ Χριστ κα μόνο στ Χριστό! Γράψτε το. Πολλ θ δομε· δν τελείωσαν κόμη τ βάσανα το κόσμου. τρίτος παγκόσμιος πόλεμος θέλουμε – δν θέλουμε ρχεται. καταστροφ θ ενε περίγραπτη.

ποιος πάει κόντρα μ τ Χριστό, θ γίν στάχτη. ποιος πά μαζ μ τ Χριστό, –κα νας ν μείνς–, ατς θ νικήσ. Δν θ νικήσουν ο θεοι, ο πιστοι, ο ντίχριστοι, θ νικήσ Χριστός· ν, παδες λλήνων, μνετε κα περυψοτε ατν ες τος αἰῶνας ().

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Είχα καιρό να διαβάσω τόσο μεστό κείμενο. Με έπιασαν δάκρυα.