Ο άγιος Σιλουανός και η διάκριση στη χρήση
των Αγιοπατερικών λόγων
Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Η εορτή του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη, στις 24
Σεπτεμβρίου, προσφέρει την αφορμή να εξετάσουμε πώς μεταφέρουμε τους λόγους των
αγίων στη ζωή των πιστών. Ιδιαίτερα η φράση «Κράτει τὸν νοῦν σου εἰς τὸν ᾅδην καὶ μὴ ἀπελπίζου»,
την οποία ο άγιος μαρτυρεί ότι έλαβε από τον Χριστό, απαιτεί προσεκτική
ερμηνεία. Συνδέεται με την προσωπική του εμπειρία της χάριτος και τον ασκητικό
του αγώνα.
Το ερώτημα δεν είναι αν επιτρέπεται να
επαναλαμβάνουμε αυτόν τον λόγο, αλλά πώς τον ερμηνεύουμε και σε ποιον τον
απευθύνουμε. Άλλο να διδασκόμαστε από αυτόν ελπίδα και ταπείνωση και άλλο να
τον προτείνουμε αδιακρίτως ως πνευματική συμβουλή και άσκηση σε κάθε άνθρωπο. Η
καθολική σημασία μιας πνευματικής διδασκαλίας δεν συνεπάγεται ομοιόμορφη
εφαρμογή της.
Ο λόγος μέσα στην εμπειρία του αγίου
Ο αρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ζάχαρου διακρίνει τη χαρισματική κατάσταση του Σιλουανού από την καθημερινή πρόσληψη του πνεύματος της διδασκαλίας του. Η υπομονή στις θλίψεις και η ελπίδα στο έλεος του Θεού αποτελούν τρόπους συμμετοχής σε αυτό το πνεύμα, χωρίς να προϋποθέτουν την αναπαραγωγή της ιδιαίτερης εμπειρίας του αγίου.
Ακόμη σαφέστερος είναι ο αρχιμανδρίτης Πέτρος
Βρύζας: παραπέμποντας στον άγιο Σωφρόνιο, επισημαίνει ότι δεν μπορούν όλοι να
αντέξουν τη συγκεκριμένη άσκηση και ότι καθένας χρειάζεται να γνωρίζει το μέτρο
του. Παράλληλα, υπογραμμίζει πως ο λόγος παραμένει σημαντικός για όλους και
προτείνει ως αφετηρία το δεύτερο μέρος του: «μὴ ἀπελπίζου». Η ελπίδα εδώ δεν είναι αφηρημένη
αισιοδοξία, αλλά εμπιστοσύνη στον Χριστό.
Δεν θα ήταν, λοιπόν, σωστό ούτε να περιορίσουμε τη
διδασκαλία αποκλειστικά στον Σιλουανό ούτε να τη μετατρέψουμε σε υποχρεωτική
πρακτική για όλους. Η διάκριση ανάμεσα στο πνευματικό νόημα και στην προσωπική
ασκητική εφαρμογή προστατεύει τόσο τον λόγο του αγίου από την παρανόηση όσο και
τον αποδέκτη του από μια απαίτηση δυσανάλογη προς τις δυνάμεις του.
Κοινή κλήση, διαφορετικός αγώνας
Τη βάση αυτής της διάκρισης βρίσκουμε ήδη στην
Αποστολική παραίνεση. Στην ίδια εκκλησιαστική κοινότητα ο Παύλος ζητεί νουθεσία
για τους ατάκτους, παρηγοριά για τους ολιγοψύχους, στήριξη για τους ασθενείς
και μακροθυμία προς όλους (Α΄ Θεσ. 5:14). Δεν προτείνει διαφορετική πίστη, αλλά
διαφορετική ποιμαντική αντιμετώπιση ανάλογα με την ανάγκη του προσώπου. Η
ενότητα της εκκλησιαστικής ζωής δεν καταργεί την προσωπική φροντίδα.
Με αυτό το κριτήριο μπορούμε να προσεγγίσουμε και
τη σχέση μοναχικής και λαϊκής ζωής. Δεν χρειαζόμαστε δύο Ευαγγέλια, ένα αυστηρό
για τους μοναχούς και ένα ευκολότερο για τους λαϊκούς. Χρειάζεται, όμως, να
διακρίνουμε την κοινή κλήση στην αγάπη και στη μετάνοια από τις συγκεκριμένες
μορφές της άσκησης.
Η φροντίδα ενός ασθενούς, η ανατροφή των παιδιών,
η εντιμότητα στην εργασία μπορούν να αποτελούν καθημερινά πεδία αυταπάρνησης
και έμπρακτης αγάπης. Δεν πρέπει να υποτιμώνται επειδή δεν μοιάζουν εξωτερικά
με την άσκηση ενός ερημίτη. Αντίστοιχα, δεν πρέπει να θεωρούμε τη μοναχική
ιδιότητα επαρκή λόγο για την επιβολή κάθε απαιτητικής άσκησης.
Αυτή η διαφοροποίηση δεν προτείνεται ως
δικαιολογία πνευματικής αδράνειας. Δεν σημαίνει ότι καθένας επιλέγει μόνο όσα
τον βολεύουν, αλλά ότι η άσκηση χρειάζεται να υπηρετεί την πραγματική
μεταμόρφωση της ζωής του, όχι τη μίμηση εξωτερικών γνωρισμάτων μιας άλλης
πορείας.
Η ποιμαντική ευθύνη της διάκρισης
Σημαντική βοήθεια μας προσφέρει ο 102ος κανόνας
της Πενθέκτης Συνόδου. Στο πλαίσιο της μετανοίας, απαιτεί από τον Πνευματικό να
εξετάζει την κατάσταση του ανθρώπου και να προσφέρει την κατάλληλη θεραπευτική
αντιμετώπιση, αποφεύγοντας τόσο την απελπισία όσο και τη χαλάρωση που οδηγεί
στην αδιαφορία. Κατ’ αναλογία, το κριτήριο αυτό μπορεί να καθοδηγήσει και τη
χρήση των ασκητικών συμβουλών: ζητούμενο δεν είναι η μέγιστη αυστηρότητα, αλλά
η θεραπεία του συγκεκριμένου προσώπου.
Πριν, επομένως, απευθύνουμε έναν τόσο απαιτητικό
λόγο σε κάποιον, χρειάζεται να αναρωτηθούμε: γνωρίζουμε τον αγώνα του; Έχουμε
ακούσει τον πόνο του; Τον βοηθούμε να εμπιστευθεί τον Χριστό ή του
υποδεικνύουμε ένα ασκητικό βάρος που δεν γνωρίζουμε αν μπορεί να σηκώσει;
Ο αρχιμανδρίτης Ζαχαρίας περιγράφει την ποιμαντική
διακονία ως προσφορά παρηγοριάς και ελπίδας, με ταπεινή υπηρεσία και όχι με
επίδειξη εξουσίας. Η επίκληση ενός αγίου δεν μας απαλλάσσει από αυτή την
ευθύνη. Αντίθετα, απαιτεί μεγαλύτερη προσοχή στον τρόπο με τον οποίο
χρησιμοποιούμε τον λόγο του.
Ας τιμήσουμε, λοιπόν, τον άγιο Σιλουανό χωρίς να
απαιτούμε από κάθε πιστό να επαναλάβει την πορεία του. Ας μη μετατρέπουμε μια
προσωπική ασκητική υπόδειξη σε υποχρεωτική εντολή. Η πιστότητα στην παράδοση
δεν μετριέται μόνο με την ακρίβεια της παράθεσης, αλλά και με την ευθύνη της
εφαρμογής. Ένα Ευαγγέλιο για όλους δεν σημαίνει έναν ασκητικό κανόνα για όλους.
(Ο αρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ζάχαρου είναι μαθητής
του αγίου Σωφρονίου και πνευματικός της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής
Μονής Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ της Αγγλίας. Με το συγγραφικό, μεταφραστικό
και ποιμαντικό του έργο συμβάλλει στη γνωριμία με τη διδασκαλία των αγίων
Σιλουανού και Σωφρονίου. Ο αρχιμανδρίτης Πέτρος Βρύζας είναι ηγούμενος της
ίδιας Μονής από το 2019 και διδάκτωρ Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου
Θεσσαλονίκης, με αντικείμενο έρευνας το μυστήριο του λόγου του Θεού στη ζωή και
στα συγγράμματα του αγίου Σωφρονίου. Οι αναφορές τους αξιοποιήθηκαν στο κείμενο
λόγω της ιδιαίτερης σχέσης τους με τη μελέτη και τη μετάδοση αυτής της
πνευματικής παράδοσης).
***
Saint Silouan
and Discernment in the Use of Patristic Sayings
The feast of
Saint Silouan the Athonite, celebrated on September 24, offers an opportunity
to consider how we bring the words of the saints into the lives of the
faithful. In particular, the saying “Keep thy mind in hell, and despair not,”
which the saint testifies he received from Christ, calls for careful
interpretation. It is bound up with his personal experience of grace and his
profound ascetic struggle.
The question is
not whether we may repeat this saying, but how we interpret it and to whom we
address it. It is one thing to learn hope and humility from it, and quite
another to recommend it indiscriminately as spiritual counsel and an ascetic
practice for everyone. The universal significance of a spiritual teaching does
not imply that it should be applied uniformly.
The Saying in
the Context of the Saint’s Experience
Archimandrite
Zacharias Zacharou distinguishes between Silouan’s grace-filled spiritual state
and the ways in which the spirit of his teaching can be embraced in everyday
life. Patience in affliction and hope in God’s mercy are ways of sharing in
this spirit, without requiring us to reproduce the saint’s particular
experience.
Archimandrite
Peter Vryzas is even more explicit: referring to Saint Sophrony, he points out
that not everyone can bear this particular ascetic practice and that each
person needs to know their own measure. At the same time, he stresses that the
saying remains significant for everyone and proposes its second part as a
starting point: “despair not.” Hope here is not abstract optimism, but trust in
Christ.
It would
therefore be wrong either to limit this teaching exclusively to Silouan or to
turn it into a compulsory practice for everyone. The distinction between its
spiritual meaning and its personal ascetic application protects both the
saint’s words from misunderstanding and those who receive them from a demand
beyond their strength.
A Common
Calling, Different Forms of Struggle
The basis for
this distinction is already present in the Apostle’s exhortation. Within the
same ecclesial community, Paul calls for admonition of the unruly,
encouragement of the fainthearted, support for the weak, and patience with
everyone (1 Thess. 5:14). He does not propose a different faith, but a
different pastoral response according to each person’s needs. The unity of the
Church’s life does not dispense with personal care.
This same
criterion can guide our understanding of the relationship between monastic and
lay life. We do not need two Gospels—a strict one for monastics and an easier
one for the laity. We do, however, need to distinguish the common calling to
love and repentance from the particular forms of ascetic practice.
Caring for
someone who is ill, raising children, and acting with integrity at work can
provide daily opportunities for self-denial and love in action. These should
not be undervalued because they do not outwardly resemble a hermit’s ascetic
practice. Likewise, we should not regard someone’s monastic status as
sufficient reason to impose every demanding ascetic practice upon them.
This
differentiation is not offered as an excuse for spiritual inertia. It does not
mean that each person chooses only what suits them, but that ascetic practice
must serve the genuine transformation of their life, rather than the imitation
of the outward features of another person’s path.
The Pastoral
Responsibility of Discernment
Canon 102 of
the Quinisext Council offers valuable guidance. In the context of repentance,
it requires the spiritual father to examine the person’s condition and offer
appropriate spiritual treatment, avoiding both despair and the laxity that
leads to indifference. By analogy, this criterion can also guide the use of
ascetic counsel: the aim is not the greatest possible severity, but the healing
of the particular person.
Before
addressing such a demanding saying to someone, therefore, we need to ask
ourselves: Do we know their struggle? Have we listened to their pain? Are we
helping them to trust in Christ, or are we prescribing an ascetic burden
without knowing whether they can bear it?
Archimandrite
Zacharias describes pastoral ministry as offering comfort and hope through
humble service rather than a display of authority. Invoking a saint does not
absolve us of this responsibility. On the contrary, it calls for greater care
in the way we use the saint’s words.
Let us, then,
honour Saint Silouan without demanding that every believer retrace his path.
Let us not turn a personal ascetic instruction into a compulsory command.
Faithfulness to tradition is measured both by the accuracy of our quotations
and by the responsibility with which we apply them. One Gospel for all does not
mean one ascetic rule for all.
(Archimandrite
Zacharias Zacharou is a disciple of Saint Sophrony and a spiritual father at
the Holy Patriarchal and Stavropegic Monastery of Saint John the Baptist in
Essex, England. Through his writing, translation, and pastoral work, he helps
make the teachings of Saints Silouan and Sophrony more widely known.
Archimandrite Peter Vryzas has been abbot of the same monastery since 2019 and
holds a doctorate in Theology from the Aristotle University of Thessaloniki.
His research focused on the mystery of the word of God in the life and writings
of Saint Sophrony. Their insights have been drawn upon in this article because
of their close involvement in the study and transmission of this spiritual
tradition.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου