«Ἐπανάγαγε
εἰς τὸ βάθος»
Μητροπολίτης
Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Α΄ Κυριακής του Λουκά
συναντούμε ανθρώπους κουρασμένους από μια άκαρπη νύχτα. Οι ψαράδες έχουν
επιστρέψει χωρίς ψάρια και πλένουν τα δίχτυα τους. Εκεί τους βρίσκει ο Χριστός.
Δεν γεμίζει με τρόπο θαυματουργικό τις βάρκες στην ακτή, αφήνοντάς τους θεατές
μιας εντυπωσιακής επίδειξης. Ζητά από τον Σίμωνα να ξανοιχτεί: «Ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος». Και τους καλεί να ρίξουν πάλι τα δίχτυα
(Λουκ. 5:1–11).
Ο Πέτρος δεν κρύβει την απογοήτευσή του. Όλη τη
νύχτα κοπίασαν χωρίς αποτέλεσμα. Ωστόσο, εμπιστεύεται τον λόγο του Κυρίου και
ξαναδοκιμάζει. Η θαυμαστή ψαριά δεν καταργεί την εργασία: οι ψαράδες ρίχνουν τα
δίχτυα, καλούν τους συντρόφους τους, γεμίζουν τα πλοία και τα φέρνουν στη
στεριά. Το δώρο είναι του Θεού, αλλά τα ανθρώπινα χέρια δεν μένουν αδρανή. Ο
Χριστός δεν μας θέλει απλώς θεατές της αγαθότητάς Του, αλλά μετόχους της.
Αυτή η σχέση ερμηνεύει ό,τι η Ορθόδοξη παράδοση ονομάζει συνέργεια: την ελεύθερη ανταπόκριση του ανθρώπου στη χάρη του Θεού. Δεν πρόκειται για συνεργασία δύο ισοδύναμων δυνάμεων ούτε για συμφωνία όπου ο άνθρωπος προσφέρει κόπο και αγοράζει ένα θαύμα. Ο Θεός χαρίζει· ο άνθρωπος ανταποκρίνεται. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή στη φράση «εμείς κάνουμε όσα μπορούμε και ύστερα αναλαμβάνει ο Θεός». Η χάρη Του δεν εμφανίζεται απλώς όταν εξαντληθούν οι δυνάμεις μας. Μας καλεί, μας στηρίζει και συνοδεύει ολόκληρη την προσπάθεια. Η σωτηρία παραμένει δωρεά, όχι ανθρώπινο κατόρθωμα.
Την συνέργεια την βλέπουμε και στον χορτασμό των
πεντακισχιλίων. Μπροστά στο πεινασμένο πλήθος, οι μαθητές διαθέτουν μόλις πέντε
ψωμιά και δύο ψάρια. Ο Χριστός ζητά να Του τα φέρουν. Δέχεται αυτό το λίγο, το
ευλογεί και χορταίνει τους ανθρώπους (Ματθ. 14:14–21). Η ανθρώπινη προσφορά δεν
επαρκεί· γίνεται όμως δεκτή από τον Χριστό και μεταποιείται σε ευλογία
χορτασμού.
Στην ανάσταση του Λαζάρου ο Κύριος ζητά από τους
παρισταμένους να μετακινήσουν την πέτρα και, όταν ο νεκρός εξέλθει ζωντανός, να
τον λύσουν από τα σάβανα (Ιω. 11:39–44). Εκείνοι μπορούν να ανοίξουν τον τάφο·
δεν μπορούν να νικήσουν τον θάνατο. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εξηγεί ότι,
συμμετέχοντας με τα ίδια τους τα χέρια, γίνονται αδιαμφισβήτητοι μάρτυρες του
θαύματος.
Άλλοτε η συνέργεια δεν είναι χειρωνακτική εργασία,
αλλά άνοιγμα της καρδιάς. «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;» ρωτά ο Ιησούς τον παράλυτο
(Ιω. 5:6). Μπορούμε να ακούσουμε στην ερώτηση αυτή τον σεβασμό Του προς το
πρόσωπο που υποφέρει. Δεν πρέπει, ωστόσο, να μετατρέψουμε τη συνέργεια σε
άκαμπτο κανόνα που εξηγεί κάθε θαύμα: ο ίδιος ο Λάζαρος, νεκρός, δεν μπορούσε
να εκφράσει προηγούμενη συγκατάθεση. Ούτε δικαιούμαστε να θεωρούμε την απουσία
θεραπείας απόδειξη ανεπαρκούς πίστης. Η χάρη δεν είναι μηχανισμός που
ενεργοποιείται με τη σωστή ανθρώπινη κίνηση.
Η θαυμαστή αλιεία προτυπώνει και το έργο της
αποστολής. Οι ψαράδες καλούνται πλέον να οδηγήσουν ανθρώπους στη ζωή κοντά στον
Χριστό. Θα κοπιάσουν, αλλά δεν θα γίνουν ιδιοκτήτες της χάριτος. Ο Παύλος το
εκφράζει καθαρά: εκείνος φύτεψε, ο Απολλώς πότισε, όμως ο Θεός έδωσε την αύξηση
(Α΄ Κορ. 3:6–9).
Αυτή η ευθύνη συνεχίζεται στους επισκόπους, μέσα
στην αποστολική διαδοχή, και στους πρεσβυτέρους και διακόνους που υπηρετούν
μαζί τους. Η χειροτονία δεν απαλλάσσει από τον κόπο και την προσωπική ευθύνη.
Συγχρόνως, η δύναμη των μυστηρίων δεν πηγάζει από την ικανότητα ή την αρετή του
λειτουργού, αλλά από τον Χριστό, που ενεργεί στην Εκκλησία διά του Αγίου
Πνεύματος.
***
“Put Out into
the Deep”
In the Gospel
reading for the First Sunday of Luke, we encounter people weary after a
fruitless night. The fishermen have returned without any fish and are washing
their nets. It is there that Christ finds them. He does not miraculously fill
their boats at the shore, leaving them as spectators of an impressive display.
He asks Simon to venture out: “Put out into the deep.” And He calls them to
lower their nets once more (Luke 5:1–11).
Peter does not
hide his disappointment. They have toiled all night without success. Yet he
trusts the Lord’s word and tries again. The miraculous catch does not eliminate
the work: the fishermen lower their nets, call their partners, fill the boats,
and bring them ashore. The gift is God’s, but human hands do not remain idle.
Christ does not want us merely to witness His goodness, but to participate in
it.
This
relationship illustrates what the Orthodox tradition calls synergy: the human
person’s free response to the grace of God. This is neither cooperation between
two equal powers nor an agreement in which a person offers effort and purchases
a miracle. God gives freely; the human person responds. We must therefore be
careful with the phrase, “We do what we can, and then God takes over.” His
grace does not simply appear when our strength is exhausted. It calls us,
sustains us, and accompanies our entire effort. Salvation remains a gift, not a
human achievement.
We also see
this synergy in the feeding of the five thousand. Faced with the hungry crowd,
the disciples have only five loaves and two fish. Christ asks them to bring
these to Him. He accepts this small offering, blesses it, and feeds the people
(Matthew 14:14–21). The human offering is insufficient; yet Christ receives it
and transforms it into a blessing that satisfies their hunger.
At the raising
of Lazarus, the Lord asks those present to move the stone and, when the dead
man comes out alive, to unbind him from his burial cloths (John 11:39–44). They
can open the tomb; they cannot conquer death. Saint John Chrysostom explains
that, by taking part with their own hands, they become unquestionable witnesses
to the miracle.
At other times,
synergy takes the form not of manual labor, but of an opening of the heart. “Do
you want to be made well?” Jesus asks the paralyzed man (John 5:6). In this
question, we can hear His respect for the person who is suffering. Yet we must
not turn synergy into a rigid rule that explains every miracle: Lazarus
himself, being dead, could not express his consent beforehand. Nor are we
entitled to regard the absence of healing as evidence of insufficient faith.
Grace is not a mechanism activated by the right human action.
The miraculous
catch also foreshadows the work of the apostolic mission. The fishermen are now
called to lead people into life with Christ. They will labor, but they will not
become owners of grace. Paul expresses this clearly: he planted, Apollos watered,
but God gave the growth (1 Corinthians 3:6–9).
This
responsibility continues in the bishops, through apostolic succession, and in
the priests and deacons who serve alongside them. Ordination does not exempt
them from hard work and personal responsibility. At the same time, the power of
the sacraments does not flow from the ability or virtue of the minister, but
from Christ, who acts in the Church through the Holy Spirit.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου