Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

«Ὑπαγω ἁλιευειν» - Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

  

«Ὑπαγω ἁλιευειν»

Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

«Λέγει αὐτοῖς Σίμων Πέτρος· Ὑπάγω ἁλιεύειν.
λέγουσιν αὐτῷ· Ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς σὺν σοί» (Ἰω. 21,3)

Τρία χρόνια ἔχουν περάσει ἀφ᾽ ὅτου ὁ Κύριος διάλεξε καὶ κάλεσε κοντά του τοὺς μαθητάς του. Αὐτοί, ὅπως εἴδαμε στὸ πρῶτο μέρος τοῦ βιβλίου (σσ. …–…), πρόθυμα ἐγ­κατέλειψαν ὅ,τι ἀγαπητὸ εἶχαν σ᾽ αὐτὸ τὸν κόσμο καὶ ἀ­κο­λούθησαν τὸν Κύριο. Ὅπως ὁ μαγνήτης ἑλκύει τὰ ῥινί­σμα­τα, ἔτσι ὁ Χριστός, ὁ θεϊκὸς μαγνήτης, εἵλ­κυσε τὶς εὐγενι­κὲς καρδιές τους. Δὲν ἀ­πομακρύ­νονταν καθόλου ἀπ᾽ αὐ­τόν, ἦταν πάν­τα μαζί του. Βλέποντας ἕνα ἀνέκφραστο με­γα­λεῖο ἀ­ρε­τῆς, μπροστά τους οἱ ἀρετὲς τῶν συγχρόνων τό­τε πνευ­ματικῶν ἡγετῶν τοῦ Ἰσραὴλ ἐκμηδενίζονταν. Ἀσύγ­κριτος ἦ­ταν ὁ Διδάσκαλος. Τὸν ἀ­κολουθοῦσαν βῆμα πρὸς βῆμα. Ἄ­κουγαν τὰ θε­ϊκὰ λόγια του, ἔβλεπαν τὰ ἐξαίσια, τὰ πρωτο­φα­­νῆ θαύματά του. Τὸν ἔβλεπαν νὰ νικᾷ τὰ ἄ­γρια στοι­χεῖα τῆς φύσεως, νὰ σταματᾷ τοὺς ἀνέμους, νὰ τιθασεύῃ τὰ κύμα­τα τῆς θαλάσσης, νὰ περπατάῃ πάνω στὰ κύματα σὰν σὲ ξη­ρά, νὰ διώχνῃ δαιμόνια, νὰ θεραπεύῃ κάθε εἴδους ἀ­σθέ­νει­ες, ν᾽ ἀνασταίνῃ νεκρούς. Κάθε μέρα ὁ θαυμασμὸς στὸ πρόσω­πό του μεγάλωνε. Τὸν ἔ­βλεπαν παντοῦ νὰ νικᾷ.

Ἡ δόξα του ξεπερνοῦσε τὴ δόξα τοῦ Μωυσῆ, τοῦ Δαυΐδ, τοῦ Σολομῶν­­τος. Ἡ ὑποδοχή του στὰ Ἰεροσόλυμα ὅταν μπῆ­κε σὰν βασι­λεὺς ἦταν ἀφάνταστα μεγαλειώδης, νίκησε κάθε ὑποδοχὴ ἐπιγείου βασιλέως. Οἱ ἐλ­πί­δες τοῦ Ἰσραὴλ ἀναπτερώθηκαν. Μακάριοι ὅ­σοι ἀκολουθοῦν τέτοιον βασιλέα! στὰ αὐτιὰ τῶν μαθητῶν ἔφτανε ἡ θριαμβευτικὴ ἰαχή, τὰ «ὡ­σαν­νά!».

Ἦρθε ὅμως ἡ ὥρα τῆς μεγάλης δοκιμασίας. Ὁ Χριστὸς μέσα σ᾽ αὐτὴ τὴν ἕδρα τοῦ βασιλείου του, ἀντὶ νὰ συντρίψῃ τοὺς ἐχθρούς του καὶ νὰ τοὺς κατατροπώσῃ, συνελήφθη σὰν κάποιος κοι­­νὸς ἐγκληματίας χωρὶς καμμία ἀντίστασι, δικάστηκε, καταδικάστηκε, ἐξευτελίστηκε, σταυρώ­­­θηκε, πέ­θανε, κλείστηκε στὸν τάφο. Οἱ ἐ­χθροί του θριάμβευσαν. Οἱ μαθηταὶ περίλυποι εἶδαν νὰ δύῃ τὸ Ἄστρο. Τὸ ὄνειρο ἔσβη­σε. Ἡ ἐλπίδα χάθηκε. Λαὲ τοῦ Ἰσραήλ, μεῖνε τώρα στὸ σκο­τάδι! Ἀφοῦ Ἐκεῖνος δὲν μπόρεσε νὰ λυτρώ­σῃ τὸν Ἰσρα­ὴλ καὶ εἶχε τέτοιο ἀτιμωτικὸ τέλος, ποιός ἄλλος θὰ μπορέ­­σῃ ν᾽ ἀναλάβῃ αὐτὸ τὸν ἆ­θλο; Οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ φαρι­σαῖοι θὰ σὲ κυβερ­νοῦν… Τέτοιες σκέψεις μελαγχολίας καὶ ἀ­πελπι­σίας κυριαρχοῦσαν στὶς ψυχὲς τῶν ἀγαπημένων, τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Πλήρης ἀπογοήτευσις.
Ἀφοῦ πέρασε ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα οἱ μαθηταὶ ἐπιστρέφουν στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα τους, τὴ Γαλιλαία. Εἶνε πιὰ μό­νοι. Δὲν ἔχουν ἀνάμεσά τους τὸν Ἰησοῦ ὅπως ἄλλοτε, ὅταν μαζί του περιώδευαν τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριὰ τῆς ἀγαπημέ­νης Γαλιλαίας. Ὅσοι τοὺς ἤξεραν, καὶ τοὺς ἔ­βλε­παν τώρα, μετὰ τὸ τραγικὸ τέλος τοῦ Διδασκάλου τους, νὰ γυρίζουν στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα τους, θὰ θυμοῦνταν τὶς ἡμέρες τῆς δόξας, θὰ κουνοῦσαν μὲ οἶκτο τὸ κεφάλι καὶ θά ᾽λε­γαν· «Δυσ­τυχισμένοι ἄνθρωποι! ἄφησαν τὶς δουλειές τους, τὶς οἰκογένειές τους κι ἀκολούθησαν ἐκεῖνον· καὶ τώρα γυ­μνοί, πεινασμένοι, ντροπιασμένοι γυρίζουν στὰ ἴδια. Αὐτὰ παθαί­νουν οἱ ἐπιπόλαιοι καὶ ἐνθουσιώδεις ὁραματισταί, ποὺ νομίζουν πὼς εἶνε εὔκολο ν᾽ ἀλλάξῃ αὐτὸς ὁ κόσμος…».
Δ
ὲν εἶνε σκληρὲς καὶ ἀναίσθητες καρδιὲς οἱ μαθηταί. Ἔχουν μέσα τους μιὰ τρυφερότητα, ποὺ κοντὰ στὸν Ἰησοῦ ὄχι μόνο δὲν μειώθηκε ἀλλὰ καὶ αὐξήθηκε. Γιατὶ ὁ Ἰησοῦς ἦ­ταν γεμᾶτος ἀγάπη. Καὶ μὲ ἀγάπη ἔβλεπε ὄχι μόνο τοὺς ἀν­­θρώπους, μὰ κι αὐτὰ τὰ ζῷα καὶ τὰ πουλιὰ καὶ τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ. Καὶ δάκρυα ἔτρεξαν ἀπ᾽ τὰ μάτια του ἀντικρύζον­τας τὴν Ἰερουσαλήμ. Συγ­κί­νησι λοιπὸν θὰ δοκίμασαν οἱ μα­θηταὶ ξαναβλέποντας τὴν ἀγαπημένη τους Γαλιλαία. Νά ἡ λίμνη. Πόσες ἀναμνήσεις δὲν προκαλεῖ! Πόσες φορὲς δὲν τὴν διέσχισαν μὲ τὰ ψαράδικα καΐκια τους! Ἐδῶ στὴν παραλία της ἄκουσαν τὴν πρόσ­κλησι τοῦ Κυρίου «Δεῦτε ὀ­πίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων» (Ματθ. 4,19). Ἐ­δῶ πάνω στὰ κύματά της εἶδαν τὸν Ἰησοῦ νὰ περπατάῃ. Ἐδῶ ἔζησαν ὡραῖες, ἀξέχαστες μέρες τῆς ζωῆς τους κάτω ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἀκτινοβολία τοῦ Διδασκάλου.
Ο
ἱ μαθηταὶ στὴν πατρίδα τους. Νοερὰ τοὺς βλέπω νὰ περ­νοῦν ἀπὸ τὰ ταπεινὰ δρομάκια τῶν χωριῶν τους, νὰ πλησι­άζουν τὰ σπίτια τους καὶ νὰ κτυποῦν τὴν πόρτα. Ἡ πόρτα ἀ­νοίγει. Ἐπιφωνήματα χαρᾶς ἀκούγονται. Μιὰ γριὰ μάνα, ἕ­­νας ἀσπρομάλλης πατέρας, ἀδέρφια, παιδιά, γυναίκα τρέχουν νὰ τοὺς ὑποδεχτοῦν. Ἀνέλπιστη ἐπιστροφή. Ἀλλὰ τὴ χαρὰ τῶν σπιτικῶν γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ἀγαπημένων τους θὰ ἔσκιαζε ὁπωσδήποτε τὸ τραγικὸ τέλος τοῦ Διδασκάλου. Δὲν ἀγαποῦσαν κι αὐτοὶ τὸν Κύριο; Δὲν εἶχε ἐπισκεφθῆ ὁ Κύριος τὰ σπίτια τους; Δὲν εἶχε θεραπεύσει τὴν πεθερὰ τοῦ Πέτρου ἀπὸ τὸν πυρετό; Παρ᾽ ὅλη τὴ στενοχώρια ποὺ θὰ ἔνιωσαν γιατὶ ὁ Κύριος ἀπέσπασε πολυαγαπημένα μέλη τῶν οἰ­κο­γενειῶν τους νὰ τὰ κάνῃ μαθητάς του, ἦ­ταν ἀδύνα­τον νὰ μὴ διατηροῦν τὸ σεβασμὸ στὸ ὑπέροχο πρόσωπο τοῦ Διδασκάλου. Μὲ πόση ἅγια περιέργεια καὶ συγκίνησι θὰ ἄκουγαν τοὺς δικούς των, μαθητὰς τοῦ Κυρίου, νὰ διη­γοῦνται λεπτομέρειες ἀπὸ τὶς τελευταῖες ἡμέρες του! Χω­ρὶς ἀμφιβολία, τὸ δρᾶ­μα τοῦ Ἰησοῦ εἶχε συγκλονίσει ὁλόκληρη τὴ Γαλιλαία, στὴν ὁποία ὁ Κύριος ἦταν τόσο ἀγαπη­τὸς καὶ οἰκεῖος. Καὶ πολλοὶ θὰ ὑπῆρχαν ποὺ θὰ ἔλεγαν· «Για­τί δὲν ἔμενε κοντά μας ὁ Ἰησοῦς; Ἐδῶ θὰ ἦταν ἀσφαλής».

* * *

Μὰ οἱ μαθηταί, ποὺ ἐπέστρεψαν στὴ Γαλιλαία, μετέφε­ραν ἐκεῖ τὴ θλῖψι καὶ τὴν ἀπογοήτευσι; Ἡ θλῖψι καὶ ἡ ἀπογοήτευσι, γιὰ τὴν ὁποία εἴπαμε ἐδῶ, μαῦρο πυκνὸ σύννε­φο, σκέπαζε τὸν οὐρανὸ τῆς ψυχῆς τους ὣς τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν γνώριζαν ὅτι ὁ Κύριος ἀναστήθηκε. Ὅταν ὅμως ἔ­φτα­σαν οἱ χαρμόσυνες εἰδήσεις, ἡ μία κοντὰ στὴν ἄλλη, ὅταν πρὸ παντὸς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐμ­φανίστηκε μπροστὰ στοὺς μαθητάς του τὴν ἡ­μέρα τῆς Ἀναστάσεως, τότε τὸ μαῦρο σύννεφο τῆς μελαγχολίας ὑποχώρησε καὶ διαλύθηκε τελεί­ως, καὶ ὁλόλαμπρος ἥλιος χαρᾶς καὶ ἀγαλλι­άσεως φαίδρυ­νε τὰ πρόσωπά τους. Ἀφοῦ, συνε­πῶς, οἱ μαθηταὶ πῆγαν στὴ Γαλιλαία μετὰ τὴν Ἀ­νά­στασι καὶ μετὰ τὶς δύο ἐμφανίσεις ἐνώ­πιον ὅ­λων τῶν μαθητῶν στὴν Ἰερουσαλήμ, δὲν διατελοῦ­σαν πιὰ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς θλίψεως. Μέσα στὴν καρδιά τους ἔ­λαμ­πε τώρα ἥλιος χαρᾶς, τὸν ὁποῖο ὁ κόσμος δὲν ἤξερε, καὶ γι᾽ αὐ­τὸ τοὺς νόμιζε ἀποτυχημένους καὶ δυστυχισμένους. Καὶ στὴ Γαλιλαία πῆγαν ὄχι γιατὶ τοὺς ἔπιασε ἡ νοσταλγία τῆς πατρίδας, ἀλλὰ γιατὶ ἐκτελοῦσαν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, ἡ ὁ­ποία τοὺς διαβιβάστηκε διὰ τῶν μυροφόρων· «Ὑπάγετε εἴ­πα­τε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν» (Μάρκ. 16,7).
Ἀφοῦ γύρισαν λοιπὸν οἱ μαθηταὶ στὴ Γαλιλαί­α εἶχαν ἕνα διάλειμμα. Ζοῦσαν περιμένοντας μεγάλα γεγονότα, ποὺ θὰ καθώριζαν τὴν ἐν συνεχείᾳ πορεία τους. Ἀλλὰ στὸ μικρὸ τοῦ­το διάλειμ­μα δὲν ἤθελαν νὰ μένουν ἀργοὶ καὶ νὰ ζοῦν εἰς βά­­ρος τῶν φτωχῶν οἰκογενειῶν τους. Ἐκεῖ κάπου στὴν παρα­λία ὑπῆρχαν τὰ ψαράδικα καΐκια τους. «Ὑπάγω ἁλιεύειν», πάω γιὰ ψάρεμα, λέει ὁ Πέτρος. Κ᾽ οἱ ἄλλοι ἀπαντοῦν· «Ἐρ­χό­μεθα καὶ ἡμεῖς σὺν σοί», ἐρχόμαστε κ᾽ ἐμεῖς μαζί σου. Ἔ­τσι ἑπτὰ συνολικὰ μαθηταί, ὁ Πέτρος, ὁ Θω­μᾶς, ὁ Ναθανα­ήλ, ὁ Ἰάκωβος κι ὁ Ἰωάννης καὶ ἄλ­λοι δύο ἀκόμη, ἴσως ὁ Ἀν­δρέας καὶ ὁ Φίλιππος, ἀνέβηκαν στὸ καΐκι, ἀνοίχτηκαν στὸ βάθος καὶ ὅλη τὴ νύχτα ψάρευαν. Μὰ δὲν ἔπιασαν οὔτε ἕνα ψάρι. Γυρίζουν ἄπρακτοι, ἐνῷ ἀρχίζει νὰ γλυ­κοχαράζῃ. Ἕνας ἄγνωστος φαίνεται στὸ γιαλό. Τοὺς ζητάει μήπως ἔχουν κά­τι γιὰ προσφάι. Δὲν ἔχουμε, τοῦ λένε. Καὶ τότε ὁ ἄγνωστος τοὺς προστάζει· ῾Ρῖξτε τὰ δίχτυα στὰ δεξιὰ τοῦ πλοίου καὶ θὰ βρῆτε. Συμμορφώνονται μὲ τὴν ὑπόδειξι τοῦ ἀγνώστου. ῾Ρίχνουν τὸ δίχτυ στὰ δεξιά, καὶ σὲ λίγο γεμίζει ἀπὸ ψά­ρια τόσο, ποὺ νὰ μὴ μποροῦν νὰ τὸ σύρουν ἔξω. Περίεργο πρᾶγμα! Ὅλη τὴ νύχτα ψάρευαν καὶ δὲν ἔπιασαν οὔτε ἕ­να ψάρι· καὶ τώρα, μέσα σὲ λίγα λεπτά, τόσο πλῆ­θος; Ποιός ἆρα­γε νά ᾽νε ὁ ἄγνωστος, ποὺ μιὰ ἁπλῆ ὑπόδειξί του εἶχε τέτοιο ἀποτέλεσμα; Ὁ Ἰωάννης λέει στὸν Πέτρο· «Ὁ Κύριός ἐστι!». Καὶ ὁ θερμὸς Πέτρος, μόλις ἄκουσε ὅτι εἶνε ὁ Κύρι­ος, ντύνεται τὸ πανωφόρι καὶ ῥίχνεται στὴ θάλασσα νὰ φτάσῃ συν­το­μώτερα στὴν ὄχθη, στὸν Διδάσκαλο. Οἱ ἄλλοι μαθηταὶ ἔρ­­χονται μὲ τὸ καΐκι σέρνοντας τὸ φορτωμένο δίχτυ. Στὴν παραλία βλέπουν ἀνθρακιὰ καὶ πάνω της ψάρι καὶ ἄρτο. Ὁ Πέτρος ἀνεβάζει τὸ δίχτυ καὶ μετράει· εἶ­χαν πιάσει 153 ψά­ρια· καὶ μεγάλα. «Δεῦτε ἀριστήσατε», ἐλᾶτε νὰ φᾶτε, τοὺς καλεῖ ὁ Χριστός, καὶ τοὺς μοιράζει ψάρι καὶ ἄρτο.

* * *

Τὸ θαῦμα αὐτὸ τῆς ἁλιείας ὑπενθυμίζει τὸ ἄλ­λο ἐκεῖνο θαῦμα, ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος στὴν ἀρχή, ὅταν κάλεσε τοὺς μαθητάς του στὸ ἀποστολικὸ ἔργο (βλ. Λουκ. 5,1-11). Γιὰ ἐκεῖνο μιλήσαμε ἄλλοτε (βλ. σσ. …-…). Γιὰ τοῦτο θὰ ποῦμε τώρα λίγα λόγια, σχετικὰ πάντοτε πρὸς τὸν σκοπό μας.
Κα
ὶ τὸ θαῦμα τοῦτο, ἕνα πραγματικὸ γεγονὸς ποὺ δείχνει τὴν παντοδυναμία τοῦ ἀναστάντος Κυρίου, εἶνε συγχρόνως καὶ μία συμβολικὴ παρά­στασι τοῦ ἀποστολικοῦ ἔργου. Ὑ­πὸ ἀλ­ληγορικὴν ἔννοια τὸ θαῦμα αὐτὸ διδάσκει τοὺς ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ ἀσχολοῦνται στὸ νὰ ἁ­λιεύουν ψυχὲς μέσα σὲ τοῦτο τὸν ὠκεανὸ τοῦ κόσμου, τὰ ἑξῆς διδάγματα.
1. «
Ὑπάγω ἁλιεύειν», εἶπε ὁ Πέτρος. Καὶ στὸν λόγο του προσέτρεξαν καὶ οἱ ἄλλοι ἕξι καὶ σχηματίστηκε μία ἁλιευτικὴ ὁμάδα. Εἶνε δὲ γνωστὸ πόσο εὐκολώτερα καὶ ἀποτελε­σματικώτερα γίνεται τὸ ψάρεμα ὅταν συνεργάζωνται πολλοί. Ἡ «τράτα» δὲν σύρεται ἀπὸ ἕναν· θέλει πολλούς. Καὶ τὰ ἁλι­ευτικὰ σκάφη τῆς πατρίδος μας, ποὺ ψαρεύουν στὶς θάλασ­σές μας, ἔχουν τὰ πληρώματά τους. Ἀλλὰ καὶ στὸ ἱε­ραποστο­λικὸ ἔργο πόσο εὐχάριστο εἶνε νὰ βλέπῃ κανεὶς ἐρ­γάτες τοῦ Εὐαγγελίου νὰ σχηματίζουν ὁμάδα, νὰ συνεργά­ζωνται ἀ­δελφι­κά, νὰ συμμερίζωνται ἀπὸ κοινοῦ τοὺς κόπους καὶ μόχθους τοῦ κηρύγματος καὶ νὰ δοκιμάζουν τὴ χαρὰ τῆς κοινῆς ἁλιείας ψυχῶν! Δὲν ἀρνούμεθα, ὅτι καὶ ἕνας μόνος ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, «ζήλῳ πεπυρωμένος, ὁλόκληρον δῆμον δι­ορθῶσαι δύναται», κατὰ τὴν ὡραία ἔκφρασι τοῦ ἱε­ροῦ Χρυ­σοστόμου (P.G. 49,34). Ἀλλὰ πόσοι εἶν᾽ αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὴν πνευ­ματικὴ δύναμι νὰ ἐργάζωνται μόνοι, χωρὶς νὰ αἰσθάνωνται τὴν ἀνάγκη συνεργασίας μὲ ἄλλους; Τὸ ἔρ­γο τῆς σωτηρίας ψυχῶν, ἰδίως σήμερα, παρουσιάζει τόσες δυσκολίες καὶ ἀπο­γοητεύσεις, ὥστε ἡ συνεργασία μὲ ἄλλους ἐργάτες ποὺ ἔ­­χουν τὰ ἴδια ἰδανικὰ νὰ γίνεται ἀναγκαία. Πεπειραμένοι ἁ­λιεῖς, ὅπως εἶνε ἐργάτες τοῦ Εὐ­αγγελίου ποὺ ἐπὶ πολλὰ χρό­νια δούλεψαν ἱεραποστολικά, πόσα δὲν ἔχουν νὰ διδά­ξουν τοὺς νεαροὺς ἐργάτες τοῦ Εὐ­αγγελίου ἀπὸ τὰ μυστι­κὰ τῆς τέχνης, μιᾶς τέχνης ποὺ εἶνε «τέχνη τεχνῶν καὶ ἐ­πιστήμη ἐπιστημῶν»! (βλ. Γρηγορίου θεολ., λόγ. Β΄· P.G. 35,425A). Ἀλλὰ καὶ πόση παρηγορία δὲν δοκιμάζουν οἱ παλαιότεροι ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου, ὅταν βλέπουν στὸ πλευ­ρό τους νέους μὲ τὸ σφρῖ­γος τῆς νεανικῆς τους ἡλικίας νὰ ἐπιδίδωνται στὸ ἔργο! Παλαιοὶ καὶ νέοι ἁλιεῖς στε­νὰ συνεργαζόμενοι, νά ἡ ἰδεώδης ἱεραποστολικὴ ὁμάδα, νά ἁλιευτικὸ πλοιάριο, ποὺ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Κυρίου μπο­ρεῖ μὲ ἐπιτυχία νὰ ῥίχνῃ τὰ δίχτυα του στὴ θάλασσα τοῦ κόσμου τούτου.
2.
Ὑπάρχουν στὴν φυσικὴ ἁλιεία ἡμέρες καὶ νύχτες καὶ πε­ρίοδοι πού, παρ᾽ ὅλους τοὺς κόπους καὶ τὴν τέχνη τῶν ἁ­λι­έων, τ᾽ ἀποτελέσματα εἶνε φτωχά, μηδα­μινά. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ συμβαίνῃ καὶ στὴν πνευματικὴ ἁλιεία. Ὑπάρχουν «ἡμέρες πονηρές» (Ἐφ. 5,16), ποὺ οἱ ἄνθρωποι βυθί­ζονται τόσο πολὺ στὰ ῥεύματα ὑλόφρονος καὶ διεφθαρ­μένης ζωῆς, καὶ τόσο πολὺ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸ Θεό, ὥστε κανένα ἀγκίστρι, κανένα δίχτυ, καμμία δηλαδὴ κατή­χησι καὶ διδασκαλία καὶ ζωηρὴ ἱεραποστολικὴ δρᾶσι δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς συλλάβῃ. Νομίζει κανεὶς ὅτι δὲν ὑπάρχουν πλέον ψάρια, ὅτι στέρεψε ἡ θάλασσα! Περίλυποι ἀποσύρονται στὰ κελλιά τους καὶ οἱ εὐγλωττότεροι καὶ ἁγιώτεροι ἱεροκήρυκες καὶ λένε· «Κύριε, εἰς ποίους καιροὺς τετήρηκας ἡμᾶς!…». Ἀλλ᾽ ὅπως οἱ ἁλιεῖς τῆς φυσικῆς ἁλιείας ποτέ δὲν ἀπελπίζονται, ἔτσι καὶ οἱ ἐργάτες τῆς πνευμα­τικῆς ἁλιείας ἂς μὴν ἀποθαρρύνωνται. Θὰ ἔρθουν καὶ ἡμέρες πλουσίας ἁλιείας.
3. Ο
ἱ ἑπτὰ ἁλιεῖς τῆς Τιβεριάδος, καίτοι ἔμπειροι στὴν ἁλιεία, ὑπάκουσαν ὅμως στὴν προτροπὴ τοῦ Ἀγνώστου νὰ ῥίξουν τὰ δίχτυα στὰ δεξιὰ τοῦ πλοίου. Ἀλλὰ κ᾽ ἐσεῖς, ἐρ­γά­τες τοῦ Εὐαγγελίου, ὅσο ἔμπειροι καὶ ἂν ἦστε στὴν πνευματικὴ ἁλιεία, μὴν περιφρονεῖτε καὶ τὶς γνῶμες τῶν ἄλ­λων, πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας τέκνων, τοὺς ὁποίους ὁ Κύριος «δὲν ἐπαισχύνεται νὰ καλῇ ἀδελφούς» (Ἑβρ. 2,11). Διὰ μέσου αὐτῶν πολλὲς φορὲς λαλεῖ ὁ Κύριος. Μία ὑπόδειξί τους, ἀπὸ ἀγάπη προερχόμενη καὶ ἀπὸ πόνο γιὰ σωτηρία ψυχῶν, μπορεῖ ν᾽ ἀποδειχθῇ θαυματουργός. Διότι στὸ ἱερα­ποστολικὸ ἔργο ὑπάρχουν λεπτομέρειες, ποὺ μπορεῖ νὰ δι­αφεύγουν τὴν προσοχὴ καὶ τοῦ πιὸ ὀξυδερκοῦς πνευμα­τικοῦ ἐργάτου· καὶ τὶς λεπτομέρειες αὐτὲς μπορεῖ νὰ τὶς προσέξῃ ἕνας ἁπλοϊκὸς ἄνθρωπος, ἁγνὸς στὴν καρδιά.
4. Μ
ὲ τὴν εὐλογία τοῦ Κυρίου τὰ ἀδειανὰ δίχτυα γέμισαν μὲ 153 μεγάλα ψάρια. Ἀριθμός, ποὺ συμβολίζει τὸ πλῆ­θος τῶν ψυχῶν, οἱ ὁποῖες ἀπὸ τὸν εἰδωλολατρικὸ καὶ τὸν ἰ­ουδαϊκὸ κόσμο ἁλιεύθηκαν διὰ τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐ­αγ­γελίου. Καὶ σεῖς, ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου, σὲ κάθε ἐξόρ­μησί σας πρὸς σωτηρίαν ψυχῶν νὰ ζητᾶτε μὲ ἐπιμονὴ τὴν εὐλογία τοῦ Κυρίου, καὶ νὰ ἦστε βέβαιοι ὅτι, ἂν ἐπιμένετε στὸ ἔργο σας ἐπικαλούμενοι τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου, θὰ ἔλθῃ ἡμέρα ποὺ κατάπληκτοι θὰ δῆτε νὰ συρρέουν στὰ ἱεραποστολικά σας δίχτυα τόσες ψυχὲς ὅσες δὲν προσελκύσατε ἐπὶ πολλὰ χρόνια.
5. «Δε
ῦτε ἀριστήσατε», ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου καλοῦσα τοὺς ἁλιεῖς μαθητὰς σὲ τράπεζα, τὴν ὁποία αὐ­τός παρέθετε στὸ γιαλό. Ἄρτος καὶ ψάρι ψημένο ἐπάνω στὴν ­ἀνθρακιά. Ψάρι δὲ ψημένο, ΙΧΘΥΣ, εἶνε αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Κύ­­ριος, ὁ ὁποῖος ἐμαρτύρησε ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ, ὅπως τὸ ψάρι ψήνεται ἐπάνω στὴ φωτιά. Ὁ ἴδιος μοίρασε τὸ ψάρι. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος δὲν εἶνε ἐκεῖνος, ποὺ κατὰ τὴν θεία Εὐ­χα­ριστία μὲ τὰ χέρια τοῦ λειτουργοῦ διανέμει στοὺς πιστοὺς ὅλων τῶν αἰώνων ἀπὸ τὸ σῶμα του; «Σὺ εἶ ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ διαδιδόμενος, Χριστὲ ὁ Θεός»! (θ. Λειτ.). «Δεῦτε ἀριστήσατε», εἶπε τότε. «Λάβετε φάγετε, πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες», λέει σὲ κάθε θεία λειτουργία.
Πρ
ὸς αὐτὴν τὴν θεία Τράπεζα πρέπει νὰ προσέρχεται κάθε πιστός, πρὸ παντὸς δὲ ὁ ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ νὰ λαμβάνῃ ἐνίσχυσι στὸ ἔργο του. Μία Θεία Κοινωνία, ἀξίως λαμβανομένη, θωρακίζει τὸν πνευματικὸ ἐργάτη ἀ­πέναντι στοὺς ἐχθρούς του καὶ τὸν ἀναδεικνύει νικητὴ τῶν πειρασμῶν.
Μία
ὁμάδα ἀπὸ ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ ὁποῖοι συν­ερ­γάζονται στενά, ὑπομένουν καὶ ἐπιμένουν καὶ ταπεινὰ ἀ­κοῦ­νε τὶς γνῶμες καὶ ὑποδείξεις πιστῶν καὶ ἁγνῶν ἀνθρώπων, καὶ «ἀδιαλείπτως προσεύχονται» (Α΄ Θεσ. 5,17) καὶ ἐπικαλοῦνται τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου καὶ ἑνώνονται μαζί του στὸ ἁγιώτατο μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας, μία τέτοια ἱεραποστολικὴ ὁ­μάδα δὲν εἶνε δυνατὸν παρὰ νὰ ἑλκύῃ τὴν εὐ­λογία τοῦ Χρι­στοῦ καὶ νὰ κάνῃ θαύματα στὸν κόσμο. Μακάρι τέτοιες ἱ­εραποστολικὲς ὁμάδες ποτέ νὰ μὴ στερηθῇ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: