«Ὑπαγω ἁλιευειν»
Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου
Καντιώτου
Τρία χρόνια ἔχουν περάσει ἀφ᾽ ὅτου ὁ Κύριος διάλεξε καὶ κάλεσε κοντά του τοὺς μαθητάς του. Αὐτοί, ὅπως εἴδαμε στὸ πρῶτο μέρος τοῦ βιβλίου (σσ. …–…), πρόθυμα ἐγκατέλειψαν ὅ,τι ἀγαπητὸ εἶχαν σ᾽ αὐτὸ τὸν κόσμο καὶ ἀκολούθησαν τὸν Κύριο. Ὅπως ὁ μαγνήτης ἑλκύει τὰ ῥινίσματα, ἔτσι ὁ Χριστός, ὁ θεϊκὸς μαγνήτης, εἵλκυσε τὶς εὐγενικὲς καρδιές τους. Δὲν ἀπομακρύνονταν καθόλου ἀπ᾽ αὐτόν, ἦταν πάντα μαζί του. Βλέποντας ἕνα ἀνέκφραστο μεγαλεῖο ἀρετῆς, μπροστά τους οἱ ἀρετὲς τῶν συγχρόνων τότε πνευματικῶν ἡγετῶν τοῦ Ἰσραὴλ ἐκμηδενίζονταν. Ἀσύγκριτος ἦταν ὁ Διδάσκαλος. Τὸν ἀκολουθοῦσαν βῆμα πρὸς βῆμα. Ἄκουγαν τὰ θεϊκὰ λόγια του, ἔβλεπαν τὰ ἐξαίσια, τὰ πρωτοφανῆ θαύματά του. Τὸν ἔβλεπαν νὰ νικᾷ τὰ ἄγρια στοιχεῖα τῆς φύσεως, νὰ σταματᾷ τοὺς ἀνέμους, νὰ τιθασεύῃ τὰ κύματα τῆς θαλάσσης, νὰ περπατάῃ πάνω στὰ κύματα σὰν σὲ ξηρά, νὰ διώχνῃ δαιμόνια, νὰ θεραπεύῃ κάθε εἴδους ἀσθένειες, ν᾽ ἀνασταίνῃ νεκρούς. Κάθε μέρα ὁ θαυμασμὸς στὸ πρόσωπό του μεγάλωνε. Τὸν ἔβλεπαν παντοῦ νὰ νικᾷ.
Ἦρθε ὅμως ἡ ὥρα τῆς μεγάλης δοκιμασίας. Ὁ Χριστὸς μέσα σ᾽ αὐτὴ τὴν ἕδρα τοῦ βασιλείου του, ἀντὶ νὰ
συντρίψῃ τοὺς ἐχθρούς του καὶ νὰ τοὺς
κατατροπώσῃ,
συνελήφθη σὰν
κάποιος κοινὸς ἐγκληματίας χωρὶς καμμία ἀντίστασι, δικάστηκε, καταδικάστηκε, ἐξευτελίστηκε, σταυρώθηκε, πέθανε,
κλείστηκε στὸν
τάφο. Οἱ ἐχθροί του θριάμβευσαν. Οἱ μαθηταὶ περίλυποι εἶδαν νὰ δύῃ τὸ Ἄστρο. Τὸ ὄνειρο ἔσβησε. Ἡ ἐλπίδα
χάθηκε. Λαὲ τοῦ Ἰσραήλ, μεῖνε τώρα στὸ σκοτάδι! Ἀφοῦ Ἐκεῖνος δὲν
μπόρεσε νὰ λυτρώσῃ τὸν Ἰσραὴλ καὶ εἶχε
τέτοιο ἀτιμωτικὸ τέλος, ποιός ἄλλος θὰ μπορέσῃ ν᾽ ἀναλάβῃ αὐτὸ τὸν ἆθλο; Οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ φαρισαῖοι θὰ σὲ κυβερνοῦν… Τέτοιες σκέψεις μελαγχολίας καὶ ἀπελπισίας κυριαρχοῦσαν στὶς ψυχὲς τῶν ἀγαπημένων,
τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Πλήρης ἀπογοήτευσις.
Ἀφοῦ πέρασε ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα οἱ μαθηταὶ ἐπιστρέφουν στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα τους, τὴ Γαλιλαία. Εἶνε πιὰ μόνοι. Δὲν ἔχουν ἀνάμεσά
τους τὸν Ἰησοῦ ὅπως ἄλλοτε, ὅταν μαζί του περιώδευαν τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριὰ τῆς ἀγαπημένης Γαλιλαίας. Ὅσοι τοὺς ἤξεραν, καὶ τοὺς ἔβλεπαν τώρα, μετὰ τὸ τραγικὸ τέλος τοῦ Διδασκάλου τους, νὰ γυρίζουν στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα τους, θὰ θυμοῦνταν τὶς ἡμέρες τῆς δόξας, θὰ κουνοῦσαν μὲ οἶκτο τὸ κεφάλι καὶ θά ᾽λεγαν· «Δυστυχισμένοι ἄνθρωποι! ἄφησαν τὶς δουλειές τους, τὶς οἰκογένειές τους κι ἀκολούθησαν ἐκεῖνον· καὶ τώρα γυμνοί, πεινασμένοι, ντροπιασμένοι γυρίζουν
στὰ ἴδια. Αὐτὰ παθαίνουν οἱ ἐπιπόλαιοι καὶ ἐνθουσιώδεις
ὁραματισταί, ποὺ νομίζουν πὼς εἶνε εὔκολο ν᾽ ἀλλάξῃ αὐτὸς ὁ
κόσμος…».
Δὲν εἶνε σκληρὲς καὶ ἀναίσθητες
καρδιὲς οἱ μαθηταί. Ἔχουν μέσα τους μιὰ τρυφερότητα, ποὺ κοντὰ στὸν Ἰησοῦ ὄχι μόνο δὲν μειώθηκε ἀλλὰ καὶ αὐξήθηκε. Γιατὶ ὁ Ἰησοῦς ἦταν
γεμᾶτος ἀγάπη. Καὶ μὲ ἀγάπη ἔβλεπε ὄχι μόνο τοὺς ἀνθρώπους, μὰ κι αὐτὰ τὰ ζῷα καὶ τὰ πουλιὰ καὶ τὰ κρίνα
τοῦ ἀγροῦ. Καὶ
δάκρυα ἔτρεξαν ἀπ᾽ τὰ μάτια
του ἀντικρύζοντας τὴν Ἰερουσαλήμ. Συγκίνησι λοιπὸν θὰ δοκίμασαν οἱ μαθηταὶ ξαναβλέποντας τὴν ἀγαπημένη τους Γαλιλαία. Νά ἡ λίμνη. Πόσες ἀναμνήσεις δὲν προκαλεῖ! Πόσες φορὲς δὲν τὴν
διέσχισαν μὲ τὰ ψαράδικα καΐκια τους! Ἐδῶ στὴν
παραλία της ἄκουσαν
τὴν πρόσκλησι τοῦ Κυρίου «Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων»
(Ματθ. 4,19). Ἐδῶ πάνω στὰ κύματά της εἶδαν τὸν Ἰησοῦ νὰ περπατάῃ. Ἐδῶ ἔζησαν ὡραῖες, ἀξέχαστες
μέρες τῆς ζωῆς τους κάτω ἀπὸ τὴν
πνευματικὴ ἀκτινοβολία τοῦ Διδασκάλου.
Οἱ μαθηταὶ στὴν πατρίδα τους. Νοερὰ τοὺς βλέπω νὰ περνοῦν ἀπὸ τὰ ταπεινὰ δρομάκια τῶν χωριῶν τους, νὰ πλησιάζουν τὰ σπίτια τους καὶ νὰ κτυποῦν τὴν
πόρτα. Ἡ πόρτα ἀνοίγει. Ἐπιφωνήματα χαρᾶς ἀκούγονται. Μιὰ γριὰ μάνα, ἕνας ἀσπρομάλλης πατέρας, ἀδέρφια, παιδιά, γυναίκα τρέχουν νὰ τοὺς ὑποδεχτοῦν. Ἀνέλπιστη ἐπιστροφή. Ἀλλὰ τὴ χαρὰ τῶν
σπιτικῶν γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ἀγαπημένων
τους θὰ ἔσκιαζε ὁπωσδήποτε τὸ τραγικὸ τέλος τοῦ Διδασκάλου. Δὲν ἀγαποῦσαν κι
αὐτοὶ τὸν Κύριο; Δὲν εἶχε ἐπισκεφθῆ ὁ Κύριος τὰ σπίτια τους; Δὲν εἶχε θεραπεύσει τὴν πεθερὰ τοῦ Πέτρου ἀπὸ τὸν πυρετό; Παρ᾽ ὅλη τὴ
στενοχώρια ποὺ θὰ ἔνιωσαν γιατὶ ὁ
Κύριος ἀπέσπασε πολυαγαπημένα
μέλη τῶν οἰκογενειῶν τους νὰ τὰ κάνῃ
μαθητάς του, ἦταν ἀδύνατον νὰ μὴ διατηροῦν τὸ
σεβασμὸ στὸ ὑπέροχο πρόσωπο τοῦ Διδασκάλου. Μὲ πόση ἅγια περιέργεια καὶ συγκίνησι θὰ ἄκουγαν τοὺς δικούς των, μαθητὰς τοῦ Κυρίου, νὰ διηγοῦνται λεπτομέρειες ἀπὸ τὶς
τελευταῖες ἡμέρες του! Χωρὶς ἀμφιβολία, τὸ δρᾶμα τοῦ Ἰησοῦ εἶχε συγκλονίσει ὁλόκληρη τὴ Γαλιλαία, στὴν ὁποία ὁ
Κύριος ἦταν τόσο ἀγαπητὸς καὶ οἰκεῖος. Καὶ πολλοὶ θὰ ὑπῆρχαν ποὺ θὰ ἔλεγαν·
«Γιατί δὲν ἔμενε κοντά μας ὁ Ἰησοῦς; Ἐδῶ θὰ ἦταν ἀσφαλής».
* * *
Μὰ οἱ μαθηταί, ποὺ ἐπέστρεψαν στὴ Γαλιλαία, μετέφεραν ἐκεῖ τὴ θλῖψι καὶ τὴν ἀπογοήτευσι;
Ἡ θλῖψι καὶ ἡ ἀπογοήτευσι,
γιὰ τὴν ὁποία εἴπαμε ἐδῶ, μαῦρο πυκνὸ σύννεφο, σκέπαζε τὸν οὐρανὸ τῆς ψυχῆς τους ὣς τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν γνώριζαν ὅτι ὁ Κύριος ἀναστήθηκε. Ὅταν ὅμως ἔφτασαν οἱ χαρμόσυνες εἰδήσεις, ἡ μία κοντὰ στὴν ἄλλη, ὅταν πρὸ παντὸς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε μπροστὰ στοὺς μαθητάς του τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως,
τότε τὸ μαῦρο σύννεφο τῆς μελαγχολίας ὑποχώρησε καὶ διαλύθηκε τελείως, καὶ ὁλόλαμπρος ἥλιος χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως φαίδρυνε τὰ πρόσωπά τους. Ἀφοῦ, συνεπῶς, οἱ
μαθηταὶ πῆγαν στὴ Γαλιλαία μετὰ τὴν Ἀνάστασι
καὶ μετὰ τὶς δύο ἐμφανίσεις ἐνώπιον ὅλων τῶν μαθητῶν στὴν Ἰερουσαλήμ, δὲν διατελοῦσαν πιὰ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς θλίψεως. Μέσα στὴν καρδιά τους ἔλαμπε τώρα ἥλιος χαρᾶς, τὸν ὁποῖο ὁ κόσμος δὲν ἤξερε,
καὶ γι᾽ αὐτὸ τοὺς νόμιζε ἀποτυχημένους καὶ δυστυχισμένους. Καὶ στὴ Γαλιλαία πῆγαν ὄχι
γιατὶ τοὺς ἔπιασε ἡ νοσταλγία τῆς πατρίδας, ἀλλὰ γιατὶ ἐκτελοῦσαν ἐντολὴ τοῦ
Κυρίου, ἡ ὁποία τοὺς διαβιβάστηκε διὰ τῶν μυροφόρων· «Ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν» (Μάρκ. 16,7).
Ἀφοῦ γύρισαν λοιπὸν οἱ μαθηταὶ στὴ
Γαλιλαία εἶχαν ἕνα διάλειμμα. Ζοῦσαν περιμένοντας μεγάλα γεγονότα, ποὺ θὰ καθώριζαν τὴν ἐν
συνεχείᾳ πορεία τους. Ἀλλὰ στὸ μικρὸ τοῦτο διάλειμμα δὲν ἤθελαν νὰ μένουν ἀργοὶ καὶ νὰ ζοῦν εἰς βάρος τῶν φτωχῶν οἰκογενειῶν τους. Ἐκεῖ κάπου
στὴν παραλία ὑπῆρχαν τὰ ψαράδικα καΐκια τους. «Ὑπάγω ἁλιεύειν», πάω γιὰ ψάρεμα, λέει ὁ Πέτρος. Κ᾽ οἱ ἄλλοι ἀπαντοῦν· «Ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς σὺν σοί», ἐρχόμαστε κ᾽ ἐμεῖς μαζί σου. Ἔτσι ἑπτὰ συνολικὰ μαθηταί, ὁ Πέτρος, ὁ Θωμᾶς, ὁ Ναθαναήλ, ὁ Ἰάκωβος κι ὁ Ἰωάννης
καὶ ἄλλοι δύο ἀκόμη, ἴσως ὁ Ἀνδρέας
καὶ ὁ Φίλιππος, ἀνέβηκαν στὸ καΐκι, ἀνοίχτηκαν στὸ βάθος καὶ ὅλη τὴ νύχτα
ψάρευαν. Μὰ δὲν ἔπιασαν οὔτε ἕνα
ψάρι. Γυρίζουν ἄπρακτοι,
ἐνῷ ἀρχίζει νὰ γλυκοχαράζῃ. Ἕνας ἄγνωστος φαίνεται στὸ γιαλό. Τοὺς ζητάει μήπως ἔχουν κάτι γιὰ προσφάι. Δὲν ἔχουμε, τοῦ λένε. Καὶ τότε ὁ ἄγνωστος
τοὺς προστάζει· ῾Ρῖξτε τὰ
δίχτυα στὰ δεξιὰ τοῦ πλοίου καὶ θὰ βρῆτε. Συμμορφώνονται μὲ τὴν ὑπόδειξι
τοῦ ἀγνώστου. ῾Ρίχνουν τὸ δίχτυ στὰ δεξιά, καὶ σὲ λίγο γεμίζει ἀπὸ ψάρια τόσο, ποὺ νὰ μὴ μποροῦν νὰ τὸ
σύρουν ἔξω. Περίεργο πρᾶγμα! Ὅλη τὴ νύχτα ψάρευαν καὶ δὲν ἔπιασαν
οὔτε ἕνα ψάρι· καὶ τώρα, μέσα σὲ λίγα λεπτά, τόσο πλῆθος; Ποιός ἆραγε νά ᾽νε ὁ ἄγνωστος,
ποὺ μιὰ ἁπλῆ ὑπόδειξί του εἶχε τέτοιο ἀποτέλεσμα; Ὁ Ἰωάννης λέει στὸν Πέτρο· «Ὁ Κύριός ἐστι!». Καὶ ὁ θερμὸς
Πέτρος, μόλις ἄκουσε ὅτι εἶνε ὁ Κύριος,
ντύνεται τὸ
πανωφόρι καὶ ῥίχνεται στὴ θάλασσα νὰ φτάσῃ συντομώτερα στὴν ὄχθη, στὸν Διδάσκαλο. Οἱ ἄλλοι μαθηταὶ ἔρχονται
μὲ τὸ καΐκι σέρνοντας τὸ φορτωμένο δίχτυ. Στὴν παραλία βλέπουν ἀνθρακιὰ καὶ πάνω της ψάρι καὶ ἄρτο. Ὁ
Πέτρος ἀνεβάζει τὸ δίχτυ καὶ μετράει· εἶχαν πιάσει 153 ψάρια· καὶ μεγάλα. «Δεῦτε ἀριστήσατε», ἐλᾶτε νὰ φᾶτε, τοὺς καλεῖ ὁ
Χριστός, καὶ τοὺς μοιράζει ψάρι καὶ ἄρτο.
* * *
Τὸ θαῦμα αὐτὸ τῆς ἁλιείας ὑπενθυμίζει τὸ ἄλλο ἐκεῖνο θαῦμα, ποὺ ἔκανε ὁ
Κύριος στὴν ἀρχή, ὅταν κάλεσε τοὺς μαθητάς του στὸ ἀποστολικὸ ἔργο
(βλ. Λουκ. 5,1-11). Γιὰ ἐκεῖνο μιλήσαμε ἄλλοτε (βλ. σσ. …-…). Γιὰ τοῦτο θὰ ποῦμε τώρα λίγα λόγια, σχετικὰ πάντοτε πρὸς τὸν σκοπό μας.
Καὶ τὸ θαῦμα τοῦτο, ἕνα πραγματικὸ γεγονὸς ποὺ δείχνει τὴν παντοδυναμία τοῦ ἀναστάντος Κυρίου, εἶνε συγχρόνως καὶ μία συμβολικὴ παράστασι τοῦ ἀποστολικοῦ ἔργου. Ὑπὸ ἀλληγορικὴν ἔννοια τὸ θαῦμα αὐτὸ διδάσκει τοὺς ἐργάτες
τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ ἀσχολοῦνται
στὸ νὰ ἁλιεύουν ψυχὲς μέσα σὲ τοῦτο τὸν ὠκεανὸ τοῦ κόσμου, τὰ ἑξῆς
διδάγματα.
1. «Ὑπάγω ἁλιεύειν», εἶπε ὁ Πέτρος. Καὶ στὸν λόγο
του προσέτρεξαν καὶ οἱ ἄλλοι ἕξι καὶ σχηματίστηκε μία ἁλιευτικὴ ὁμάδα. Εἶνε δὲ γνωστὸ πόσο εὐκολώτερα καὶ ἀποτελεσματικώτερα γίνεται τὸ ψάρεμα ὅταν συνεργάζωνται πολλοί. Ἡ «τράτα» δὲν σύρεται ἀπὸ ἕναν·
θέλει πολλούς. Καὶ τὰ ἁλιευτικὰ σκάφη τῆς πατρίδος μας, ποὺ ψαρεύουν στὶς θάλασσές μας, ἔχουν τὰ πληρώματά τους. Ἀλλὰ καὶ στὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο πόσο εὐχάριστο εἶνε νὰ βλέπῃ κανεὶς ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου
νὰ σχηματίζουν ὁμάδα, νὰ συνεργάζωνται ἀδελφικά, νὰ συμμερίζωνται ἀπὸ κοινοῦ τοὺς
κόπους καὶ μόχθους τοῦ κηρύγματος καὶ νὰ δοκιμάζουν τὴ χαρὰ τῆς κοινῆς ἁλιείας ψυχῶν! Δὲν ἀρνούμεθα, ὅτι καὶ ἕνας μόνος ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου,
«ζήλῳ πεπυρωμένος, ὁλόκληρον δῆμον διορθῶσαι δύναται», κατὰ τὴν ὡραία ἔκφρασι τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου
(P.G. 49,34). Ἀλλὰ πόσοι
εἶν᾽ αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὴν πνευματικὴ δύναμι νὰ ἐργάζωνται
μόνοι, χωρὶς νὰ αἰσθάνωνται τὴν ἀνάγκη
συνεργασίας μὲ ἄλλους; Τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας ψυχῶν, ἰδίως σήμερα, παρουσιάζει τόσες δυσκολίες καὶ ἀπογοητεύσεις, ὥστε ἡ συνεργασία μὲ ἄλλους ἐργάτες ποὺ ἔχουν
τὰ ἴδια ἰδανικὰ νὰ γίνεται ἀναγκαία. Πεπειραμένοι ἁλιεῖς, ὅπως εἶνε ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου
ποὺ ἐπὶ πολλὰ χρόνια
δούλεψαν ἱεραποστολικά, πόσα δὲν ἔχουν νὰ διδάξουν τοὺς νεαροὺς ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου
ἀπὸ τὰ μυστικὰ τῆς
τέχνης, μιᾶς
τέχνης ποὺ εἶνε «τέχνη τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη
ἐπιστημῶν»! (βλ. Γρηγορίου θεολ., λόγ. Β΄· P.G. 35,425A). Ἀλλὰ καὶ πόση
παρηγορία δὲν
δοκιμάζουν οἱ
παλαιότεροι ἐργάτες
τοῦ Εὐαγγελίου, ὅταν βλέπουν στὸ πλευρό τους νέους μὲ τὸ σφρῖγος τῆς νεανικῆς τους ἡλικίας νὰ ἐπιδίδωνται στὸ ἔργο! Παλαιοὶ καὶ νέοι ἁλιεῖς στενὰ συνεργαζόμενοι, νά ἡ ἰδεώδης ἱεραποστολικὴ ὁμάδα,
νά ἁλιευτικὸ πλοιάριο, ποὺ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Κυρίου μπορεῖ μὲ ἐπιτυχία
νὰ ῥίχνῃ τὰ
δίχτυα του στὴ
θάλασσα τοῦ
κόσμου τούτου.
2. Ὑπάρχουν στὴν φυσικὴ ἁλιεία ἡμέρες καὶ νύχτες καὶ περίοδοι πού, παρ᾽ ὅλους τοὺς κόπους καὶ τὴν
τέχνη τῶν ἁλιέων, τ᾽ ἀποτελέσματα εἶνε φτωχά, μηδαμινά. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ
συμβαίνῃ καὶ στὴν πνευματικὴ ἁλιεία.
Ὑπάρχουν «ἡμέρες πονηρές» (Ἐφ. 5,16), ποὺ οἱ ἄνθρωποι
βυθίζονται τόσο πολὺ στὰ ῥεύματα ὑλόφρονος καὶ διεφθαρμένης ζωῆς, καὶ τόσο πολὺ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸ Θεό, ὥστε κανένα ἀγκίστρι, κανένα δίχτυ, καμμία δηλαδὴ κατήχησι καὶ διδασκαλία καὶ ζωηρὴ ἱεραποστολικὴ δρᾶσι δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς
συλλάβῃ. Νομίζει κανεὶς ὅτι δὲν ὑπάρχουν πλέον ψάρια, ὅτι στέρεψε ἡ θάλασσα! Περίλυποι ἀποσύρονται στὰ κελλιά τους καὶ οἱ εὐγλωττότεροι
καὶ ἁγιώτεροι ἱεροκήρυκες καὶ λένε· «Κύριε, εἰς ποίους καιροὺς τετήρηκας ἡμᾶς!…». Ἀλλ᾽ ὅπως οἱ ἁλιεῖς τῆς φυσικῆς ἁλιείας ποτέ δὲν ἀπελπίζονται, ἔτσι καὶ οἱ ἐργάτες
τῆς πνευματικῆς ἁλιείας ἂς μὴν ἀποθαρρύνωνται. Θὰ ἔρθουν καὶ ἡμέρες
πλουσίας ἁλιείας.
3. Οἱ ἑπτὰ ἁλιεῖς τῆς Τιβεριάδος, καίτοι ἔμπειροι στὴν ἁλιεία, ὑπάκουσαν ὅμως στὴν προτροπὴ τοῦ Ἀγνώστου νὰ ῥίξουν τὰ δίχτυα στὰ δεξιὰ τοῦ πλοίου. Ἀλλὰ κ᾽ ἐσεῖς, ἐργάτες
τοῦ Εὐαγγελίου, ὅσο ἔμπειροι καὶ ἂν ἦστε στὴν πνευματικὴ ἁλιεία, μὴν περιφρονεῖτε καὶ τὶς γνῶμες τῶν ἄλλων, πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας
τέκνων, τοὺς ὁποίους ὁ Κύριος «δὲν ἐπαισχύνεται νὰ καλῇ ἀδελφούς»
(Ἑβρ. 2,11). Διὰ μέσου αὐτῶν πολλὲς φορὲς λαλεῖ ὁ Κύριος. Μία ὑπόδειξί τους, ἀπὸ ἀγάπη
προερχόμενη καὶ ἀπὸ πόνο γιὰ σωτηρία ψυχῶν, μπορεῖ ν᾽ ἀποδειχθῇ θαυματουργός. Διότι στὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο ὑπάρχουν λεπτομέρειες, ποὺ μπορεῖ νὰ διαφεύγουν τὴν προσοχὴ καὶ τοῦ πιὸ ὀξυδερκοῦς πνευματικοῦ ἐργάτου· καὶ τὶς
λεπτομέρειες αὐτὲς μπορεῖ νὰ τὶς
προσέξῃ ἕνας ἁπλοϊκὸς ἄνθρωπος, ἁγνὸς στὴν
καρδιά.
4. Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Κυρίου τὰ ἀδειανὰ δίχτυα γέμισαν μὲ 153 μεγάλα ψάρια. Ἀριθμός, ποὺ συμβολίζει τὸ πλῆθος τῶν ψυχῶν, οἱ ὁποῖες ἀπὸ τὸν εἰδωλολατρικὸ καὶ τὸν ἰουδαϊκὸ κόσμο ἁλιεύθηκαν διὰ τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου. Καὶ σεῖς, ἐργάτες
τοῦ Εὐαγγελίου, σὲ κάθε ἐξόρμησί σας πρὸς σωτηρίαν ψυχῶν νὰ ζητᾶτε μὲ ἐπιμονὴ τὴν εὐλογία τοῦ Κυρίου, καὶ νὰ ἦστε βέβαιοι ὅτι, ἂν ἐπιμένετε
στὸ ἔργο σας ἐπικαλούμενοι τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου, θὰ ἔλθῃ ἡμέρα ποὺ κατάπληκτοι θὰ δῆτε νὰ
συρρέουν στὰ ἱεραποστολικά σας δίχτυα τόσες ψυχὲς ὅσες δὲν
προσελκύσατε ἐπὶ πολλὰ χρόνια.
5. «Δεῦτε ἀριστήσατε», ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ
Κυρίου καλοῦσα τοὺς ἁλιεῖς
μαθητὰς σὲ τράπεζα, τὴν ὁποία αὐτός παρέθετε στὸ γιαλό. Ἄρτος καὶ ψάρι ψημένο ἐπάνω στὴν ἀνθρακιά. Ψάρι δὲ ψημένο, ΙΧΘΥΣ, εἶνε αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος,
ὁ ὁποῖος ἐμαρτύρησε
ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ, ὅπως τὸ ψάρι ψήνεται ἐπάνω στὴ φωτιά. Ὁ ἴδιος μοίρασε τὸ ψάρι. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος δὲν εἶνε ἐκεῖνος, ποὺ κατὰ τὴν θεία Εὐχαριστία μὲ τὰ χέρια τοῦ λειτουργοῦ διανέμει στοὺς πιστοὺς ὅλων τῶν αἰώνων ἀπὸ τὸ σῶμα του; «Σὺ εἶ ὁ
προσφέρων καὶ
προσφερόμενος καὶ
διαδιδόμενος, Χριστὲ ὁ Θεός»! (θ. Λειτ.). «Δεῦτε ἀριστήσατε», εἶπε τότε. «Λάβετε φάγετε, πίετε ἐξ αὐτοῦ
πάντες», λέει σὲ κάθε
θεία λειτουργία.
Πρὸς αὐτὴν τὴν θεία
Τράπεζα πρέπει νὰ
προσέρχεται κάθε πιστός, πρὸ παντὸς δὲ ὁ ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ νὰ
λαμβάνῃ ἐνίσχυσι στὸ ἔργο του. Μία Θεία Κοινωνία, ἀξίως λαμβανομένη, θωρακίζει τὸν πνευματικὸ ἐργάτη ἀπέναντι στοὺς ἐχθρούς
του καὶ τὸν ἀναδεικνύει νικητὴ τῶν πειρασμῶν.
Μία ὁμάδα ἀπὸ ἐργάτες
τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ ὁποῖοι συνεργάζονται
στενά, ὑπομένουν καὶ ἐπιμένουν καὶ ταπεινὰ ἀκοῦνε τὶς γνῶμες καὶ ὑποδείξεις
πιστῶν καὶ ἁγνῶν ἀνθρώπων, καὶ «ἀδιαλείπτως προσεύχονται» (Α΄ Θεσ. 5,17) καὶ ἐπικαλοῦνται τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου καὶ ἑνώνονται
μαζί του στὸ ἁγιώτατο μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας, μία τέτοια ἱεραποστολικὴ ὁμάδα δὲν εἶνε
δυνατὸν παρὰ νὰ ἑλκύῃ τὴν εὐλογία
τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ κάνῃ θαύματα στὸν κόσμο. Μακάρι τέτοιες ἱεραποστολικὲς ὁμάδες ποτέ νὰ μὴ
στερηθῇ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου