Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριο
Τα πορίσματα του 4ου Συνεδρίου Βιοηθικής του
Οικουμενικού Πατριαρχείου, με θέμα την υπογεννητικότητα, προσφέρουν μια
ουσιαστική αφορμή εκκλησιαστικού και κοινωνικού διαλόγου. Αγγίζουν ζητήματα
σοβαρά: τον γάμο, την επιθυμία απόκτησης παιδιών, την εμπειρία της ατεκνίας,
την ευθύνη απέναντι στη ζωή. Γι’ αυτό και η συζήτησή τους χρειάζεται
επιστημονική γνώση, θεολογική διάκριση και προσεκτική ακρόαση των ανθρώπων.
Αξίζει να αναγνωρίσουμε ορισμένες σημαντικές
τοποθετήσεις του κειμένου. Ο γάμος δεν εξαντλεί το νόημά του στην παιδοποιία.
Το παιδί δεν αποτελεί μέσο επίτευξης εθνικών ή δημογραφικών στόχων. Η
τεκνογονία δεν μπορεί να γίνεται κριτήριο πνευματικότητας, ούτε ο Πνευματικός
πατέρας να υποκαθιστά την ελευθερία και την ευθύνη των συζύγων. Αντίστοιχα, η
μητρότητα δεν επιτρέπεται να εργαλειοποιείται. Οι θέσεις αυτές δίνουν στον
εκκλησιαστικό λόγο έναν σαφή προσανατολισμό: πριν από τους αριθμούς βρίσκονται
τα πρόσωπα.
Ακριβώς επειδή αυτές οι αφετηρίες είναι ουσιαστικές, αξίζει να αναρωτηθούμε πώς μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη πρακτική εμβέλεια. Οι παρατηρήσεις που ακολουθούν αφορούν το κείμενο των πορισμάτων, όχι το σύνολο των εισηγήσεων και των συζητήσεων του Συνεδρίου. Όσα δεν αναπτύσσονται στα πορίσματα δεν σημαίνει ότι δεν συζητήθηκαν. Πρόθεσή μου είναι να ανταποκριθώ στην πρόσκληση του ίδιου του κειμένου για περαιτέρω προβληματισμό.
Μια πρώτη σκέψη αφορά τον ορίζοντα της συζήτησης.
Στα πορίσματα, η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που εξετάζεται ειδικότερα. Η
ενασχόληση αυτή είναι εύλογη· θα ήταν, ωστόσο, χρήσιμο να συμπληρωθεί από την
εμπειρία των Ορθόδοξων κοινοτήτων σε άλλες χώρες. Από την ποιμαντική σκοπιά του
Χονγκ Κονγκ, θεωρώ σημαντικό να αναρωτηθούμε πώς ακούγεται αυτός ο λόγος πέρα
από το Ελληνικό περιβάλλον. Πώς προσλαμβάνουν τις ίδιες αρχές άνθρωποι
διαφορετικής πολιτισμικής προέλευσης; Ποιες ανάγκες αναδεικνύονται σε
διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες; Η οικουμενική προοπτική θα μπορούσε να
εκφραστεί πληρέστερα μέσα από αυτή την ευρύτερη συζήτηση.
Η διεύρυνση αυτή θα βοηθούσε και στην κατανόηση
των αιτίων της υπογεννητικότητας. Ο ΟΟΣΑ εξετάζει τη γονιμότητα σε συνάρτηση με
την εργασία, το κόστος κατοικίας, τη φροντίδα των παιδιών και τις οικογενειακές
πολιτικές, παράλληλα με τις μεταβολές στις κοινωνικές αντιλήψεις. Η συγκριτική
έρευνα θα ήταν, επομένως, χρήσιμη προτού αποδώσουμε πρωτεύουσα βαρύτητα σε μία
κατηγορία παραγόντων.
Υπό αυτό το πρίσμα, η διατύπωση ότι η αντιμετώπιση
του δημογραφικού προβλήματος είναι «πρωτίστως αξιακό και δευτερευόντως πολιτικό
ζήτημα» χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, διευκρίνιση. Άλλο είναι να δηλώνουμε ότι
η Εκκλησία δίνει προτεραιότητα στην πνευματική της διακονία και άλλο να
συμπεραίνουμε ότι οι αξιακές μεταβολές εξηγούν κυρίως την υπογεννητικότητα. Το
δεύτερο απαιτεί ιδιαίτερη επιστημονική τεκμηρίωση. Η έκθεση του The United Nations Population Fund’s αναδεικνύει εμπόδια που δυσκολεύουν
ανθρώπους να αποκτήσουν τα παιδιά που επιθυμούν. Θα ήταν άδικο η αναφορά στον
ατομοκεντρισμό να ακουστεί ως γενική κρίση για όσους δεν γίνονται γονείς.
Παρόμοια προσοχή χρειάζεται η αναφορά στην απώλεια
της «πνευματικής φυσιογνωμίας» των Ελλήνων. Ως ποιμαντική αγωνία είναι
κατανοητή. Ως γενική διαπίστωση, όμως, χρειάζεται να εξηγηθεί: ποια φαινόμενα
περιγράφει και με ποια κριτήρια αποτιμάται; Πώς αποφεύγουμε την εξιδανίκευση
του παρελθόντος και την άδικη αποτίμηση των νεότερων γενεών; Η διάκριση ανάμεσα
στη θεολογική ερμηνεία και την επιστημονική διαπίστωση δεν αποδυναμώνει τον
εκκλησιαστικό λόγο· τον καθιστά σαφέστερο.
Ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη συγκεκριμενοποίησης
υπάρχει στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Η αποφυγή της άκριτης αποδοχής και της
γενικευμένης απόρριψης αποτελεί ουσιαστική αφετηρία. Ο ενδιαφερόμενος, όμως,
χρειάζεται να καταλάβει τι ακριβώς εξετάζεται. Η σπερματέγχυση και η
εξωσωματική γονιμοποίηση είναι διαφορετικές μέθοδοι, ενώ η μικρογονιμοποίηση
αποτελεί ειδική τεχνική γονιμοποίησης στο πλαίσιο της εξωσωματικής. Η δωρεά
γεννητικού υλικού, η κρυοσυντήρηση και ο προεμφυτευτικός γενετικός έλεγχος
εισάγουν διακριτές επιλογές. Δεν αρκεί, επομένως, μία ενιαία αναφορά σε «ηθικά
διλήμματα».
Θα ήταν χρήσιμο ένα κατανοητό κείμενο που να
εξηγεί, για κάθε περίπτωση, πού εντοπίζεται ο προβληματισμός: στην προστασία
και τη μελλοντική τύχη των εμβρύων; Στη συμμετοχή τρίτου προσώπου μέσω δωρεάς;
Στο νόημα της γονεϊκότητας και στη γνώση της καταγωγής; Στα κριτήρια επιλογής
εμβρύων; Στην ενδεχόμενη εκμετάλλευση μιας παρένθετης μητέρας; Και, κυρίως, πώς
συνδέεται κάθε ερώτημα με συγκεκριμένες θεολογικές αρχές;
Η συζήτηση αυτή μπορεί να αξιοποιήσει τον βιοηθικό
προβληματισμό που έχει ήδη αναπτυχθεί σε επιμέρους Ορθόδοξες Εκκλησίες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι Βασικές θέσεις επί της ηθικής της
υποβοηθούμενης αναπαραγωγής της Επιτροπής Βιοηθικής της Εκκλησίας της Ελλάδος
(2006). Τέτοιες συμβολές προσφέρουν πολύτιμο υλικό για περαιτέρω διάλογο, με
την αναγκαία διάκριση ανάμεσα στις τοποθετήσεις συγκεκριμένων εκκλησιαστικών
οργάνων και σε θέσεις που έχουν τύχει ευρύτερης Πανορθόδοξης αποδοχής.
Χρειάζεται, επίσης, να μη συγχέουμε την
υπογεννητικότητα με την υπογονιμότητα. Η δεύτερη αφορά πάθηση του ανδρικού ή
του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος και απαιτεί αυτοτελή φροντίδα,
ανεξάρτητα από δημογραφικές επιδιώξεις. Η ποιμαντική συνάντηση με αυτούς τους
ανθρώπους χρειάζεται γνώση, λεπτότητα και αποφυγή κάθε στιγματισμού. Η
αξιολόγηση μιας μεθόδου δεν πρέπει ποτέ να μετατρέπεται σε αμφισβήτηση της
αξιοπρέπειας του παιδιού που γεννήθηκε με τη βοήθειά της.
Αντίστοιχα, στο ζήτημα των αμβλώσεων, η πρόσκληση
των πορισμάτων για κοινωνική ευθύνη αξίζει να αποκτήσει συγκεκριμένο
περιεχόμενο. Πώς στηρίζεται μια έγκυος που αντιμετωπίζει εγκατάλειψη, βία ή
οικονομικό αδιέξοδο; Πώς προσεγγίζονται οι ιδιαίτερα επώδυνες περιστάσεις,
χωρίς έτοιμες απαντήσεις που παρακάμπτουν το πρόσωπο; Και πώς συνεχίζεται η
φροντίδα μετά τη γέννηση; Με βάση την ίδια την προσωποκεντρική αφετηρία των
πορισμάτων, η προστασία της ζωής δεν χρειάζεται δημογραφική δικαιολόγηση, αλλά
έμπρακτη αγάπη.
Το επόμενο βήμα θα μπορούσε να είναι η σύνδεση
αυτών των αρχών με συγκεκριμένες πρωτοβουλίες: επιμόρφωση κληρικών, συνεργασία
με επιστήμονες, υπεύθυνη ενημέρωση και ουσιαστική στήριξη ανθρώπων που
δοκιμάζονται. Χρειάζεται να ακούγονται και οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι: γυναίκες
και άνδρες που αντιμετωπίζουν την υπογονιμότητα, γονείς που δυσκολεύονται,
άνθρωποι που βίωσαν απώλεια ή επώδυνες αποφάσεις. Η εμπειρία τους δεν
υποκαθιστά τη θεολογική κρίση· μας βοηθά να κατανοούμε πληρέστερα τα ερωτήματα.
Ένα συνοπτικό κείμενο πορισμάτων δεν μπορεί,
βέβαια, να εξαντλήσει όλα αυτά τα ζητήματα. Η αξία του βρίσκεται και στη
συζήτηση που ανοίγει, καθώς και στην ποιμαντική πράξη που μπορεί να εμπνεύσει.
Η συνέχεια προϋποθέτει σαφήνεια στις θεολογικές μας θέσεις, τεκμηρίωση των
κρίσεών μας και προθυμία να ακούσουμε τον άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά σε
δύσκολες αποφάσεις. Εκεί δοκιμάζεται και η συνέπεια του εκκλησιαστικού μας
λόγου: κατά πόσον η μέριμνα για το πρόσωπο γίνεται έμπρακτη συμπαράσταση, με
σεβασμό στην ελευθερία του και σταθερή παρουσία στη δοκιμασία του.
(Τα Πορίσματα του Συνεδρίου μπορείτε να τα βρείτε
στον σύνδεσμο: https://imra.gr/archives/31740)
***
Reflections on
the Conclusions of the Fourth Bioethics Conference (Rethymno, October 2–4,
2026)
The conclusions
of the Ecumenical Patriarchate’s Fourth Bioethics Conference, devoted to low
birth rates, provide a valuable opportunity for dialogue within the Church and
wider society. They address serious matters: marriage, the desire to have
children, the experience of childlessness, and our responsibility to protect
life. Discussing these issues therefore calls for scientific knowledge,
theological discernment, and attentive listening to those concerned.
Several
important positions expressed in the document deserve recognition. The meaning
of marriage is not exhausted by procreation. A child is not a means of
achieving national or demographic objectives. Having children cannot be made a
measure of spirituality, nor may a spiritual father take the place of the
spouses in exercising their freedom and responsibility. Likewise, motherhood
must not be treated as an instrument for other purposes. These positions give
the Church’s discourse a clear orientation: persons come before numbers.
Precisely
because these starting points are so important, we should consider how they
might find fuller practical expression. The observations that follow concern
the text of the conclusions, rather than the entirety of the papers and
discussions presented at the conference. The absence of a detailed treatment of
an issue in the conclusions does not mean that it was not discussed. My
intention is to respond to the document’s own invitation to further reflection.
My first
observation concerns the scope of the discussion. Greece is the only country
examined in detail in the conclusions. This focus is understandable; it would
nevertheless be helpful to complement it with the experience of Orthodox
communities in other countries. From the perspective of pastoral ministry in
Hong Kong, I consider it important to ask how this message is heard beyond the
Greek context. How do people from different cultural backgrounds understand
these same principles? What needs emerge under different social conditions? The
universal perspective of the Church could find fuller expression through this
broader discussion.
Broadening the
discussion would also help us understand the causes of low birth rates. The
OECD examines fertility in relation to employment, housing costs, childcare,
and family policies, alongside changes in social attitudes. Comparative
research would therefore be helpful before we assign primary importance to any
one category of factors.
In this light,
the statement that addressing the demographic problem is “primarily a matter of
values and secondarily a political issue” requires clarification, in my view.
It is one thing to say that the Church gives priority to its spiritual
ministry, and another to conclude that changes in values are the principal
explanation for low birth rates. The latter requires specific scientific
evidence. The United Nations Population Fund’s report highlights obstacles that
prevent people from having the children they desire. It would be unfair if the
reference to individualism were heard as a blanket judgment on those who do not
become parents.
Similar care is
needed in referring to the loss of the Greeks’ “spiritual identity.” As an
expression of pastoral concern, this is understandable. As a general
assessment, however, it needs explanation: what phenomena does it describe, and
by what criteria are they assessed? How do we avoid idealizing the past and
judging younger generations unfairly? Distinguishing between theological
interpretation and scientific findings does not weaken the Church’s discourse;
it makes it clearer.
Even greater
specificity is needed in discussing assisted reproduction. Avoiding both
uncritical acceptance and blanket rejection is an important starting point.
Those concerned, however, need to understand exactly what is being considered.
Artificial insemination and in vitro fertilization are different methods, while
intracytoplasmic sperm injection is a specific fertilization technique used
within IVF. Gamete donation, cryopreservation, and preimplantation genetic
testing involve distinct choices. A general reference to “ethical dilemmas” is
therefore insufficient.
An accessible
document explaining the particular concern in each case would be helpful. Does
it concern the protection and future fate of embryos? The involvement of a
third party through donation? The meaning of parenthood and knowledge of one’s
origins? The criteria for embryo selection? The potential exploitation of a
surrogate mother? Above all, how does each question relate to specific
theological principles?
This discussion
can draw on the bioethical reflection already developed within individual
Orthodox Churches. One notable example is the Church of Greece’s Bioethics
Committee document, Basic Positions on the Ethics of Assisted Reproduction
(2006). Such contributions offer valuable material for further dialogue,
provided that a necessary distinction is maintained between the positions of
particular ecclesiastical bodies and those that have gained broader acceptance
across the Orthodox Church.
We must also
avoid confusing low birth rates with infertility. The latter is a disease of
the male or female reproductive system and requires care in its own right,
independently of demographic objectives. Pastoral engagement with those
affected calls for knowledge, sensitivity, and the avoidance of any
stigmatization. The assessment of a method must never become a questioning of
the dignity of a child born with its assistance.
Likewise, on
the issue of abortion, the conclusions’ call for social responsibility deserves
concrete expression. How is a pregnant woman supported when she faces
abandonment, violence, or financial hardship? How do we approach particularly
painful circumstances without resorting to ready-made answers that overlook the
person concerned? And how does care continue after the child is born? In
keeping with the conclusions’ own person-centered approach, the protection of
life requires no demographic justification, but rather love expressed in
action.
The next step
could be to connect these principles with specific initiatives: continuing
education for clergy, collaboration with scientists, responsible information,
and meaningful support for people facing hardship. Those directly affected must
also be heard: women and men experiencing infertility, parents who are
struggling, and people who have faced loss or painful decisions. Their
experience does not replace theological judgment; it helps us understand the
questions more fully.
A concise
statement of conclusions cannot, of course, address all these issues
exhaustively. Its value also lies in the discussion it opens and the pastoral
action it can inspire. Taking this work further requires clarity in our
theological positions, sound grounds for our judgments, and a willingness to
listen to those facing difficult decisions. This is also where the integrity of
the Church’s discourse is tested: whether concern for the person becomes
practical support, respecting their freedom and remaining steadfastly present
in their suffering.
(The conference
conclusions are available at the following link: https://imra.gr/archives/31740)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου