Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Σκέψεις με αφορμή τα Πορίσματα του 4ου Συνεδρίου Βιοηθικής (Ρέθυμνο, 2–4 Οκτωβρίου 2026) - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριο

Σκέψεις με αφορμή τα Πορίσματα του 4ου Συνεδρίου Βιοηθικής 
(Ρέθυμνο, 2–4 Οκτωβρίου 2026)

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριο

Τα πορίσματα του 4ου Συνεδρίου Βιοηθικής του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με θέμα την υπογεννητικότητα, προσφέρουν μια ουσιαστική αφορμή εκκλησιαστικού και κοινωνικού διαλόγου. Αγγίζουν ζητήματα σοβαρά: τον γάμο, την επιθυμία απόκτησης παιδιών, την εμπειρία της ατεκνίας, την ευθύνη απέναντι στη ζωή. Γι’ αυτό και η συζήτησή τους χρειάζεται επιστημονική γνώση, θεολογική διάκριση και προσεκτική ακρόαση των ανθρώπων.

Αξίζει να αναγνωρίσουμε ορισμένες σημαντικές τοποθετήσεις του κειμένου. Ο γάμος δεν εξαντλεί το νόημά του στην παιδοποιία. Το παιδί δεν αποτελεί μέσο επίτευξης εθνικών ή δημογραφικών στόχων. Η τεκνογονία δεν μπορεί να γίνεται κριτήριο πνευματικότητας, ούτε ο Πνευματικός πατέρας να υποκαθιστά την ελευθερία και την ευθύνη των συζύγων. Αντίστοιχα, η μητρότητα δεν επιτρέπεται να εργαλειοποιείται. Οι θέσεις αυτές δίνουν στον εκκλησιαστικό λόγο έναν σαφή προσανατολισμό: πριν από τους αριθμούς βρίσκονται τα πρόσωπα.

Ακριβώς επειδή αυτές οι αφετηρίες είναι ουσιαστικές, αξίζει να αναρωτηθούμε πώς μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη πρακτική εμβέλεια. Οι παρατηρήσεις που ακολουθούν αφορούν το κείμενο των πορισμάτων, όχι το σύνολο των εισηγήσεων και των συζητήσεων του Συνεδρίου. Όσα δεν αναπτύσσονται στα πορίσματα δεν σημαίνει ότι δεν συζητήθηκαν. Πρόθεσή μου είναι να ανταποκριθώ στην πρόσκληση του ίδιου του κειμένου για περαιτέρω προβληματισμό.

Μια πρώτη σκέψη αφορά τον ορίζοντα της συζήτησης. Στα πορίσματα, η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που εξετάζεται ειδικότερα. Η ενασχόληση αυτή είναι εύλογη· θα ήταν, ωστόσο, χρήσιμο να συμπληρωθεί από την εμπειρία των Ορθόδοξων κοινοτήτων σε άλλες χώρες. Από την ποιμαντική σκοπιά του Χονγκ Κονγκ, θεωρώ σημαντικό να αναρωτηθούμε πώς ακούγεται αυτός ο λόγος πέρα από το Ελληνικό περιβάλλον. Πώς προσλαμβάνουν τις ίδιες αρχές άνθρωποι διαφορετικής πολιτισμικής προέλευσης; Ποιες ανάγκες αναδεικνύονται σε διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες; Η οικουμενική προοπτική θα μπορούσε να εκφραστεί πληρέστερα μέσα από αυτή την ευρύτερη συζήτηση.

Η διεύρυνση αυτή θα βοηθούσε και στην κατανόηση των αιτίων της υπογεννητικότητας. Ο ΟΟΣΑ εξετάζει τη γονιμότητα σε συνάρτηση με την εργασία, το κόστος κατοικίας, τη φροντίδα των παιδιών και τις οικογενειακές πολιτικές, παράλληλα με τις μεταβολές στις κοινωνικές αντιλήψεις. Η συγκριτική έρευνα θα ήταν, επομένως, χρήσιμη προτού αποδώσουμε πρωτεύουσα βαρύτητα σε μία κατηγορία παραγόντων.

Υπό αυτό το πρίσμα, η διατύπωση ότι η αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος είναι «πρωτίστως αξιακό και δευτερευόντως πολιτικό ζήτημα» χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, διευκρίνιση. Άλλο είναι να δηλώνουμε ότι η Εκκλησία δίνει προτεραιότητα στην πνευματική της διακονία και άλλο να συμπεραίνουμε ότι οι αξιακές μεταβολές εξηγούν κυρίως την υπογεννητικότητα. Το δεύτερο απαιτεί ιδιαίτερη επιστημονική τεκμηρίωση. Η έκθεση του The United Nations Population Fund’s αναδεικνύει εμπόδια που δυσκολεύουν ανθρώπους να αποκτήσουν τα παιδιά που επιθυμούν. Θα ήταν άδικο η αναφορά στον ατομοκεντρισμό να ακουστεί ως γενική κρίση για όσους δεν γίνονται γονείς.

Παρόμοια προσοχή χρειάζεται η αναφορά στην απώλεια της «πνευματικής φυσιογνωμίας» των Ελλήνων. Ως ποιμαντική αγωνία είναι κατανοητή. Ως γενική διαπίστωση, όμως, χρειάζεται να εξηγηθεί: ποια φαινόμενα περιγράφει και με ποια κριτήρια αποτιμάται; Πώς αποφεύγουμε την εξιδανίκευση του παρελθόντος και την άδικη αποτίμηση των νεότερων γενεών; Η διάκριση ανάμεσα στη θεολογική ερμηνεία και την επιστημονική διαπίστωση δεν αποδυναμώνει τον εκκλησιαστικό λόγο· τον καθιστά σαφέστερο.

Ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη συγκεκριμενοποίησης υπάρχει στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Η αποφυγή της άκριτης αποδοχής και της γενικευμένης απόρριψης αποτελεί ουσιαστική αφετηρία. Ο ενδιαφερόμενος, όμως, χρειάζεται να καταλάβει τι ακριβώς εξετάζεται. Η σπερματέγχυση και η εξωσωματική γονιμοποίηση είναι διαφορετικές μέθοδοι, ενώ η μικρογονιμοποίηση αποτελεί ειδική τεχνική γονιμοποίησης στο πλαίσιο της εξωσωματικής. Η δωρεά γεννητικού υλικού, η κρυοσυντήρηση και ο προεμφυτευτικός γενετικός έλεγχος εισάγουν διακριτές επιλογές. Δεν αρκεί, επομένως, μία ενιαία αναφορά σε «ηθικά διλήμματα».

Θα ήταν χρήσιμο ένα κατανοητό κείμενο που να εξηγεί, για κάθε περίπτωση, πού εντοπίζεται ο προβληματισμός: στην προστασία και τη μελλοντική τύχη των εμβρύων; Στη συμμετοχή τρίτου προσώπου μέσω δωρεάς; Στο νόημα της γονεϊκότητας και στη γνώση της καταγωγής; Στα κριτήρια επιλογής εμβρύων; Στην ενδεχόμενη εκμετάλλευση μιας παρένθετης μητέρας; Και, κυρίως, πώς συνδέεται κάθε ερώτημα με συγκεκριμένες θεολογικές αρχές;

Η συζήτηση αυτή μπορεί να αξιοποιήσει τον βιοηθικό προβληματισμό που έχει ήδη αναπτυχθεί σε επιμέρους Ορθόδοξες Εκκλησίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι Βασικές θέσεις επί της ηθικής της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής της Επιτροπής Βιοηθικής της Εκκλησίας της Ελλάδος (2006). Τέτοιες συμβολές προσφέρουν πολύτιμο υλικό για περαιτέρω διάλογο, με την αναγκαία διάκριση ανάμεσα στις τοποθετήσεις συγκεκριμένων εκκλησιαστικών οργάνων και σε θέσεις που έχουν τύχει ευρύτερης Πανορθόδοξης αποδοχής.

Χρειάζεται, επίσης, να μη συγχέουμε την υπογεννητικότητα με την υπογονιμότητα. Η δεύτερη αφορά πάθηση του ανδρικού ή του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος και απαιτεί αυτοτελή φροντίδα, ανεξάρτητα από δημογραφικές επιδιώξεις. Η ποιμαντική συνάντηση με αυτούς τους ανθρώπους χρειάζεται γνώση, λεπτότητα και αποφυγή κάθε στιγματισμού. Η αξιολόγηση μιας μεθόδου δεν πρέπει ποτέ να μετατρέπεται σε αμφισβήτηση της αξιοπρέπειας του παιδιού που γεννήθηκε με τη βοήθειά της.

Αντίστοιχα, στο ζήτημα των αμβλώσεων, η πρόσκληση των πορισμάτων για κοινωνική ευθύνη αξίζει να αποκτήσει συγκεκριμένο περιεχόμενο. Πώς στηρίζεται μια έγκυος που αντιμετωπίζει εγκατάλειψη, βία ή οικονομικό αδιέξοδο; Πώς προσεγγίζονται οι ιδιαίτερα επώδυνες περιστάσεις, χωρίς έτοιμες απαντήσεις που παρακάμπτουν το πρόσωπο; Και πώς συνεχίζεται η φροντίδα μετά τη γέννηση; Με βάση την ίδια την προσωποκεντρική αφετηρία των πορισμάτων, η προστασία της ζωής δεν χρειάζεται δημογραφική δικαιολόγηση, αλλά έμπρακτη αγάπη.

Το επόμενο βήμα θα μπορούσε να είναι η σύνδεση αυτών των αρχών με συγκεκριμένες πρωτοβουλίες: επιμόρφωση κληρικών, συνεργασία με επιστήμονες, υπεύθυνη ενημέρωση και ουσιαστική στήριξη ανθρώπων που δοκιμάζονται. Χρειάζεται να ακούγονται και οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι: γυναίκες και άνδρες που αντιμετωπίζουν την υπογονιμότητα, γονείς που δυσκολεύονται, άνθρωποι που βίωσαν απώλεια ή επώδυνες αποφάσεις. Η εμπειρία τους δεν υποκαθιστά τη θεολογική κρίση· μας βοηθά να κατανοούμε πληρέστερα τα ερωτήματα.

Ένα συνοπτικό κείμενο πορισμάτων δεν μπορεί, βέβαια, να εξαντλήσει όλα αυτά τα ζητήματα. Η αξία του βρίσκεται και στη συζήτηση που ανοίγει, καθώς και στην ποιμαντική πράξη που μπορεί να εμπνεύσει. Η συνέχεια προϋποθέτει σαφήνεια στις θεολογικές μας θέσεις, τεκμηρίωση των κρίσεών μας και προθυμία να ακούσουμε τον άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις. Εκεί δοκιμάζεται και η συνέπεια του εκκλησιαστικού μας λόγου: κατά πόσον η μέριμνα για το πρόσωπο γίνεται έμπρακτη συμπαράσταση, με σεβασμό στην ελευθερία του και σταθερή παρουσία στη δοκιμασία του.

(Τα Πορίσματα του Συνεδρίου μπορείτε να τα βρείτε στον σύνδεσμο: https://imra.gr/archives/31740)

***

Reflections on the Conclusions of the Fourth Bioethics Conference (Rethymno, October 2–4, 2026)

The conclusions of the Ecumenical Patriarchate’s Fourth Bioethics Conference, devoted to low birth rates, provide a valuable opportunity for dialogue within the Church and wider society. They address serious matters: marriage, the desire to have children, the experience of childlessness, and our responsibility to protect life. Discussing these issues therefore calls for scientific knowledge, theological discernment, and attentive listening to those concerned.

Several important positions expressed in the document deserve recognition. The meaning of marriage is not exhausted by procreation. A child is not a means of achieving national or demographic objectives. Having children cannot be made a measure of spirituality, nor may a spiritual father take the place of the spouses in exercising their freedom and responsibility. Likewise, motherhood must not be treated as an instrument for other purposes. These positions give the Church’s discourse a clear orientation: persons come before numbers.

Precisely because these starting points are so important, we should consider how they might find fuller practical expression. The observations that follow concern the text of the conclusions, rather than the entirety of the papers and discussions presented at the conference. The absence of a detailed treatment of an issue in the conclusions does not mean that it was not discussed. My intention is to respond to the document’s own invitation to further reflection.

My first observation concerns the scope of the discussion. Greece is the only country examined in detail in the conclusions. This focus is understandable; it would nevertheless be helpful to complement it with the experience of Orthodox communities in other countries. From the perspective of pastoral ministry in Hong Kong, I consider it important to ask how this message is heard beyond the Greek context. How do people from different cultural backgrounds understand these same principles? What needs emerge under different social conditions? The universal perspective of the Church could find fuller expression through this broader discussion.

Broadening the discussion would also help us understand the causes of low birth rates. The OECD examines fertility in relation to employment, housing costs, childcare, and family policies, alongside changes in social attitudes. Comparative research would therefore be helpful before we assign primary importance to any one category of factors.

In this light, the statement that addressing the demographic problem is “primarily a matter of values and secondarily a political issue” requires clarification, in my view. It is one thing to say that the Church gives priority to its spiritual ministry, and another to conclude that changes in values are the principal explanation for low birth rates. The latter requires specific scientific evidence. The United Nations Population Fund’s report highlights obstacles that prevent people from having the children they desire. It would be unfair if the reference to individualism were heard as a blanket judgment on those who do not become parents.

Similar care is needed in referring to the loss of the Greeks’ “spiritual identity.” As an expression of pastoral concern, this is understandable. As a general assessment, however, it needs explanation: what phenomena does it describe, and by what criteria are they assessed? How do we avoid idealizing the past and judging younger generations unfairly? Distinguishing between theological interpretation and scientific findings does not weaken the Church’s discourse; it makes it clearer.

Even greater specificity is needed in discussing assisted reproduction. Avoiding both uncritical acceptance and blanket rejection is an important starting point. Those concerned, however, need to understand exactly what is being considered. Artificial insemination and in vitro fertilization are different methods, while intracytoplasmic sperm injection is a specific fertilization technique used within IVF. Gamete donation, cryopreservation, and preimplantation genetic testing involve distinct choices. A general reference to “ethical dilemmas” is therefore insufficient.

An accessible document explaining the particular concern in each case would be helpful. Does it concern the protection and future fate of embryos? The involvement of a third party through donation? The meaning of parenthood and knowledge of one’s origins? The criteria for embryo selection? The potential exploitation of a surrogate mother? Above all, how does each question relate to specific theological principles?

This discussion can draw on the bioethical reflection already developed within individual Orthodox Churches. One notable example is the Church of Greece’s Bioethics Committee document, Basic Positions on the Ethics of Assisted Reproduction (2006). Such contributions offer valuable material for further dialogue, provided that a necessary distinction is maintained between the positions of particular ecclesiastical bodies and those that have gained broader acceptance across the Orthodox Church.

We must also avoid confusing low birth rates with infertility. The latter is a disease of the male or female reproductive system and requires care in its own right, independently of demographic objectives. Pastoral engagement with those affected calls for knowledge, sensitivity, and the avoidance of any stigmatization. The assessment of a method must never become a questioning of the dignity of a child born with its assistance.

Likewise, on the issue of abortion, the conclusions’ call for social responsibility deserves concrete expression. How is a pregnant woman supported when she faces abandonment, violence, or financial hardship? How do we approach particularly painful circumstances without resorting to ready-made answers that overlook the person concerned? And how does care continue after the child is born? In keeping with the conclusions’ own person-centered approach, the protection of life requires no demographic justification, but rather love expressed in action.

The next step could be to connect these principles with specific initiatives: continuing education for clergy, collaboration with scientists, responsible information, and meaningful support for people facing hardship. Those directly affected must also be heard: women and men experiencing infertility, parents who are struggling, and people who have faced loss or painful decisions. Their experience does not replace theological judgment; it helps us understand the questions more fully.

A concise statement of conclusions cannot, of course, address all these issues exhaustively. Its value also lies in the discussion it opens and the pastoral action it can inspire. Taking this work further requires clarity in our theological positions, sound grounds for our judgments, and a willingness to listen to those facing difficult decisions. This is also where the integrity of the Church’s discourse is tested: whether concern for the person becomes practical support, respecting their freedom and remaining steadfastly present in their suffering.

(The conference conclusions are available at the following link: https://imra.gr/archives/31740)

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: