μ. Θεόκτιστος ο Κρης
Μπαίνεις σήμερα σε έναν ναό και, πριν προλάβεις να
κάνεις τον σταυρό σου, βλέπεις κάποιον να σηκώνει το κινητό του. Άλλος
φωτογραφίζει την Ωραία Πύλη, άλλος τον επίσκοπο, άλλος τον ιερέα την ώρα που
θυμιάζει. Κάποιος μεταδίδει ζωντανά. Κάποιος άλλος αναζητεί την κατάλληλη γωνία
για να φαίνεται καλύτερα το πρόσωπο ενός Γέροντα. Και μέσα σε αυτή την αδιάκοπη
κινητικότητα των συσκευών, εκείνο που λιγοστεύει είναι η προσοχή μας προς όσα
τελούνται ενώπιόν μας.
Μα, παιδί μου, στον ναό ήρθες να συναντήσεις
τον Χριστό ή να πληροφορήσεις τους άλλους ότι βρέθηκες κοντά Του;
Δεν πρόκειται απλώς για την απρέπεια μιας φωτογραφίας ούτε για την ενόχληση που προκαλεί ένας ήχος την ώρα της Θείας Λειτουργίας. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο, γιατί αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο πλησιάζουμε το ιερό, τη διάθεση της καρδιάς, την αδυναμία μας να παραμείνουμε έστω και λίγο ενώπιον του Θεού χωρίς να αναζητούμε την προσοχή των ανθρώπων. Σαν να μην αρκεί πια η ίδια η συνάντηση, αν δεν αποκτήσει μια δεύτερη ζωή στην οθόνη κάποιου άλλου.
Ο Άγιος Παΐσιος έλεγε πως «ἡ ἡσυχία εἶναι μυστικὴ προσευχή». Και μιλούσε για τη γλυκύτητα της
ησυχίας, για εκείνη την εσωτερική κατάσταση που επιτρέπει στον άνθρωπο να
συγκεντρώσει τον νου του και να στραφεί προς τον Θεό. Δεν αναφερόταν μόνο στην
απουσία εξωτερικών θορύβων, αλλά και σε όσα διασκορπίζουν την καρδιά,
κατακερματίζουν την προσοχή και στερούν από την ψυχή τη δυνατότητα να
αναπαυθεί.
Αν λοιπόν η ησυχία είναι μυστική προσευχή, τι
κάνουμε όταν εισβάλλουμε με τις συσκευές μας στην ησυχία ενός μοναστηριού; Τι
κάνουμε όταν ένας μοναχός δεν μπορεί να σταθεί ούτε στην αυλή του κελιού του
χωρίς να φωτογραφίζεται; Δεν του στερούμε απλώς την ηρεμία. Παρεμβαίνουμε σε
κάτι από τις προϋποθέσεις του πνευματικού του αγώνα, σε έναν τρόπο ζωής που
επέλεξε ακριβώς για να απομακρυνθεί από τη συνεχή απαίτηση του κόσμου να τον
βλέπει.
Έχουμε αποκτήσει μια παράξενη βεβαιότητα ότι όσα
βλέπουμε μας ανήκουν. Βλέπουμε έναν επίσκοπο να προσεύχεται και θεωρούμε πως
δικαιούμαστε να τον κινηματογραφήσουμε. Συναντούμε έναν μοναχό και, προτού
ζητήσουμε την ευχή του, ζητούμε να σταθεί δίπλα μας για φωτογραφία. Βρισκόμαστε
μπροστά σε έναν άνθρωπο που πενθεί και αναζητούμε το κατάλληλο στιγμιότυπο.
Ακόμη και η σιωπή ενός μοναστηριού αντιμετωπίζεται ως σκηνικό που περιμένει
θεατές.
Ο άνθρωπος όμως δεν είναι εικόνα προς κατανάλωση.
Πολύ περισσότερο ο άνθρωπος που προσεύχεται, που εξομολογείται τον πόνο του,
που αποχαιρετά έναν αγαπημένο του, που έχει αποσυρθεί από τον κόσμο για να
αφιερωθεί στον Θεό. Το πρόσωπο δεν εξαντλείται σε όσα μπορεί να αποτυπώσει ένας
φακός. Φέρει μια εσωτερικότητα που δεν μας παραχωρείται επειδή βρεθήκαμε τυχαία
κοντά του.
Και ύστερα αρχίζουν τα μηνύματα. Στο Viber, στο Facebook, στις ομαδικές συνομιλίες. Φωτογραφίες από
εξοδίους Ακολουθίες μοναχών, από κηδείες επισκόπων, από πρόσωπα κεκοιμημένων,
από στιγμές βαθύτατης οδύνης. Ο ένας τις στέλνει στον άλλον, εκείνος σε άλλους
δέκα, και η τελευταία επίγεια εικόνα ενός ανθρώπου ταξιδεύει σε εκατοντάδες
οθόνες, αποκομμένη από την προσευχή, τη σιωπή και τον πόνο που τη συνόδευαν.
Ποιος μας έδωσε αυτό το δικαίωμα;
Η Εκκλησία προσεύχεται για τον
κεκοιμημένο. Δεν τον παραδίδει στη δημόσια περιέργεια. Το πρόσωπό του δεν γίνεται κοινό κτήμα
επειδή κάποτε φορούσε ράσο, επειδή ήταν γνωστός πνευματικός ή επειδή
συγκεντρώθηκαν πολλοί άνθρωποι στην εξόδιο Ακολουθία του. Ούτε ο θάνατος
καταργεί τη συστολή που οφείλουμε στον άλλον. Αντιθέτως, εκείνη την ώρα η αγάπη
καλείται να γίνει ακόμη περισσότερο διακριτική, να προστατεύσει όσα ο ίδιος δεν
μπορεί πλέον να προστατεύσει.
Μα, παιδί μου, όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος, τι
περισσότερο χρειάζεται από την προσευχή σου; Τι θα ωφεληθεί από τις φωτογραφίες
που θα στείλεις σε πενήντα ανθρώπους; Αν τον αγαπούσες, πες ένα «Κύριε, ἀνάπαυσον». Αν τον γνώριζες, θυμήσου τον
στην προσευχή σου. Αν δεν τον γνώριζες, σεβάσου τουλάχιστον εκείνους που τον
αποχαιρετούν. Δεν χρειάζεται να μεταφέρεις τον πόνο τους σε ανθρώπους που δεν
συμμετέχουν σε αυτόν.
Η προστασία αυτή δεν αφορά μόνο τους
κεκοιμημένους. Αφορά τον επίσκοπο που χρειάζεται να σταθεί κάπου χωρίς να τον
ακολουθεί ένας φακός, τον ιερέα που θέλει να συνομιλήσει με έναν άνθρωπο χωρίς
να καταγράφεται, τον μοναχό που επέλεξε την ησυχία και βρίσκεται ξαφνικά
εκτεθειμένος στη δημοσιότητα. Αφορά ακόμη περισσότερο τους απλούς πιστούς, που
δεν προσέρχονται στη λατρεία για να αποτελέσουν το φόντο της αναρτήσεως κάποιου
άλλου.
Ο ιερός χώρος δεν είναι ιδιωτική ιδιοκτησία του
κληρικού. Ούτε όμως είναι διαθέσιμος προς ανεξέλεγκτη οπτική εκμετάλλευση.
Ανήκει στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, στην προσευχή της κοινότητας, στην
ελευθερία του ανθρώπου να σταθεί ενώπιον του Θεού χωρίς να γίνεται θέαμα. Και
αυτή η ελευθερία απαιτεί κάποτε από εμάς να συγκρατήσουμε το βλέμμα μας, να μην
καταγράψουμε, να μην κοινοποιήσουμε, να αφήσουμε μια στιγμή να ολοκληρωθεί μέσα
στον τόπο όπου γεννήθηκε.
Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος μιλά για την ελεήμονα καρδιά
που καίγεται από αγάπη για ολόκληρη την κτίση. Αυτή η αγάπη δεν εκδηλώνεται
μόνο με όσα προσφέρουμε στον άλλον, αλλά και με όσα αρνούμαστε να του
επιβάλουμε. Με την προσοχή να μην τον κουράσουμε, να μη διακόψουμε την προσευχή
του, να μη μετατρέψουμε την ανθρώπινη αδυναμία του σε αντικείμενο παρατηρήσεως.
Η ευλάβεια προς το πρόσωπο δεν περιορίζεται στην τιμή που του αποδίδουμε.
Φανερώνεται και στον τρόπο με τον οποίο σεβόμαστε την απόστασή του.
Μπορεί να μη μιλήσεις άσχημα, να μην προσβάλεις
κανέναν, να μη διακόψεις την Ακολουθία. Και όμως, σηκώνοντας το τηλέφωνο
μπροστά σε ένα πρόσωπο που θρηνεί, να του στερήσεις την ελευθερία να πονέσει
χωρίς θεατές. Αυτή η λεπτότητα δεν αποκτάται με απαγορευτικές πινακίδες μόνο.
Χρειάζεται διάκριση, καλλιέργεια της καρδιάς, εκείνη την καλή ανησυχία που μας
κάνει να αναρωτιόμαστε αν η παρουσία μας αναπαύει τον άλλον ή προσθέτει ένα
ακόμη βάρος στη ζωή του.
Παλαιότερα ο άνθρωπος πήγαινε σε ένα μοναστήρι για
να ησυχάσει. Σήμερα μπορεί να πηγαίνει και να αναστατώνει την ησυχία των άλλων,
επειδή θέλει να δείξει πόσο ησύχασε ο ίδιος. Φωτογραφίζει το κελί, το καντήλι,
το στασίδι, τον μοναχό, το φαγητό της τράπεζας. Όλα πρέπει να γίνουν εικόνες.
Και όταν επιστρέψει στο σπίτι, θα γράψει πόσο μεγάλη εντύπωση του έκανε η
ησυχία του μοναστηριού.
Μα ποια ησυχία γνώρισες, παιδί μου, αφού όλη την
ώρα φρόντιζες να την καταγράψεις;
Η γλυκύτητα της ησυχίας δεν προσφέρεται στον
άνθρωπο που θέλει διαρκώς να μεταφέρει αλλού τον νου του. Χρειάζεται να μείνει
λίγο εκεί όπου βρίσκεται. Να μη βιάζεται να πάρει κάτι μαζί του. Να αφήσει την
καρδιά να δεχθεί εκείνο που δεν μπορεί να αποτυπώσει κανένας φακός. Η
πνευματική ζωή απαιτεί και αυτή τη μικρή άσκηση, να μη θεωρούμε αναγκαίο να
αποκτήσουμε όσα μας συγκινούν.
Το ίδιο ισχύει και για τις ομιλίες. Άλλο να ακούς
έναν επίσκοπο ή έναν ιερέα μέσα σε μια συγκεκριμένη ποιμαντική συνάντηση και
άλλο να αποσπάς τριάντα δευτερόλεπτα από τον λόγο του, να τα απομονώνεις από
τα συμφραζόμενα και να τα παραδίδεις στο διαδίκτυο. Εκείνος μιλούσε σε
πρόσωπα, γνωρίζοντας τις ανάγκες και τις περιστάσεις τους. Μια φράση του μπορεί
να αποκτήσει εντελώς διαφορετικό νόημα όταν αποκοπεί από την ακολουθία του
λόγου και την ανθρώπινη σχέση μέσα στην οποία ειπώθηκε.
Σκέφτομαι εδώ με πολλή αγάπη και εκείνον
τον επίσκοπο που τραγουδά σε μια συντροφιά στο Άγιον Όρος. Μια ανθρώπινη στιγμή, απλή, ζεστή, μέσα
στην οικειότητα μιας αδελφικής συναναστροφής. Δεν βλέπω τίποτε που να μειώνει
το αρχιερατικό του αξίωμα. Αντιθέτως, είναι όμορφο να θυμόμαστε ότι ο
επίσκοπος, μαζί με το βάρος της διακονίας του, παραμένει άνθρωπος που μπορεί να
χαρεί, να συγκινηθεί, να τραγουδήσει, να μοιραστεί λίγη ανθρώπινη ζεστασιά με
τους αδελφούς του.
Αυτό που με απασχολεί είναι άλλο. Όταν κάποιος
σηκώνει το κινητό και καταγράφει μια τέτοια στιγμή, έχει άραγε ενημερώσει
τον επίσκοπο; Του έχει εξηγήσει ότι η εικόνα του μπορεί κάποια στιγμή να
δημοσιευθεί στο διαδίκτυο, να αναπαραχθεί από ανθρώπους που δεν γνωρίζουν
τίποτε από το περιβάλλον και τις περιστάσεις της συνάντησης; Έχει ζητήσει την
άδειά του; Δεν γνωρίζω τι προηγήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση και δεν αποδίδω
προθέσεις σε κανέναν. Το ερώτημα όμως παραμένει και μας αφορά όλους.
Γιατί αγαπώ πολύ αυτή την ανθρώπινη πλευρά της
αρχιερωσύνης. Τον επίσκοπο που μπορεί να καθίσει ανάμεσα στους αδελφούς του
χωρίς επισημότητες, να χαμογελάσει, να τραγουδήσει, να αισθανθεί για λίγο τη
χαρά της συντροφιάς. Δεν θα ήθελα ποτέ να χαθεί αυτή η απλότητα από τον φόβο
ότι κάποιος θα την καταγράψει και θα τη μεταφέρει έξω από τον τόπο όπου
γεννήθηκε. Ούτε να υποχρεωθούν οι επίσκοποί μας να προσέχουν κάθε λέξη, κάθε
χειρονομία, κάθε αυθόρμητη εκδήλωση, ακόμη και στις πιο προσωπικές τους
στιγμές.
Ο επίσκοπος σηκώνει ήδη μεγάλο σταυρό. Την ευθύνη της Εκκλησίας του, την αγωνία
για τους ιερείς και τον λαό του, τις δοκιμασίες τόσων ανθρώπων που προσέρχονται
κοντά του. Η αρχιερωσύνη δεν αφαιρεί από τον άνθρωπο την ανάγκη της φιλίας, της
συντροφικότητας, της αναπαύσεως. Ούτε τον υποχρεώνει να ζει διαρκώς μπροστά σε
ένα αόρατο ακροατήριο. Ας μην του προσθέτουμε λοιπόν την αγωνία ότι κάθε στιγμή
της ζωής του μπορεί να γίνει δημόσιο θέαμα.
Η πατρική παρουσία του επισκόπου δεν εξαντλείται
στη λειτουργική του μεγαλοπρέπεια. Φανερώνεται και στην απλότητα με την οποία
μπορεί να πλησιάζει τους ανθρώπους, να συμμερίζεται τη χαρά τους, να μοιράζεται
μαζί τους όσα συγκροτούν την κοινή ανθρώπινη ζωή. Ο Χριστός δεν απομακρύνθηκε
από τα τραπέζια και τις συντροφιές των ανθρώπων. Μετείχε στη χαρά τους, άκουσε
τις αγωνίες τους, δέχθηκε τη φιλοξενία τους. Η χαρά, όταν γεννιέται μέσα στην
αγάπη και την καθαρότητα της καρδιάς, δεν χρειάζεται να απολογηθεί για την
παρουσία της.
Αν λοιπόν βρεθούμε κάποτε μπροστά σε μια τέτοια
στιγμή, ας τη χαρούμε μαζί του. Ας ακούσουμε το τραγούδι. Ας κρατήσουμε τη
συντροφιά στην καρδιά μας. Και προτού σκεφθούμε να σηκώσουμε το τηλέφωνο, ας
αναρωτηθούμε αν εκείνος επιθυμεί να μεταφερθεί αυτή η στιγμή έξω από τον κύκλο
των ανθρώπων που την έζησαν. Η αγάπη μας προς τον επίσκοπο χρειάζεται να του
προσφέρει ανάπαυση, όχι περισσότερη επιτήρηση.
Η ευλάβεια δεν είναι μόνο να στεκόμαστε όρθιοι
όταν εισέρχεται ο επίσκοπος στον ναό. Είναι και να γνωρίζουμε πότε πρέπει να
τον αφήνουμε ήσυχο.
Ο Απόστολος Παύλος γράφει: «Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει». Δεν αρκεί λοιπόν να
μπορούμε να φωτογραφίσουμε κάτι. Χρειάζεται να αναρωτηθούμε αν ωφελεί, αν
οικοδομεί, αν σέβεται το πρόσωπο και τη στιγμή. Και ο ίδιος ο Χριστός μας
παραγγέλλει: «Σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε
εἰς τὸ ταμιεῖόν σου». Δεν μας καλεί να κρύψουμε τη
χριστιανική πίστη από τον κόσμο, αλλά να διαφυλάξουμε εκείνον τον εσωτερικό
τόπο όπου η προσευχή δεν αναζητεί ανθρώπινους θεατές.
Σκέφτομαι πολλές φορές τους μουσουλμάνους που
αφήνουν τα παπούτσια τους πριν εισέλθουν στον χώρο της προσευχής. Δεν
χρειάζεται να αντιγράψουμε το έθιμό τους για να διδαχθούμε κάτι από αυτή τη
χειρονομία. Αφήνεις έξω κάτι που κουβαλάς από τον δρόμο, επειδή ο χώρος στον
οποίο εισέρχεσαι απαιτεί μια διαφορετική στάση.
Εμείς οι χριστιανοί μήπως πρέπει να
μάθουμε να αφήνουμε έξω τα κινητά μας;
Όχι επειδή η συσκευή είναι ακάθαρτη. Επειδή
κουβαλά μέσα της ολόκληρη τη φασαρία του κόσμου. Ειδοποιήσεις, ειδήσεις,
μηνύματα, φωτογραφίες, απαιτήσεις, μικρές και μεγάλες ματαιοδοξίες. Και μαζί
τους εκείνη την ακατανίκητη συνήθεια να διακόπτουμε ό,τι ζούμε, για να
πληροφορήσουμε άλλους ότι το ζούμε.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο αντικείμενο, αλλά
στη σχέση που έχουμε αναπτύξει μαζί του. Μια συσκευή μπορεί να εξυπηρετήσει
πραγματικές ανάγκες, να μεταφέρει έναν λόγο παρηγοριάς, να επιτρέψει σε έναν
άρρωστο να παρακολουθήσει τη Θεία Λειτουργία. Μπορεί όμως και να γίνει αφορμή
αδιάκοπου περισπασμού, να εγκαταστήσει την κοσμική μέριμνα ακόμη και μέσα στην
ώρα της προσευχής. Γι’ αυτό δεν μας ενδιαφέρει να κηρύξουμε πόλεμο στην
τεχνολογία. Μας ενδιαφέρει να μη χάσουμε τη δυνατότητα να προσευχόμαστε.
Θα ήθελα πραγματικά να δω ναούς και
μοναστήρια που θα ζητούν από τους επισκέπτες να αφήνουν τις συσκευές τους σε
ασφαλή, ειδικά διαμορφωμένο χώρο πριν εισέλθουν. Όπου αυτό δεν είναι πρακτικά εφικτό, να τις
απενεργοποιούν και να τις κρατούν μακριά από τη λατρεία. Με πρόνοια, βεβαίως,
για ανθρώπους που χρειάζονται το τηλέφωνό τους για σοβαρούς λόγους υγείας ή
έκτακτης ανάγκης.
Και να καθιερωθεί κάτι ακόμη. Η φωτογράφηση και η
βιντεοσκόπηση μέσα στους ναούς και στα μοναστήρια να γίνονται μόνο κατόπιν
ρητής άδειας, με σαφή όρια και σεβασμό προς όλους. Οι επίσημες καταγραφές, όταν
υπηρετούν πραγματική ποιμαντική ή ιστορική ανάγκη, μπορούν να πραγματοποιούνται
διακριτικά από ορισμένους ανθρώπους. Δεν χρειάζεται κάθε πιστός να γίνεται
ανεπίσημο συνεργείο παραγωγής.
Δεν προτείνω μια Εκκλησία εχθρική προς την
τεχνολογία. Η μετάδοση μιας Ακολουθίας μπορεί να παρηγορήσει τον άρρωστο, τον
κατάκοιτο, τον άνθρωπο που ζει μακριά από ναό. Μια προσεκτική φωτογραφία μπορεί
να διασώσει ένα σημαντικό εκκλησιαστικό γεγονός. Η τεχνολογία μπορεί να
υπηρετήσει την ποιμαντική μέριμνα. Αλλά άλλο η διακονία και άλλο η αδιάκριτη
έκθεση.
Το δυσκολότερο βέβαια είναι να αρχίσουμε
από εμάς τους ίδιους. Από
τους κληρικούς που επιτρέπουμε τη συνεχή καταγραφή, από τα εκκλησιαστικά
πρόσωπα που ενίοτε ενθαρρύνουν τη δημοσιότητα, από όσους συνηθίσαμε να θεωρούμε
κάθε εκκλησιαστική πράξη επικοινωνιακό γεγονός. Δεν μπορούμε να ζητούμε από τον
πιστό να κατεβάσει το κινητό του, όταν εμείς οι ίδιοι μετρούμε την απήχηση μιας
Ακολουθίας με τις προβολές της.
Η αγάπη και η ταπείνωση μπορούν να μας διδάξουν
περισσότερα από οποιονδήποτε κανονισμό. Η ταπείνωση να μη θέλουμε να φαίνονται
όλα όσα κάνουμε. Και η αγάπη να μη θέλουμε να φαίνονται όλα όσα κάνουν οι
άλλοι. Να προστατεύουμε την οικειότητα, την ανθρώπινη ευθραυστότητα, τη
δυνατότητα του προσώπου να αποσύρεται από το βλέμμα μας χωρίς να αισθάνεται ότι
μας στερεί κάτι που δικαιούμαστε.
Η προστασία του επισκόπου και του ιερέα δεν
σημαίνει να τους περιβάλουμε με αδιαφάνεια ή να εμποδίζουμε τη νόμιμη κριτική
και τη λογοδοσία. Σημαίνει να διαφυλάσσουμε την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους, τη
λειτουργική τους διακονία και το δικαίωμά τους να μη μετατρέπεται κάθε ιδιωτική
ή ποιμαντική στιγμή σε δημόσιο θέαμα. Ο σεβασμός δεν είναι ασυλία. Είναι
αναγνώριση ότι ακόμη και ο άνθρωπος που υπηρετεί δημόσια την Εκκλησία
δικαιούται να έχει στιγμές που δεν ανήκουν στη δημοσιότητα.
Και θα ήθελα να σταθώ ξανά στις κηδείες. Εκεί που
η Εκκλησία ψάλλει «Μετὰ τῶν ἁγίων ἀνάπαυσον»,
εμείς σηκώνουμε τα τηλέφωνα. Εκεί που οι συγγενείς αποχαιρετούν, εμείς
αναζητούμε εικόνες. Εκεί που η ανθρώπινη ύπαρξη φανερώνει την έσχατη
ευθραυστότητά της, εμείς συνεχίζουμε να παράγουμε υλικό. Η εξόδιος Ακολουθία
όμως δεν είναι γεγονός προς κατανάλωση. Είναι η τελευταία επίγεια διακονία
αγάπης προς τον κεκοιμημένο, η προσευχή της Εκκλησίας για την ανάπαυσή του και
η παρηγοριά εκείνων που μένουν πίσω.
Μα, παιδί μου, άφησε τον άνθρωπο να πεθάνει χωρίς
να τον φωτογραφίσεις. Άφησε τους δικούς του να κλάψουν χωρίς να τους
κινηματογραφήσεις. Άφησε τον μοναχό να αναπαυθεί μέσα στην προσευχή της
αδελφότητάς του. Δεν χρειάζεται να στείλεις τη φωτογραφία του σε πενήντα
ανθρώπους για να αποδείξεις ότι τον αγαπούσες. Πες ένα «Κύριε, ἀνάπαυσον». Αυτό θα τον συνοδεύσει
διαφορετικά από τις εκατοντάδες κοινοποιήσεις.
Η χριστιανική λατρεία δεν είναι θέαμα που
οργανώνεται γύρω από το βλέμμα μας. Είναι συμμετοχή στο μυστήριο της παρουσίας
του Θεού. Ο άνθρωπος προσέρχεται για να μεταβληθεί ο ίδιος, όχι για να
αποκτήσει περισσότερο υλικό προς δημοσίευση. Η Εκκλησία γνωρίζει τη σημασία της
εικόνας καλύτερα από οποιονδήποτε. Δεν περιφρονεί την εικόνα. Την προσκυνεί
όταν εικονίζει τον Χριστό και τους Αγίους, επειδή η τιμή της εικόνας διαβαίνει
προς το πρωτότυπο. Ακριβώς γι’ αυτό οφείλουμε να ξεχωρίζουμε την εικόνα που
οδηγεί σε σχέση από την εικόνα που υποκαθιστά τη σχέση.
Η εικόνα στην εκκλησιαστική παράδοση δεν
κατασκευάζεται για να ικανοποιήσει την περιέργεια του θεατή. Μαρτυρεί την
παρουσία, καλεί σε κοινωνία, στρέφει το βλέμμα πέρα από την επιφάνειά της.
Αντιθέτως, η αδιάκοπη παραγωγή στιγμιοτύπων κινδυνεύει να περιορίσει ακόμη και
το ιερό σε αυτό που μπορεί να καταγραφεί, να μεταφερθεί και να αναπαραχθεί. Και
τότε ο άνθρωπος συνηθίζει να βλέπει όλο και περισσότερα, ενώ δυσκολεύεται
ολοένα περισσότερο να προσεύχεται.
Γι’ αυτό θα ήθελα, την επόμενη φορά που θα
σταθούμε στην είσοδο ενός ναού, να κάνουμε μια μικρή άσκηση. Να κλείσουμε το
τηλέφωνο. Να μην αναζητήσουμε τίποτε για να φωτογραφίσουμε. Να μην ενημερώσουμε
κανέναν ότι βρισκόμαστε εκεί. Να περάσει μια ολόκληρη Θεία Λειτουργία χωρίς να
αφήσουμε πίσω μας ούτε μία ψηφιακή εικόνα.
Μπορεί στην αρχή να μας φανεί δύσκολο. Να
θελήσουμε από συνήθεια να πιάσουμε το τηλέφωνο, να ελέγξουμε κάτι, να
κρατήσουμε μια εικόνα. Εκεί ακριβώς αρχίζει ο μικρός μας αγώνας. Να πούμε στον
λογισμό μας πως δεν χρειάζεται τώρα. Πως μπορούμε να αφήσουμε κάτι να περάσει
χωρίς να το αποκτήσουμε.
Γιατί ο άνθρωπος δεν αγιάζεται συγκεντρώνοντας
εικόνες από τα άγια πράγματα. Αγιάζεται όταν αφήνει τη Χάρη του Θεού να
εργασθεί μέσα του. Και αυτή η εργασία γίνεται πολλές φορές αθόρυβα, χωρίς
μάρτυρες, χωρίς φωτογραφίες, χωρίς κανείς να γνωρίζει τι συνέβη ανάμεσα στον
άνθρωπο και στον Θεό.
Μερικές φορές το μεγαλύτερο δώρο είναι να
φύγουμε από τον ναό χωρίς να έχουμε πάρει τίποτε μαζί μας, εκτός από εκείνο που
ο Θεός άφησε στην καρδιά μας.
Και αν κάποιος μας ρωτήσει τι είδαμε, ποιον
συναντήσαμε, τι φωτογραφίσαμε, ας μπορέσουμε μια φορά να απαντήσουμε με χαρά:
«Τίποτε δεν φωτογράφισα. Προσπάθησα μόνο να
προσευχηθώ».
μ. Θεόκτιστος ο Κρης
Η φωτογραφία που πλαισιώνει το κείμενο είναι με
τον φακό του Γιάννη
Γιαννάτου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου