Κυριακή Αποστόλου και Ευαγγελιστού Λουκά:
Κολοσσαείς 4:5-11, 14-18
Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Η Εκκλησία είναι κοινωνία προσώπων. Αυτό μας
θυμίζει η Αποστολική περικοπή που διαβάζουμε την Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026,
τιμώντας τον Άγιο Απόστολο και Ευαγγελιστή Λουκά. Η μνήμη του στρέφει την
προσοχή μας σε έναν άνθρωπο που υπηρέτησε το Ευαγγέλιο με τη συγγραφή και το
κήρυγμά του. Η εκκλησιαστική παράδοση τον αναγνωρίζει ως συγγραφέα του τρίτου
Ευαγγελίου και των Πράξεων.
Το τέλος της Προς Κολοσσαείς επιστολής μοιάζει
αρχικά με έναν κατάλογο ονομάτων και πρακτικών οδηγιών. Κι όμως, μέσα σε αυτούς
τους χαιρετισμούς φανερώνεται η ζωή της Εκκλησίας: άνθρωποι διαφορετικής
προέλευσης συνδέονται με τον Χριστό και μαθαίνουν να μεταμορφώνουν την πίστη σε
σχέση, ευθύνη και προσφορά (Κολ. 4:7–18).
Ο Παύλος αρχίζει ζητώντας σοφία στη συμπεριφορά απέναντι στους «ἔξω», σε όσους δεν ανήκουν στην κοινότητα. Δεν προτρέπει σε απομόνωση ή περιφρόνηση, αλλά σε υπεύθυνη μαρτυρία. Το «τὸν καιρὸν ἐξαγοραζόμενοι» μπορεί να διαβαστεί ως πρόσκληση να αξιοποιούμε κάθε ευκαιρία για το αγαθό. Και ο λόγος μας καλείται να είναι «ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος»: ευγενικός, αλλά όχι άνευρος· αληθινός, αλλά όχι προσβλητικός. Η διάκριση συνίσταται στο να γνωρίζουμε πώς να απαντούμε στον καθένα, αναγνωρίζοντας απέναντί μας ένα πρόσωπο και όχι έναν αντίπαλο (Κολ. 4:5–6).
Στη συνέχεια ο Απόστολος αναφέρεται σε πρόσωπα και
διακονίες. Ο Τυχικός, «ἀδελφός»,
«διάκονος» και «σύνδουλος», αναλαμβάνει να μεταφέρει νέα και να παρηγορήσει
καρδιές. Η εκκλησιαστική ευθύνη παρουσιάζεται ως υπηρεσία, όχι ως κυριαρχία.
Μαζί του βρίσκεται ο Ονήσιμος, ο δούλος για τον οποίο ο Παύλος ζητά στην Προς
Φιλήμονα επιστολή να γίνει δεκτός ως αγαπητός αδελφός. Εδώ αποκαλείται ήδη
«πιστὸς καὶ ἀγαπητὸς ἀδελφός». Η κοινωνία με τον Χριστό θέτει σε
αμφισβήτηση τις διακρίσεις που υποβιβάζουν τον άνθρωπο σε κοινωνική θέση ή
χρησιμότητα (Κολ. 4:7–9· Φιλμ. 15–16).
Ο Αρίσταρχος μνημονεύεται ως συγκρατούμενος του
Παύλου: η συμπαράστασή του έχει το κόστος της κοινής δοκιμασίας. Ο Μάρκος,
εξάδελφος του Βαρνάβα, συστήνεται στους πιστούς με την προτροπή να τον δεχθούν.
Ο Ιησούς, που ονομάζεται Ιούστος, παραμένει σχεδόν άγνωστος, αλλά
συγκαταλέγεται στους συνεργάτες που έγιναν παρηγοριά του Αποστόλου. Η σύντομη
αναφορά τους μας θυμίζει ότι η αξία μιας διακονίας δεν μετριέται από τη φήμη
εκείνου που την πραγματοποιεί (Κολ. 4:10–11).
Ιδιαίτερη θέρμη έχει η αναφορά στον Λουκά, «τὸν ἰατρὸν τὸν ἀγαπητόν». Ο χαρακτηρισμός αυτός φανερώνει τον
δεσμό αγάπης που τον συνδέει με τον Παύλο μέσα στους κόπους της Αποστολικής
διακονίας. Η εκκλησιαστική παράδοση τον συνδέει με την Αντιόχεια της Συρίας και
τον αναγνωρίζει ως συγγραφέα του τρίτου Ευαγγελίου και των Πράξεων. Ο αγαπητός
συνεργάτης γίνεται έτσι και αφηγητής του έργου της σωτηρίας: στο Ευαγγέλιό του
μαρτυρεί τη ζωή και το έργο του Χριστού, ενώ στις Πράξεις περιγράφει την πορεία
της Εκκλησίας, η οποία, με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, μεταφέρει το
ευαγγελικό μήνυμα στα έθνη.
Στη μαρτυρία αυτή ξεχωρίζει το έλεος του Θεού, που
αναζητεί τον χαμένο άνθρωπο και τον καλεί σε κοινωνία μαζί Του. Στην παραβολή
του ασώτου, ο πατέρας υποδέχεται τον γιο που επιστρέφει και προσκαλεί τον
μεγαλύτερο να μετάσχει στη χαρά της συμφιλίωσης (Λουκ. 15:11–32). Αυτή η
πρόσκληση ερμηνεύει θεολογικά και τα πρόσωπα της Αποστολικής περικοπής: δεν
πρόκειται απλώς για έναν κύκλο συνεργατών, αλλά για αδελφούς που η χάρη του
Χριστού ενώνει σε κοινή ζωή και διακονία. Ο Λουκάς ανήκει σε αυτή την
οικογένεια και συγχρόνως, με το έργο του, μας βοηθά να κατανοήσουμε την κλήση
της: να δέχεται το έλεος του Θεού και να το φανερώνει έμπρακτα στον κόσμο.
Δίπλα στον Λουκά αναφέρεται ο Δημάς, για τον οποίο
αργότερα ο Παύλος θα γράψει με πόνο ότι τον εγκατέλειψε, «ἀγαπήσας τὸν νῦν αἰῶνα»
(Β΄ Τιμ. 4:10). Η αναφορά αυτή μπορεί να λειτουργήσει για εμάς ως υπενθύμιση
ότι η συμπόρευση με το Ευαγγέλιο ζητά διαρκή ανανέωση της πίστης και της αγάπης
μας. Ο χαιρετισμός στρέφεται έπειτα στους αδελφούς της Λαοδικείας και στον
Νυμφά, που ανοίγει το σπίτι του στην εκκλησιαστική κοινότητα. Η φιλοξενία αυτή
και η ανταλλαγή των Αποστολικών επιστολών φανερώνουν τους δεσμούς που ενώνουν
τις τοπικές Εκκλησίες: την κοινή πίστη, την αδελφική κοινωνία και την ακρόαση
του ίδιου Αποστολικού λόγου. Μέσα σε αυτό το πνεύμα ακούγεται και η προτροπή
προς τον Άρχιππο να εκπληρώσει τη διακονία που παρέλαβε «ἐν κυρίῳ». Η διακονία δεν αποτελεί προσωπικό κτήμα
ή αξίωμα αυτοπροβολής, αλλά δωρεά του Κυρίου, που καλεί τον άνθρωπο σε πιστή
και έμπρακτη προσφορά προς τους αδελφούς του (Κολ. 4:14–17).
Η περικοπή κλείνει με μια παράκληση και μια ευχή:
«Μνημονεύετέ μου τῶν δεσμῶν. Ἡ χάρις μεθ’ ὑμῶν».
Εκείνος που στηρίζει τόσους ανθρώπους χρειάζεται και τη δική τους συμπαράσταση.
Η Εκκλησία δεν είναι κοινωνία ηρώων που αγωνίζονται μόνοι, αλλά ανθρώπων που
βαστάζουν ο ένας το βάρος του άλλου. Η τελική ευχή του Αποστόλου φανερώνει ότι
ακόμη και μέσα στα δεσμά η χάρη του Χριστού δεν παύει να στηρίζει τον ίδιο και
να ενώνει την Εκκλησία. Τιμώντας τον Ευαγγελιστή Λουκά, καλούμαστε κι εμείς να
δεχθούμε το Ευαγγέλιο ως τρόπο ζωής: να ομολογούμε την αλήθεια του Χριστού με
αγάπη, να προσφέρουμε τα χαρίσματά μας στη διακονία του πλησίον και να
στεκόμαστε δίπλα σε κάθε δοκιμαζόμενο αδελφό.
***
Sunday of Saint
Luke the Apostle and Evangelist: Colossians 4:5–11, 14–18
The Church is a
community of persons. This is what the Epistle reading reminds us on Sunday,
October 18, 2026, as we honor Saint Luke the Apostle and Evangelist. His
commemoration draws our attention to a man who served the Gospel through his
writing and preaching. Church tradition recognizes him as the author of the
third Gospel and the Acts of the Apostles.
The conclusion
of the Letter to the Colossians initially appears to be a list of names and
practical instructions. Yet these greetings reveal the life of the Church:
people of different backgrounds are united in Christ and learn to give
expression to their faith through relationships, responsibility, and service
(Col. 4:7–18).
Paul begins by
calling for wisdom in our conduct toward “outsiders,” those who do not belong
to the community. He urges neither isolation nor contempt, but responsible
witness. The phrase “making the most of the time” can be understood as an
invitation to use every opportunity for good. Our speech, too, is to be
“gracious, seasoned with salt”: gentle, yet not lacking conviction; truthful,
yet not offensive. Discernment means knowing how to respond to each person,
recognizing before us a fellow human being rather than an opponent (Col.
4:5–6).
The Apostle
then turns to particular people and their ministries. Tychicus, a “brother,”
“minister,” and “fellow servant,” is entrusted with bringing news and
comforting hearts. Responsibility within the Church is presented as service,
not domination. With him is Onesimus, the slave whom Paul, in his Letter to
Philemon, asks to be received as a beloved brother. Here he is already called a
“faithful and beloved brother.” Communion with Christ challenges the
distinctions that reduce a person to social standing or usefulness (Col. 4:7–9;
Philem. 15–16).
Aristarchus is
remembered as Paul’s fellow prisoner: his solidarity comes at the cost of
sharing in the Apostle’s suffering. Mark, the cousin of Barnabas, is commended
to the faithful, who are urged to welcome him. Jesus, called Justus, remains
almost unknown, yet he is counted among the fellow workers who became a source
of comfort to the Apostle. Their brief mention reminds us that the value of a
ministry is not measured by the renown of the person who carries it out (Col.
4:10–11).
There is
particular warmth in the reference to Luke as “the beloved physician.” This
description reveals the bond of love that unites him with Paul amid the labors
of apostolic ministry. Church tradition associates him with Antioch in Syria
and recognizes him as the author of the third Gospel and the Acts of the
Apostles. The beloved fellow worker thus also becomes the narrator of God’s
saving work: in his Gospel, he bears witness to the life and work of Christ,
while in Acts he recounts the Church’s journey as, through the power of the
Holy Spirit, she carries the Gospel message to the nations.
Prominent in
this witness is the mercy of God, who seeks out the lost and calls them into
communion with Himself. In the parable of the prodigal son, the father welcomes
his returning son and invites the elder to share in the joy of reconciliation
(Luke 15:11–32). This invitation also sheds theological light on the people
named in the Epistle reading: they are more than a circle of fellow workers;
they are brothers whom the grace of Christ unites in a shared life and
ministry. Luke belongs to this family and, through his writings, helps us
understand its calling: to receive God’s mercy and make it visible through its
actions in the world.
Alongside Luke,
Demas is mentioned—the man of whom Paul would later write sorrowfully that he
had deserted him, “having loved this present age” (2 Tim. 4:10). This reference
can remind us that walking in the way of the Gospel calls for the continual
renewal of our faith and love. The greeting then turns to the brothers and sisters
in Laodicea and to Nymphas, who opens his home to the church community. This
hospitality and the exchange of apostolic letters reveal the bonds that unite
the local churches: their shared faith, their fellowship, and their attentive
hearing of the same apostolic word. In this spirit, Archippus, too, is exhorted
to fulfill the ministry he has received “in the Lord.” Ministry is neither a
personal possession nor a position for self-promotion, but a gift from the
Lord, calling each person to faithful, practical service to their brothers and
sisters (Col. 4:14–17).
The passage
closes with a plea and a blessing: “Remember my chains. Grace be with you.” The
one who supports so many people also needs their support. The Church is not a
community of heroes who struggle alone, but of people who bear one another’s
burdens. The Apostle’s final blessing reveals that, even in chains, the grace
of Christ continues to sustain him and unite the Church. As we honor the
Evangelist Luke, we too are called to embrace the Gospel as a way of life: to
confess the truth of Christ in love, to offer our gifts in service to our
neighbor, and to stand beside every brother and sister facing hardship.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου