Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Το ιερό λείψανο του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Λουκά - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Το ιερό λείψανο του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Λουκά

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς εκοιμήθη σε ηλικία 84 ετών και ετάφη στη Θήβα της Βοιωτίας. Κατά το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα, τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκαν στον Ναό των Αγίων Αποστόλων. Τη μεταφορά στην Κωνσταντινούπολη μνημονεύει ήδη ο Ιερώνυμος.

Από την Κωνσταντινούπολη τα λείψανα έφθασαν αργότερα στην Πάδοβα της Ιταλίας. Ο χρόνος και οι συνθήκες αυτής της μεταφοράς δεν έχουν εξακριβωθεί. Μία παράδοση τη συνδέει με την εποχή του Ιουλιανού του Παραβάτη, τον 4ο αιώνα, ενώ άλλη την τοποθετεί στον 8ο αιώνα, κατά την Εικονομαχία. Στη δεύτερη εκδοχή αναφέρεται ότι ένας πρεσβύτερος ονόματι Urio μετέφερε στην Πάδοβα τα λείψανα του Λουκά και του Αποστόλου Ματθία, για να τα προστατεύσει. Πρόκειται, ωστόσο, για παραδόσεις σχετικά με τη διαδρομή των λειψάνων και όχι για οριστικά εξακριβωμένα ιστορικά γεγονότα.

Σημαντικός σταθμός στην ιστορία τους είναι το 1177, όταν καταγράφεται η ανεύρεση των λειψάνων που αποδόθηκαν στον Ευαγγελιστή Λουκά στον χώρο της Αγίας Ιουστίνας. Οι αγιολογικές αφηγήσεις συνδέουν την ανεύρεση με όνειρα, εμφανίσεις και ευωδία. Το 1313 κατασκευάστηκε η περίτεχνη μαρμάρινη σαρκοφάγος για τη φύλαξή τους.

Το 1354, ο Κάρολος Δ΄, βασιλιάς της Βοημίας, παρέλαβε το κρανίο που τιμάται ως εκείνο του Ευαγγελιστή. Αυτό μεταφέρθηκε στην Πράγα και φυλάσσεται στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Βίτου. Το υπόλοιπο λείψανο παρέμεινε στην Πάδοβα, στον ναό της Αγίας Ιουστίνας.

Πολλούς αιώνες αργότερα, το 1992, ο τότε Μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας Ιερώνυμος υπέβαλε αίτημα να παραχωρηθεί μέρος του λειψάνου στη Θήβα. Το αίτημα αυτό αποτέλεσε αφορμή για την επιστημονική εξέταση των λειψάνων, με τη συγκατάθεση της τοπικής εκκλησιαστικής αρχής και της μοναστικής αδελφότητας.

Στις 17 Σεπτεμβρίου 1998 ανοίχθηκε η μαρμάρινη σαρκοφάγος. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε ενόψει του Μεγάλου Ιωβηλαίου του 2000 και στο πλαίσιο της επιθυμίας για στενότερη επικοινωνία μεταξύ Ανατολής και Δύσεως. Στο εσωτερικό βρέθηκε μολύβδινη λάρνακα με ανθρώπινο σκελετό σε καλή κατάσταση διατήρησης.

Την επιστημονική επιτροπή διηύθυνε ο καθηγητής Vito Terribile Wiel Marin. Σύμφωνα με την παρουσίαση των πορισμάτων στο ενημερωτικό έντυπο της Μονής, ο σκελετός ανήκε σε ηλικιωμένο άνδρα, περίπου 70–85 ετών, με εκτιμώμενο ύψος 1,63 μ. Απουσίαζαν το κρανίο, η δεξιά ωλένη και ορισμένα μικρότερα οστά. Καταγράφηκαν επίσης οστεοπόρωση και σοβαρή αρθροπάθεια της σπονδυλικής στήλης, ενώ αλλοιώσεις των πλευρών ερμηνεύθηκαν ως ενδείξεις πνευμονικού εμφυσήματος.

Για τη συγκριτική εξέταση μεταφέρθηκε προσωρινά από την Πράγα και το κρανίο. Οι εξεταστές έκριναν ότι ανήκε στον σκελετό της Πάδοβας, βάσει της ανατομικής αντιστοιχίας του με τον πρώτο αυχενικό σπόνδυλο, τον άτλαντα.

Πορίσματα των ερευνών παρουσιάστηκαν σε διεθνές συνέδριο στην Πάδοβα τον Οκτώβριο του 2000. Το 2001 δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences ειδική μελέτη του μιτοχονδριακού DNA των λειψάνων.

Η γενετική ανάλυση, στο πλαίσιο των πληθυσμιακών συγκρίσεων που πραγματοποιήθηκαν, ευνοούσε τη συριακή έναντι της ελληνικής προέλευσης, χωρίς όμως να αποκλείει προέλευση από την Ανατολία.

Στις 17 Σεπτεμβρίου 2000, αντιπροσωπεία από την Πάδοβα παρέδωσε στον Μητροπολίτη Ιερώνυμο τμήμα πλευράς από το λείψανο, για να κατατεθεί στη Θήβα, στον τόπο όπου βρίσκεται και τιμάται ο αρχικός τάφος του Ευαγγελιστή.

Θα ήθελα να ολοκληρώσω με μία συγκινητική αναφορά. Σε συνέντευξη του μοναχού Giulio Pagnoni, ο οποίος είχε παρακολουθήσει την έρευνα, σημειώνεται ότι η μορφολογία των οστών των ποδιών υποδήλωνε άνθρωπο που είχε περπατήσει πολύ στη ζωή του. Η εικόνα των καταπονημένων ποδιών μπορεί να γίνει αφορμή πνευματικού στοχασμού: να μας θυμίσει τους κόπους της αποστολικής διακονίας και να μας καλέσει να αναρωτηθούμε πόσο πρόθυμα προσφέρουμε κι εμείς τις δυνάμεις μας στην αγάπη του Χριστού και στη διακονία του πλησίον.

«Ὡς ὡραῖοι οἱ πόδες τῶν εὐαγγελιζομένων εἰρήνην, τῶν εὐαγγελιζομένων τὰ ἀγαθά!» (Ρωμ. ι΄ 15).

(φωτογραφία: Η μαρμάρινη σαρκοφάγος με το λείψανο του Αποστόλου Λουκά στην Πάδοβα)

***

The Holy Relics of the Apostle and Evangelist Luke

According to Church tradition, the Apostle and Evangelist Luke reposed at the age of 84 and was buried in Thebes, Boeotia. During the second half of the fourth century, his relics were transferred to Constantinople and placed in the Church of the Holy Apostles. This transfer to Constantinople is already mentioned by Jerome.

From Constantinople, the relics later reached Padua, Italy. The date and circumstances of this transfer have not been established. One tradition associates it with the reign of Julian the Apostate in the fourth century, while another places it in the eighth century, during Iconoclasm. According to the latter account, a priest named Urio brought the relics of Luke and the Apostle Matthias to Padua to protect them. These accounts, however, are traditions concerning the journey of the relics rather than conclusively established historical facts.

An important milestone in their history is the year 1177, when the discovery of the relics attributed to the Evangelist Luke was recorded at the site of Saint Justina’s. Hagiographical accounts associate the discovery with dreams, apparitions, and a sweet fragrance. In 1313, an ornate marble sarcophagus was constructed to house them.

In 1354, Charles IV, King of Bohemia, received the skull venerated as that of the Evangelist. It was taken to Prague and is kept in Saint Vitus Cathedral. The remaining relics stayed in Padua, in the Church of Saint Justina.

Many centuries later, in 1992, Ieronymos, then Metropolitan of Thebes and Livadeia, submitted a request for a portion of the relics to be given to Thebes. This request prompted a scientific examination of the relics, with the consent of the local ecclesiastical authority and the monastic community.

On September 17, 1998, the marble sarcophagus was opened. The investigation was undertaken in preparation for the Great Jubilee of 2000 and in a spirit of closer dialogue between East and West. Inside was a lead coffin containing a well-preserved human skeleton.

The scientific committee was led by Professor Vito Terribile Wiel Marin. According to the findings presented in the Abbey’s information booklet, the skeleton belonged to an elderly man, approximately 70–85 years old, with an estimated height of 1.63 meters. The skull, the right ulna, and several smaller bones were missing. Osteoporosis and severe arthropathy of the spine were also documented, while changes in the ribs were interpreted as signs of pulmonary emphysema.

The skull was also brought temporarily from Prague for comparative examination. The examiners concluded that it belonged to the skeleton in Padua, based on its anatomical fit with the first cervical vertebra, the atlas.

Findings from the investigations were presented at an international conference in Padua in October 2000. In 2001, a study specifically examining the mitochondrial DNA of the remains was published in the scientific journal Proceedings of the National Academy of Sciences.

Within the population comparisons conducted, the genetic analysis favored a Syrian rather than a Greek origin, without, however, ruling out an origin in Anatolia.

On September 17, 2000, a delegation from Padua presented Metropolitan Ieronymos with a portion of a rib from the relics, to be placed in Thebes, where the Evangelist’s original tomb is located and venerated.

I would like to conclude with a moving observation. In an interview with the monk Giulio Pagnoni, who had followed the investigation, it was noted that the morphology of the bones of the feet suggested a man who had walked extensively throughout his life. The image of those weary feet can become an occasion for spiritual reflection: it can remind us of the labors of apostolic ministry and invite us to consider how willingly we, too, devote our strength to the love of Christ and the service of our neighbor.

“How beautiful are the feet of those who preach the gospel of peace, who bring glad tidings of good things!” (Romans 10:15).

(Photograph: The marble sarcophagus containing the relics of the Apostle Luke in Padua.)

 

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Θαυμάσιες πληροφορίες!! Να έχουμε τις πρεσβείες του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Λουκά και τις ευλογίες του Μητροπολίτου Νεκταρίου.