Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

Β΄ Κυριακή του Λουκά - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Β΄ Κυριακή του Λουκά: Λουκάς 6:31–36

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Β΄ Κυριακής του Λουκά (Λουκ. 6:31–36), ο Χριστός μάς καλεί να ξεπεράσουμε μια αγάπη που λειτουργεί σαν ανταλλαγή: σου δίνω επειδή μου δίνεις, σε αγαπώ επειδή με αγαπάς. Δεν υποτιμά την αγάπη μεταξύ φίλων ούτε την ευγνωμοσύνη. Φανερώνει όμως ότι η ζωή κοντά στον Θεό ανοίγει την καρδιά πέρα από τον κύκλο όσων μας συμπαθούν και μας ευεργετούν. Το αποφασιστικό ερώτημα είναι αν μέσα στην αγάπη μας χωρά και εκείνος που δεν μας αγαπά.

«Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως». Η εντολή δεν λέει να συμπεριφερόμαστε στους άλλους όπως εκείνοι μας συμπεριφέρονται. Μας ζητά να κάνουμε πρώτοι το καλό που επιθυμούμε να δεχθούμε. Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας παρατηρεί ότι ο Κύριος χρησιμοποιεί την ίδια μας την επιθυμία για καλοσύνη και συγχώρηση ως οδηγό της συμπεριφοράς μας. Αφού γνωρίζουμε πόσο χρειαζόμαστε την επιείκεια, μπορούμε να καταλάβουμε πόσο τη χρειάζεται και ο διπλανός μας. Έτσι, η προσωπική μας ανάγκη γίνεται αφετηρία εξόδου από τον εγωισμό.

Στη συνέχεια, ο λόγος γίνεται απαιτητικότερος: «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν». Δεν αρκεί να αποφεύγουμε την εκδίκηση· καλούμαστε να επιθυμούμε και να υπηρετούμε το καλό εκείνου που μας πληγώνει. Το «ἀγαθοποιεῖτε» και το «δανείζετε» δίνουν στην αγάπη πρακτικό περιεχόμενο. Η βοήθεια δεν πρέπει να περιορίζεται σε όσους μπορούν να μας την ανταποδώσουν. Ο άνθρωπος που βρίσκεται σε ανάγκη δεν είναι ευκαιρία για μελλοντικό κέρδος, αλλά πρόσωπο που ζητά τη συμπαράστασή μας.

Αυτή η αγάπη δεν σημαίνει ότι ονομάζουμε το κακό καλό. Η Εκκλησία διακρίνει την καλοσύνη από την άκριτη επιδοκιμασία κάθε συμπεριφοράς. Μπορούμε να αρνηθούμε μια άδικη απαίτηση και να ελέγξουμε μια βλαπτική πράξη χωρίς να επιθυμούμε την καταστροφή του ανθρώπου που την κάνει. Η συγχώρηση δεν καταργεί την αλήθεια· αρνείται όμως να μετατρέψει την αλήθεια σε όπλο μίσους. Αγάπη προς τον εχθρό σημαίνει να μη θεωρούμε την κακία του ολόκληρη την ταυτότητά του και να επιθυμούμε την επιστροφή του στο καλό.

Το θεμέλιο αυτής της στάσης βρίσκεται στον ίδιο τον Θεό: «αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς». Ο Πατέρας δεν περιμένει να γίνουμε άξιοι για να μας ευεργετήσει. Γι’ αυτό και το «ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου» φανερώνει την κλήση να μοιάσουμε στον Πατέρα μας. Ο άγιος Κύριλλος συνδέει την ευσπλαχνία με την αποκατάσταση της ομοιότητας του ανθρώπου προς τον Θεό. Δεν πρόκειται απλώς για βελτίωση της εξωτερικής συμπεριφοράς, αλλά για μεταμόρφωση της καρδιάς.

Η αγάπη προς τους εχθρούς δεν είναι απλώς ένα ανθρώπινο κατόρθωμα· είναι καρπός της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και της ελεύθερης ανταπόκρισης του ανθρώπου σε αυτήν. Ο πόνος της αδικίας δεν εξαφανίζεται πάντοτε αμέσως· μπορεί όμως, μέσα στη σχέση μας με τον Χριστό, να πάψει να τρέφει την επιθυμία της εκδίκησης. Όταν προσευχόμαστε για εκείνον που μας έβλαψε, όταν δεν χαιρόμαστε με τη συμφορά του και δεν του αρνούμαστε τη βοήθεια που έχει ανάγκη, η αγάπη αρχίζει να παίρνει μορφή μέσα στην αδυναμία μας. Ο αγώνας αυτός δεν αποβλέπει απλώς στο να συγκρατήσουμε την οργή μας, αλλά στο να μεταμορφωθεί η καρδιά μας, ώστε να επιθυμεί τη μετάνοια και τη σωτηρία ακόμη και εκείνου που μας πλήγωσε.

«Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες». Ο Χριστός μάς καλεί να κάνουμε την ευσπλαχνία του Πατέρα μέτρο της ζωής μας. Δεν συγχωρούμε ως αναμάρτητοι που παραχωρούν επιείκεια στους ενόχους, αλλά ως άνθρωποι που πρώτοι δεχθήκαμε και αδιάκοπα χρειαζόμαστε το θείο έλεος. Το «Κύριε, ἐλέησον» της λατρείας βρίσκει τη συνέχειά του στην καθημερινότητα, όταν το έλεος που επικαλούμαστε γίνεται συγχώρηση, υπομονή και έμπρακτη φροντίδα για τον πλησίον. Έτσι, η ευσπλαχνία δεν αποτελεί απλώς μια ηθική αρετή, αλλά φανερώνει τη ζωή της κατά χάριν υιοθεσίας μας: ενωμένοι με τον Χριστό, τον Υιό του Θεού, μαθαίνουμε να αγαπούμε ως παιδιά του ίδιου Πατέρα. Αυτή είναι η ομοίωση προς τον Θεό στην οποία μας προσκαλεί η περικοπή: να γίνεται η αγάπη Του τρόπος της δικής μας ζωής.

***

Second Sunday of Luke: Luke 6:31–36

In the Gospel reading for the Second Sunday of Luke (Luke 6:31–36), Christ calls us to move beyond a love that works like an exchange: I give to you because you give to me; I love you because you love me. He does not belittle love between friends or the value of gratitude. He reveals, however, that life with God opens the heart beyond the circle of those who like us and treat us kindly. The decisive question is whether our love also has room for the person who does not love us.

“As you wish others to do to you, do likewise to them.” This commandment does not tell us to treat others as they treat us. It asks us to take the initiative in offering the goodness we ourselves wish to receive. Saint Cyril of Alexandria observes that the Lord makes our own desire for kindness and forgiveness a guide for our conduct. Since we know how much we need understanding and forbearance, we can recognize how much our neighbor needs them too. In this way, our own need becomes a starting point for moving beyond selfishness.

Christ’s words then become more demanding: “Love your enemies.” It is not enough to refrain from revenge; we are called to desire and actively work for the good of the person who hurts us. The commands to “do good” and to “lend” give love practical expression. Our help must not be limited to those who can repay us. A person in need is not an opportunity for future gain, but someone who asks for our support.

This love does not mean calling evil good. The Church distinguishes kindness from the uncritical approval of every kind of behavior. We can refuse an unjust demand and challenge a harmful action without wishing for the destruction of the person responsible. Forgiveness does not set aside the truth; it refuses, however, to turn truth into a weapon of hatred. To love an enemy means refusing to let their wrongdoing define their entire identity and desiring their return to what is good.

The foundation of this attitude lies in God Himself: “He is kind to the ungrateful and the evil.” The Father does not wait for us to become worthy before bestowing His goodness upon us. Thus, the promise that “you will be sons of the Most High” reveals our calling to become like our Father. Saint Cyril connects compassion with the restoration of the human person’s likeness to God. This is not simply an improvement in outward behavior, but a transformation of the heart.

Love for our enemies is not simply a human achievement; it is the fruit of the grace of the Holy Spirit and of our free response to that grace. The pain of injustice does not always disappear immediately. Yet through our relationship with Christ, it can cease to nourish the desire for revenge. When we pray for someone who has harmed us, when we take no pleasure in their misfortune and do not deny them the help they need, love begins to take shape within our weakness. The purpose of this struggle is not simply to restrain our anger, but to allow our hearts to be transformed, so that we desire the repentance and salvation even of the person who has wounded us.

“Therefore, be merciful.” Christ calls us to make the Father’s compassion the measure of our lives. We do not forgive as sinless people granting leniency to the guilty, but as those who have first received—and continually need—God’s mercy. The “Lord, have mercy” of our worship finds its continuation in daily life when the mercy we invoke becomes forgiveness, patience, and practical care for our neighbor. Compassion, then, is more than a moral virtue: it expresses the life of our adoption as God’s children by grace. United with Christ, the Son of God, we learn to love as children of the same Father. This is the likeness to God to which the passage calls us: that His love may become our own way of life.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: