ΜΗΠΩΣ ΜΑΘΑΜΕ ΝΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΜΑΣΤΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ, ΑΛΛΑ
ΞΕΧΑΣΑΜΕ ΝΑ ΑΓΑΠΑΜΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ;
Ἡ τραγικὴ ἀντίφασις μεταξὺ τῆς ὁμολογίας
τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀπουσίας
τῆς ἀγάπης.
Ἀρχιμανδρίτου Σιλουανοῦ Λ. Λάμπρου.
Ἐφημερίου – Ἱεροκήρυκος Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φωκίδος.
Μήπως γίναμε τόσο επιδέξιοι στο να υπερασπιζόμαστε τον Θεό, ώστε ξεχάσαμε να αγαπάμε εκείνους για τους οποίους ο Θεός σταυρώθηκε;
Μιλούμε για την Ορθοδοξία. Υπερασπιζόμαστε τα δόγματα. Επικαλούμαστε τους Ιερούς Κανόνες. Διαφωνούμε για λειτουργικές λεπτομέρειες, για εκκλησιαστικές παραδόσεις, για την ακρίβεια της πίστεως.
Και ορθώς ενδιαφερόμαστε για όλα αυτά.
Αλλά αναρωτιέμαι:
Πόσες φορές υπερασπιστήκαμε με το ίδιο πάθος έναν άνθρωπο που αδικήθηκε;
Πόσες φορές σταθήκαμε δίπλα σε κάποιον που η κοινωνία περιφρόνησε;
Πόσες φορές εγκαταλείψαμε την ασφάλεια της θρησκευτικής μας βεβαιότητας για να συναντήσουμε τον πόνο ενός ανθρώπου;
Δεν υποστηρίζω ότι η αλήθεια της πίστεως πρέπει να υποχωρήσει μπροστά στις απαιτήσεις της εποχής.
Υποστηρίζω κάτι βαθύτερο:
Η αλήθεια που δεν γίνεται αγάπη κινδυνεύει να μεταβληθεί στα χέρια μας σε όργανο καταδίκης, αντί να φανερώνει το πρόσωπο του Χριστού.
Ο Κύριος δεν μας είπε ότι ο κόσμος θα αναγνωρίσει τους μαθητές Του από την αυστηρότητα των επιχειρημάτων τους.
Είπε:
«Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις» (Ἰω. 13,35).
Έχει αποτύχει στον γάμο του. Έχει πληγώσει ανθρώπους. Έχει κάνει λάθη. Ίσως έχει χάσει την πίστη του. Ίσως κουβαλά ενοχές που δεν τολμά να ομολογήσει.
Δεν ζητά να του πούμε ότι όλα όσα έκανε ήταν σωστά.
Ζητά να διαπιστώσει αν υπάρχει ακόμη ένας τόπος όπου μπορεί να σταθεί χωρίς να εξευτελιστεί.
Θα συναντήσει έναν πατέρα ή έναν δικαστή;
Θα συναντήσει το βλέμμα του Χριστού ή τη βιασύνη της δικής μας καταδίκης;
Ασφαλώς η Εκκλησία δεν είναι χώρος όπου καταργείται η μετάνοια. Είναι όμως ο τόπος όπου η μετάνοια γίνεται δυνατή, επειδή ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίζεται ως οριστικά χαμένος.
Στην ευαγγελική διήγηση της γυναίκας που κατηγορήθηκε για μοιχεία, όπως αυτή παραδίδεται και ερμηνεύεται στην εκκλησιαστική μας παράδοση (Ἰω. 8,1–11), ο Χριστός δεν δικαιώνει την αμαρτία. Δεν επιτρέπει όμως ούτε τη μετατροπή της ανθρώπινης ενοχής σε δημόσιο λιθοβολισμό.
Ούτε εξευτελισμός του ανθρώπου ούτε αδιαφορία για την αλήθεια.
Ούτε σκληρότητα ούτε φθηνή επιείκεια.
Μόνον η συγκλονιστική συνάντηση της αλήθειας με το έλεος.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη δοκιμασία της σύγχρονης εκκλησιαστικής μας συνειδήσεως.
Δεν αρκεί να έχουμε δίκιο.
Οφείλουμε να αναρωτηθούμε τι απογίνεται ο άνθρωπος απέναντι στον οποίο έχουμε δίκιο.
Διότι υπάρχει και μία μορφή θρησκευτικού εγωισμού, η οποία δεν ενδιαφέρεται να σωθεί ο άλλος, αλλά να αποδειχθεί ότι εμείς είμαστε σωστοί.
Και αυτή η μορφή εγωισμού είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη, επειδή μπορεί να εμφανίζεται με το ένδυμα της ευσεβείας.
Δεν γράφω αυτές τις σκέψεις για να καταγγείλω άλλους.
Τις γράφω ως κληρικός που γνωρίζει ότι το πρώτο πρόσωπο το οποίο οφείλει να υποβάλει σε αυτή τη δοκιμασία είναι ο ίδιος του ο εαυτός.
Διότι και εμείς οι ιερείς κινδυνεύουμε κάποτε να αγαπήσουμε περισσότερο την εικόνα της διακονίας μας παρά τον άνθρωπο που διακονούμε.
Να ενδιαφερθούμε περισσότερο για το αν μας σέβονται παρά για το αν αισθάνονται ότι τους αγαπούμε.
Να μιλήσουμε πολλές φορές περί Θεού και ελάχιστες φορές με τον άνθρωπο που υποφέρει.
Και τότε γεννάται το φοβερό ερώτημα:
Εάν ένας άνθρωπος φύγει από κοντά μας περισσότερο πληγωμένος απ' όσο ήρθε, τι ακριβώς του προσφέραμε;
Η Εκκλησία δεν καλείται να γίνει αρεστή σε όλους. Καλείται όμως να μαρτυρεί την αλήθεια με τρόπο που να μη λησμονεί ποτέ την αξία του ανθρώπινου προσώπου.
Η αγάπη χωρίς αλήθεια κινδυνεύει να γίνει συναισθηματισμός.
Αλλά και η επίκληση της αλήθειας χωρίς αγάπη μπορεί να γίνει πνευματική σκληρότητα.
Ας μη λησμονούμε ότι κατά την παραβολή της Μελλούσης Κρίσεως ο Χριστός ταυτίζει την παρουσία Του με τον πεινασμένο, τον διψασμένο, τον ξένο, τον ασθενή και τον φυλακισμένο (Ματθ. 25,31–46).
Και ίσως εδώ βρίσκεται η πιο ανατρεπτική αλήθεια του Ευαγγελίου:
Μπορεί να αναζητούμε τον Χριστό σε μεγάλες θεολογικές αντιπαραθέσεις, ενώ Εκείνος να μας περιμένει σιωπηλός στο πρόσωπο ενός ανθρώπου που δεν καταδεχθήκαμε να ακούσουμε.
Γι' αυτό και θα ήθελα να κλείσω όχι με μία διαπίστωση, αλλά με τρία ερωτήματα.
Όταν υπερασπίζομαι την πίστη μου, επιθυμώ να οδηγήσω τον άλλον προς τον Χριστό ή απλώς να τον νικήσω;
Όταν βλέπω έναν άνθρωπο να σφάλλει, θλίβομαι για την πτώση του ή αισθάνομαι κρυφή ικανοποίηση επειδή μπορώ να τον καταδικάσω;
Και τελικά:
Εάν ο Χριστός περνούσε σήμερα από τις ενορίες μας, θα αναγνώριζε στο πρόσωπό μας την αγάπη Του;
Δεν γνωρίζω αν υπάρχει ευκολότερη απάντηση.
Γνωρίζω όμως ότι κανείς μας δεν δικαιούται να αποφύγει το ερώτημα.
Διότι στο τέλος δεν θα έχει σημασία μόνον πόσες φορές μιλήσαμε για τον Χριστό.
Θα έχει σημασία και πόσοι άνθρωποι μπόρεσαν, μέσα από τη δική μας παρουσία, να αισθανθούν κάτι από την αγάπη Του.
Και αυτό δεν είναι μία δευτερεύουσα λεπτομέρεια της χριστιανικής ζωής. Είναι η ίδια η δοκιμασία της αυθεντικότητάς της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου