Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

«ΤΑ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΚΑ» ΛΟΓΟΙ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΡΩΜΗΩΣΥΝΗΣ - Φώτης Δημητρόπουλος


Γράφει ο Φώτης Δημητρόπουλος , Φιλόλογος

ΤΑ «ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΚΑ»
ΛΟΓΟΙ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΡΩΜΗΩΣΥΝΗΣ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΙΚΟΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ

Τα «ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΚΑ», είναι ένα βιβλίο 350 σελίδων που περιλαμβάνει τριανταεφτά ( 37 ) ομιλίες του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου οι οποίες εκφωνήθηκαν το χρονικό διάστημα  2000-2016 στην άλλοτε ισχυρή επαρχία της Ανατολικής Ρωμαικής Αυτοκρατορίας, την Καππαδοκία της Μ.Ασίας , το «μοναδικό θερμοκήπιο αγιότητος εις το οποίο εφύησαν, ανεπτύχθησαν , ήνθισαν και εκάρπισαν καρπόν εκατονταπλασίονα ,δένδρα σπουδαία ,αειθαλή και καλλίκαρπα ,οι μεγάλοι Πατέρες – φωστήρες της εκκλησίας.Το βιβλίο εκδόθηκε πρόσφατα με πρωτοβουλία  του Αναστ. Κωστόπουλου από τον εκδοτικό οίκο « ΤΑΩΣ»
Οι ομιλίες του οικουμενικού Πατριάρχου έγιναν στα ερείπια ( οι περισσότερες ) ναών ή σε λαξευτούς , στους περίφημους ογκώδεις βράχους της Καππαδοκίας, ναούς κατά την τέλεση της Θ. Λειτουργίας ή άλλων ιερών ακολουθιών και άλλες εκδηλώσεις  και αποτελούν πράγματι αξιολογώτατα κηρύγματα Χριστιανικής Πίστεως και Αγάπης – και μάλιστα σε αλλότριο περιβάλλον- και όχι μόνον.
Γιατί οι λόγοι του πατριάρχου και έχουν πολλές προεκτάσεις ως βάσεις θεολογικών συζητήσεων , και μπορούν να αναγνωσθουν όχι μόνον ως θρησκευτικά κείμενα αλλά και ως ιστορικά, εθνικά, παιδαγωγικά, γλωσσολογικά, λογοτεχνικά, διπλωματικά, πολιτικά, περιβαλλοντολογικά και άλλα και ως τέτοια θα πρέπει να τα αναγνώσουμε εμείς οι επαναπαυόμενοι στην ασφάλεια των ελευθεριών και των δικαιωμάτων μας και μακράν της Καππαδοκίας ευρισκόμενοι. Και να το αντιμετωπίσουμε  μάλιστα και ως κέντρισμα, ή μάλλον λάκτισμα στον πολλαπλό λήθαργο που μας καταπλακώνει. Γιατί ποια γνώση έχουμε για τον ελληνισμό και την ακμή του στις αλησμόνητες(;;;) πατρίδες από τα χρόνια του Μ.Αλεξάνδρου, τα πρωτοχριστιανικά, τα μεσαιωνικά, της οθωμανικής κυριαρχίας μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα; Μας αρκούν κάποιες φευγαλέες εικόνες της καταστροφής της Σμύρνης ή επετειακές- για πολύ λίγους- του Ποντιακού και Μικρασιατικού Ελληνισμού.
Κι όμως. Η δεύτερη πόλη του κόσμου που μάθαμε - μετά την πόλη που γεννηθήκαμε και μάλιστα τραγουδώντας- ήταν της Καππαδοκίας (!) Η Καισαρεία. «Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία …….» ψάλλαμε από νήπια κάθε Πρωτοχρονιά. Τη συνδυάσαμε με τον αγαπημένο μας Άγιο χωρίς να ξέρουμε που βρίσκεται. Χωρίς να ξέρουμε ότι ο Μ. Βασίλειος, δεν είναι μόνο ο Αη Βασίλης με τα δώρα των μικρών παιδιών, αλλά το παγκόσμιο σύμβολο της αλληλεγγύης και φιλανθρωπίας, χωρίς να ξέρουμε ότι η Καππαδοκία είναι το λίκνο των μεγάλων ελληνομαθών Πατέρων της Εκκλησίας και πλειάδας Αγίων, Οσίων Ομολογητών και Μαρτύρων (ακόμα και ο πρόσφατα αγιοποιηθείς μοναχός π. Παϊσιος, Καππαδόκης είναι). Χωρίς να ξέρουμε ότι η γλώσσα που μιλιόταν εκεί για δέκα και πλέον αιώνες ήταν η Ελληνικη (ακόμα και οι Εβραίοι ελληνικά μιλούσαν!). Χωρίς να ξέρουμε ότι πίσω από τα «καραμανλίδικα» κρύβεται Ρωμιοσύνη. Χωρίς να ξέρουμε ότι η Καππαδοκία είναι όχι μόνο η πατρίδα των «όμορφων αλόγων» με τα αξιοθέατα των περίεργων βράχων και τις περίφημες πηγές του Παμούκαλε αλλά και η αγιοτόκος και αγιοτρόφος γη της ταπείνωσης, της ευσέβειας, της αγάπης με το αληθινό «χρυσωρυχείο» στα Κόραμα όπου οι αρχαιοχριστιανικές και προεικονομαχικές εικόνες του δείχνουν τις υπάχουσες φλέβες της Χριστιανικής πίστης μας.
Γι’ αυτό το βιβλίο «Καππαδοκικά» είναι ένα ερέθισμα για να μελετήσει κανείς και ιστορία. Και είναι βέβαιο ότι η γνώση της ιστορίας αυτής της περιοχής θα οδηγήσει πέραν της διαμόρφωσης ιστορικής συνείδησης και σφυρηλάτησης μνήμης, και σε αναζητήσεις ηθικού περιεχομένου και κοινωνικής ανύψωσης. Οι λόγοι του Πατριάρχου Βαρθολομαίου κατά τις Πασχάλιες (κυρίως) εξορμήσεις του στην Καππαδοκία, μέσα από ιστορικές διαδρομές σε ερειπωμένους ναούς μπορούν να οδηγήσουν τον αναγνώστη όχι μόνο σε διανοητικούς προβληματισμούς αλλά και σε εσωτερική ενατένιση για τόνωση στον αγώνα του καλού και της έμπρακτης, δια του «ποείν», ομολογίας πίστεως και αγάπης. Γιατί δεν είναι μόνον λόγοι επετειακοί ή κηρύγματα σε κάποιο περιστασιακό θρησκευτικό γεγονός, μια απλή ιεροπραξία σε χαλάσματα παλιών ναών της Καισαρείας, του Ικονίου, της Σινασού, της Καρβάλης, του Προκοπίου της Μαλακοπής και αλλού κάτω από το συγκαταβατικό βλέμμα του Παντοκράτορος, της Παρθένου Μαρίας ή των Αγίων (όπου η αγιογράφηση άντεξε στη φθορά του χρόνου και στη μανία του φανατισμού) ή λόγοι σε περιήγηση τουριστική σε χώρους που πράγματι οξύνουν τη νοσταλγική διάθεση, αλλά είναι λόγοι που δίνουν την εντύπωση της διαχρονικής φωνής του Γένους δια στόματος του προκαθήμενου της Ορθοδοξίας, σε ιεροτελεστίες ομολογίας Πίστεως και τελετουργίες αναγέννησης της ιστορικής μνήμης. Και με το φορτίο της ιστορικής μνήμης, σε εκείνους τους χώρους ευρισκόμενος ο Πατριάρχης αισθάνεται «πάμπλουτος» και δοξολογεί τον Θεόν διότι οι Ορθόδοξοι, και ως παιδιά της Ρωμιοσύνης κατέχουν «πλούτον αριφνήτου μνήμης», και δεν βλέπουν μόνον τα αφανισμένα μνήματα και την ερήμωσιν, δεν θρηνούν την στέρηση αλλά χαίρονται τη δόξα του Σταυρού και τη χαρά της Ανάστασης.
Και η ιστορική μνήμη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με χαλάσματα μνημείων θρησκευτικής πίστης είτε αυτά είναι Παρθενώνες είτε είναι ξεχασμένοι κίονες και φθαρμένες αγιογραφίες στην Καππαδοκία και διδάσκει ότι το Γένος μπορεί να συνυπάρξει, υψώνοντας το κήρυγμα του Εσταυρωμένου της Αγάπης, με ετερόθρησκους και ετεροεθνείς. Για τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο την ώρα των πνευματικών αναβάσεων ««Ο λόγος αρνείται να εκφράσει την καθημερινότητα. Αρνείται να κρίνη τα πράγματα και τους ανθρώπους, να σχολιάση και να μετρήση. Θέλει να ανοίξη τας πτέρυγας του και να πετάξει εις ύψη δυσθεώρητα, ως «υψιπετής αετός», υπεράνω της ιστορίας, επέκεινα του παρόντος, εις τα έγκατα του παρελθόντος, και να ενώση εις μίαν ενότητα την αρχήν και το τέλος, το άλφα και το ωμέγα, την προσκαιρότητα και την αιωνιότητα, ώστε να ζήση το όλον εις μίαν καιρίαν στιγμήν εν πληρότητι».
Και στους λόγους τούτους του Πατριάρχου (Σινασός 26 Μαίου 2001) όπως και σε όλες τις ομιλίες του είναι εμφανέστατο το ανέσπερο φως της Αγάπης, το φώς που διαχέεται από τη διδαχή του Απ. Παύλου ότι ‘’ τα πάντα ανακαιφαλαιούνται εν Χριστώ ‘’. Και επισημαίνει : ««Το φώς και το πυρ έχουν την ίδιαν πηγήν και φαίνεται ότι, δια να λάμψει το φώς, πρέπει να κατακαύση το πυρ τα παραπετάσματα, τα οποία εμποδίζουν την διάνοιαν να ίδη και την καρδίαν να αισθανθή, και τους οφθαλμούς να αντιληφθούν εκείνα, τα οποία μόνον οι καθαροί την καρδίαν βλέπουν».
Διαβάζοντας τα «Καππαδοκικά» οι μακράν της Καππαδοκίας ευρισκόμενοι και περιεργαζόμενοι τις πάμπολλες φωτογραφίες που κοσμούν το βιβλίο, αισθανόμαστε ότι ξυπνάμε από έναν λήθαργο άγνοιας και νοερώς γινόμαστε και ‘μεις προσκυνητές μιας μοναδικής κληρονομιάς ιστορικής και θρησκευτικής. Οι λόγοι του Πατριάρχου μας καλούν να ιδούμε τα ερείπια «όχι ως χώρους νεκρώσεως, αλλα ως φρέαρ ζωής». Και με την νοερή επίσκεψη μας να μη σταθούμε στην ομορφιά του τοπίου και στη θαλπωρή του Ηλίου «ουδέ του ανέμου την γλυκείαν αύραν, ή των φυλλωμάτων το θρόϊσμα και των καλλιτεχνημάτων την ευφροσύνην» ούτε να περιοριστούμε στα αναμνηστικά και στις φωτογραφίες αλλά να γεμίσουμε την καρδιά μας με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και την ασύλληπτη αίσθηση «της αισθητής, αλλ’ υπέρ αίσθησιν παρουσίας» Του. Γιατί η παρουσία του Αγίου Πνεύματος είναι πάντοτε ενεργός όπως τονίζει ο Πατριάρχης. Και ως θείαν δωρεάν θα πρέπει οι μακράν της Καππαδοκίας αλλά υπό τους ουρανίους θόλους ευρισκόμενοι, να υποδεχτούμε την έκδοση και κυκλοφορία στην Πόλη μας των «Καππαδοκικών» με τους βαθυστόχαστους και μεστούς από κάθε άποψη λόγους του Οικουμενικού Πατριάρχου.

Πηγή: Εφημερίδα «Ο ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΟΣ» 2-6-218

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Γλαφυρός όλο ζωντάνια ο λόγος του κ. Δημητρόπουλου στην παρουσίαση του αξιόλογου βιβλίου. Σε παρακινεί να διαβάσεις την συλλογή των συγκεκριμένων πατριαρχικών ομιλιών.