Κυριακή μετά τα Θεοφάνεια
Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Η περικοπή Ματθαίος 4:12–17 μάς μεταφέρει αμέσως
μετά τα Θεοφάνεια: ο Χριστός, αφού φανερώθηκε στον Ιορδάνη, αρχίζει δημόσια το
κήρυγμά Του όχι από το «κέντρο», την Ιερουσαλήμ, αλλά από την Γαλιλαία. Ο
ευαγγελιστής σημειώνει πως, μόλις ο Ιησούς έμαθε για τη σύλληψη του Ιωάννη,
αναχώρησε και κατευθύνθηκε προς την Γαλιλαία. Αυτό δεν είναι φόβος, αλλά
φανέρωση θείας οικονομίας: ο Πρόδρομος ολοκληρώνει την διακονία του και
παραδίδει, τρόπον τινά, τη σκυτάλη στον Μεσσία. Οι Πατέρες τονίζουν ότι ο
Χριστός δεν κινείται με διάθεση αντιπαράθεσης, ούτε οδηγεί τα γεγονότα σε
άκαιρη ρήξη, αλλά φανερώνει τη θεία οικονομία και ενεργεί στον κατάλληλο καιρό,
ώστε να μας διδάξει τη διάκριση: τόλμη χωρίς επιπολαιότητα, μαρτυρία χωρίς
επίδειξη.
Η μετακίνηση στην Καπερναούμ, «παρά την θάλασσαν», και η αναφορά στον Ησαΐα («Γη Ζαβουλών και γη Νεφθαλίμ… ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα») δείχνουν ότι η σωτηρία αρχίζει εκεί όπου πολλοί θεωρούν ότι υπάρχει πνευματική φτώχεια και σύγχυση. Οι Πατέρες διαβάζουν το «σκότος» ως κατάσταση απομάκρυνσης από τον Θεό, κατάσταση άγνοιας, αλλά και αμαρτίας που βαραίνει τον άνθρωπο σαν σκιά θανάτου. Το «φως μέγα» δεν είναι ιδέα ή ηθικό πρόγραμμα· είναι Πρόσωπο. Ο Χριστός δεν προσφέρει απλώς διδασκαλία, αλλά την ίδια Του την παρουσία, που αποκαλύπτει ποιος είναι ο Θεός και ποιος μπορεί να γίνει ο άνθρωπος.
Έχει σημασία ότι το ευαγγέλιο μιλά για «Γαλιλαία
των εθνών». Η Γαλιλαία ήταν τόπος συνάντησης λαών και πολιτισμών. Η Εκκλησία
είδε σε αυτό προαναγγελία της καθολικότητας του ευαγγελίου: ο Χριστός έρχεται
για κάθε άνθρωπο, και μάλιστα ξεκινά από την «περιφέρεια». Η κίνηση αυτή του
Χριστού σπάει την θρησκευτική αυτοπεποίθηση: ο Θεός δεν περιορίζεται στα
σχήματά μας, δεν δεσμεύεται από τα «σύνορα» της ευσέβειάς μας. Πηγαίνει εκεί
που είναι ο άνθρωπος, ακόμη και αν αυτό το μέρος το θεωρούμε ακάθαρτο, ασήμαντο
ή «μακριά» από το ιερό.
Και τότε ακούγεται η πρώτη φράση του δημόσιου
κηρύγματος: «Μετανοείτε· ήγγικεν γαρ η βασιλεία των ουρανών». Η μετάνοια στους
Πατέρες δεν είναι απλή λύπη ή ενοχή. Είναι αλλαγή νου, αλλαγή κατεύθυνσης,
επιστροφή από τον εαυτό μας στον Θεό. Είναι γεγονός θεραπείας: ο άνθρωπος
βγαίνει από το κλειστό δωμάτιο της αυτοαναφοράς και ανοίγεται στον Ζώντα Θεό.
Γι’ αυτό και η βασιλεία «πλησιάζει»: δεν είναι υπόσχεση μελλοντικής ανταμοιβής,
αλλά παρουσία που φανερώνεται και ενεργεί όπου ο άνθρωπος συγκατατίθεται στην
μεταμόρφωση του νου, τον φωτισμό της καρδιάς και σε ζωή κατά Χριστόν.
Αν τα Θεοφάνεια είναι η φανέρωση της Αγίας Τριάδος
και η αγιαστική κάθοδος του Χριστού στα ύδατα, η Κυριακή μετά τα Θεοφάνεια μάς
δείχνει το άμεσο αποτέλεσμα: το Φως βγαίνει στον δημόσιο χώρο. Η πίστη δεν
εξαντλείται σε μια ιδιωτική συγκίνηση ή σε ένα έθιμο· γίνεται δρόμος ζωής. Η
Εκκλησία μάς καλεί σήμερα να εξετάσουμε αν ακόμη “καθόμαστε στο σκοτάδι”: σε
σχέσεις που συντηρούν πίκρα και θυμό, σε συνήθειες που βαραίνουν την καρδιά, σε
μια καθημερινότητα που ξεχνά την μετάνοια, την προσευχή και την ευχαριστία. Κι
όμως, το Ευαγγέλιο μάς βεβαιώνει ότι το Φως ήδη ανέτειλε. Η αρχή της σωτηρίας
δεν είναι η ηθική τελειότητά μας, αλλά το ότι Εκείνος έρχεται, μας συναντά όπως
είμαστε, και κάνει κατοικία Του τον τόπο της ταραχής μας—«παρά την θάλασσαν».
Ας κρατήσουμε, λοιπόν, την καρδιά του ευαγγελικού
μηνύματος: μετάνοια και ελπίδα. Μετάνοια ως θεραπευτική στροφή του ανθρώπου
προς τον Θεό, και ελπίδα γιατί η βασιλεία δεν είναι μια ωραία ιδέα ή ένα
μακρινό όνειρο, αλλά η παρουσία και η έλευση του Χριστού μέσα στον χρόνο και
την καθημερινή μας ζωή. Το Φως δεν διαλύει το σκοτάδι με θόρυβο, αλλά με
σιωπηλή δύναμη παρουσίας. Και μας καλεί να γίνουμε κι εμείς, στην οικογένεια,
στην δουλειά, στην γειτονιά, μικρές “Καπερναούμ”: τόποι όπου ο Χριστός
φανερώνεται, παρηγορεί και φωτίζει.
***
Sunday after
Theophany (Matt. 4:12–17)
The passage
Matthew 4:12–17 takes us immediately after Theophany: Christ, having been
revealed in the Jordan, begins His public preaching not from the “center,”
Jerusalem, but from Galilee. The Evangelist notes that as soon as Jesus learned
of John’s arrest, He departed and went to Galilee. This is not fear, but a
manifestation of divine economy: the Forerunner completes his ministry and, in
a manner of speaking, hands the baton to the Messiah. The Fathers emphasize
that Christ does not act with a spirit of confrontation, or does He drive
events into premature conflict; rather, He reveals the divine plan and acts at
the appropriate time, in order to teach us discernment: courage without
recklessness, witness without showiness.
The move to
Capernaum, “by the sea,” and the reference to Isaiah (“Land of Zebulun and land
of Naphtali… the people who sat in darkness have seen a great light”) show that
salvation begins where many think there is spiritual poverty and confusion. The
Fathers read the “darkness” as a state of distance from God, a condition of
ignorance, but also of sin that weighs upon the human person like a shadow of
death. The “great light” is not an idea or a moral program; it is a Person.
Christ does not merely offer teaching, but His very presence, which reveals who
God is and what the human person can become.
It matters that
the Gospel speaks of “Galilee of the Gentiles.” Galilee was a place where
peoples and cultures met. The Church saw in this a foreshadowing of the
universality of the Gospel: Christ comes for every human being, and indeed He
begins from the margins. This movement of Christ shatters religious
self-confidence: God is not confined to our forms; He is not bound by the
“borders” of our piety. He goes where the human person is, even if we consider
that place impure, insignificant, or “far” from the sacred.
And then the
first sentence of the public preaching is heard: “Repent; for the kingdom of
heaven is at hand.” Repentance, in the Fathers, is not simple sorrow or guilt.
It is a change of mind, a change of direction, a return from ourselves to God.
It is an event of healing: the human person comes out of the closed room of
self-reference and opens to the Living God. That is why the kingdom “draws
near”: it is not a promise of a future reward, but a presence that is revealed
and acts wherever a person consents to the transformation of the mind, the
illumination of the heart, and a life according to Christ.
If Theophany is
the manifestation of the Holy Trinity and Christ’s sanctifying descent into the
waters, the Sunday after Theophany shows us the immediate result: the Light
goes out into the public sphere. Faith is not exhausted in a private emotion or
in a custom; it becomes a way of life. Today the Church calls us to examine
whether we still “sit in darkness”: in relationships that preserve bitterness
and anger, in habits that weigh down the heart, in a daily life that forgets
repentance, prayer, and thanksgiving. And yet, the Gospel assures us that the
Light has already dawned. The beginning of salvation is not our moral
perfection, but that He comes, meets us as we are, and makes His dwelling the
place of our turmoil—“by the sea.”
Let us
therefore hold fast to the heart of the Gospel message: repentance and hope.
Repentance as the healing turning of the human person toward God, and hope
because the kingdom is not a beautiful idea or a distant dream, but the
presence and coming of Christ within time and within our daily life. The Light
does not dissolve darkness with noise, but with the quiet power of presence.
And it calls us to become, in the family, at work, in the neighborhood, small
“Capernaums”: places where Christ is revealed, consoles, and illumines.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου