Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Κυριακή της Ορθοδοξίας - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Κυριακή της Ορθοδοξίας (Ιωάννης 1:44-52)

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής της Ορθοδοξίας, (Ιωάννης 1:44-52), συναντιούνται η αναζήτηση του Μεσσία, η προσωπική κλήση και η ομολογία της πίστεως. Δεν είναι τυχαίο: η ημέρα αυτή δεν είναι απλώς μια «ιστορική επέτειος» για την αναστήλωση των Εικόνων, αλλά πανηγύρι της αληθινής πίστεως, της φανερώσεως του Θεού μέσα στην ιστορία και της σωτηρίας του ανθρώπου ως όλου—ψυχής και σώματος.

Η περικοπή αρχίζει με μια αλυσίδα κλήσεων. Ο Φίλιππος, που έχει ήδη συναντήσει τον Χριστό, βρίσκει τον Ναθαναήλ και του λέει: «Εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν…». Η πίστη στην Εκκλησία γεννιέται μέσα από τέτοια απλή μαρτυρία: «Έλα και δες». Δεν είναι ιδεολογία ούτε θεωρία· είναι συνάντηση. Και ο Ναθαναήλ αντιδρά ανθρώπινα: «ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι;». Η δυσπιστία του δεν είναι κακία· είναι η δυσκολία του ανθρώπου να δεχθεί ότι ο Θεός εργάζεται με τρόπους ταπεινούς, έξω από τα σχήματά μας. Η απάντηση του Φιλίππου είναι καθοριστική: «Ἔρχου καὶ ἴδε». Αυτός είναι ο δρόμος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής: όχι να πείσουμε τον εαυτό μας με λόγια, αλλά να προχωρήσουμε σε δοκιμή ζωής—προσευχή, νηστεία, μετάνοια—για να «δούμε» τον Χριστό.

Όταν ο Ιησούς βλέπει τον Ναθαναήλ, τον αποκαλεί «ἀληθῶς Ἰσραηλίτης, ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστιν». Εδώ φαίνεται ότι ο Χριστός δεν περιμένει πρώτα την τέλεια γνώση μας. Αναγνωρίζει την ευθύτητα της καρδιάς. Η Ορθόδοξη παράδοση επιμένει ότι η αλήθεια δεν είναι απρόσωπη πληροφορία, αλλά καρδιακή καθαρότητα που γίνεται ικανή να δεχθεί το φως. Η Τεσσαρακοστή είναι ακριβώς αυτό: κάθαρση από τον «δόλο», από τη διπλοκαρδία, από την πονηρή χρήση του νου, ώστε να ανοίξει ο άνθρωπος τους οφθαλμούς της ψυχής του στην όραση του Θεού.

Ο Ναθαναήλ ρωτά: «πόθεν με γινώσκεις;» Και ο Χριστός αποκαλύπτει: «πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι… εἶδόν σε». Δεν πρόκειται για προσπάθεια εντυπωσιασμού, αλλά για θεϊκή γνώση που αγγίζει το βάθος του προσώπου. Ο Θεός γνωρίζει τον άνθρωπο πριν ακόμη ο άνθρωπος Τον ζητήσει. Αυτή η εμπειρία γεννά την ομολογία: «Ῥαββί, σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ…». Η ομολογία αυτή είναι «Ορθοδοξία» με την πιο ζωντανή έννοια: σωστή λατρεία προς τον Θεό, σωστή θεώρηση για το ποιος είναι ο Χριστός.

Και τότε ο Κύριος οδηγεί ακόμη βαθύτερα: «ἀπ᾽ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου». Εδώ παραπέμπει στην κλίμακα του Ιακώβ, όμως τώρα η «κλίμακα» είναι ο ίδιος ο Χριστός. Εκείνος ενώνει ουρανό και γη, Θεό και άνθρωπο. Αυτή είναι η θεμελιακή αλήθεια που υπερασπίστηκε η Εκκλησία στον αγώνα για τις Εικόνες: επειδή ο Υιός του Θεού έγινε αληθινός άνθρωπος, μπορεί να εικονιστεί. Η τιμή προς την εικόνα δεν απευθύνεται προς το ξύλο και τα χρώματα, αλλά αποδίδεται στο εικονιζόμενο Πρόσωπο. Η εικόνα είναι ομολογία της Ενανθρωπήσεως: ότι ο Θεός έγινε ορατός, απτός, ιστορικός—και άρα η ύλη μπορεί να γίνει φορέας χάριτος.

Γι’ αυτό η Κυριακή της Ορθοδοξίας δεν είναι «νίκη μιας παράταξης». Είναι χαρά ότι η Εκκλησία κρατά ακέραιο το Ευαγγέλιο της σωτηρίας: ο Χριστός δεν είναι ιδέα, αλλά Πρόσωπο· δεν μας σώζει με από μακριά εντολές, αλλά με την παρουσία Του. Και οι εικόνες, μαζί με τη λατρεία, τα μυστήρια και τον ασκητικό αγώνα, μας παιδαγωγούν στο «έλα και δες». Μας καλούν να περάσουμε από την προκατάληψη στην εμπειρία, από την αμφιβολία στην ομολογία, από τη σύγχυση στη θέα του «ανοιγμένου ουρανού».

Στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, η Εκκλησία μάς ζητά να καθαρίσουμε τις αισθήσεις, για να τιμούμε σωστά και να βλέπουμε αληθινά. Τότε η τιμή των Εικόνων γίνεται και τιμή του ανθρώπου, που πλάστηκε «κατ’ εικόνα» Θεού και καλείται να λάμψει από τη χάρη. Και η ομολογία του Ναθαναήλ γίνεται και δική μας: να αναγνωρίσουμε τον Χριστό ως Κύριο της ζωής μας, και να Τον ακολουθήσουμε σε μια πορεία όπου ο ουρανός έχει ανοίξει ήδη από τώρα—μέσα στην Εκκλησία.

***

Sunday of Orthodoxy (John 1:44–52)

In the Gospel reading for the Sunday of Orthodoxy (John 1:44–52), the search for the Messiah, a personal calling, and the confession of faith come together. This is no coincidence: this day is not simply a “historical anniversary” of the Restoration of the Icons, but a feast of the true faith, of God’s manifestation within history, and of the salvation of the human person as a whole—soul and body.

The passage begins with a chain of callings. Philip, who has already encountered Christ, finds Nathanael and tells him, “We have found Jesus…”. Faith in the Church is born through such simple witness: “Come and see.” It is not an ideology or a theory; it is an encounter. And Nathanael reacts in a very human way: “Can anything good come out of Nazareth?” His skepticism is not malice; it is the human difficulty of accepting that God works in humble ways, outside our expectations. Philip’s answer is decisive: “Come and see.” This is the path of Great Lent: not to persuade ourselves with words, but to move forward into a lived testing of life—prayer, fasting, repentance—so that we may “see” Christ.

When Jesus sees Nathanael, He calls him “truly an Israelite in whom there is no deceit.” Here we see that Christ does not first demand perfect knowledge from us. He recognizes the uprightness of the heart. The Orthodox tradition insists that truth is not impersonal information, but purity of heart that becomes able to receive the light. Lent is precisely this: cleansing from “deceit,” from divided-heartedness, from the crafty misuse of the mind, so that a person may open the eyes of the soul to the vision of God.

Nathanael asks, “How do you know me?” And Christ reveals, “Before Philip called you… I saw you.” This is not an attempt to impress, but divine knowledge that touches the depth of the person. God knows the human being even before the human being seeks Him. This experience gives rise to confession: “Rabbi, You are the Son of God…”. This confession is “Orthodoxy” in the most living sense: right glory given to God, right understanding of who Christ is.

Then the Lord leads even deeper: “You will see heaven opened, and the angels… ascending and descending upon the Son of Man.” Here He alludes to Jacob’s ladder, yet now the “ladder” is Christ Himself. He unites heaven and earth, God and man. This is the foundational truth the Church defended in the struggle for the Icons: because the Son of God became truly human, He can be depicted. Honor given to the icon is not directed to wood and colors, but is offered to the Person portrayed. The icon is a confession of the Incarnation: that God became visible, tangible, historical—and therefore matter can become a bearer of grace.

For this reason, the Sunday of Orthodoxy is not “the victory of one faction.” It is the joy that the Church keeps intact the Gospel of salvation: Christ is not an idea, but a Person; He does not save us by commands from afar, but by His presence. And icons, together with worship, the mysteries (sacraments), and the ascetic struggle, train us in “come and see.” They call us to pass from prejudice to experience, from doubt to confession, from confusion to the sight of “heaven opened.”

In Great Lent, the Church asks us to purify our senses, so that we may honor rightly and see truly. Then the honor given to the Icons becomes also honor given to the human person, who was created “in the image” of God and is called to shine by grace. And Nathanael’s confession becomes our own: to recognize Christ as the Lord of our life, and to follow Him on a path where heaven has already been opened—even now—within the Church.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: