Η Κυριακή του Ασώτου Υιού (Λουκ. 15:11–32)
Μητροπολίτης
Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Η δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου, η Κυριακή του
Ασώτου Υιού, φέρνει στο κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής μία από τις πιο
συγκλονιστικές παραβολές του Κυρίου (Λουκ. 15:11–32). Η Εκκλησία την τοποθετεί
στο κατώφλι της Μεγάλης Τεσσαρακοστής για να φανερώσει ότι η νηστεία και ο
αγώνας δεν είναι κυρίως επίδοση και προσπάθεια αυτοτελειώσεως, αλλά πορεία
επιστροφής: από την αποξένωση στην κοινωνία, από την αυτάρκεια στη μετάνοια,
από την πείνα της ψυχής στο εορταστικό τραπέζι του Πατέρα.
Ο νεώτερος υιός ζητεί το «ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας» και αποδημεί «εἰς χώραν μακράν». Στην Ορθόδοξη ερμηνευτική παράδοση, η «χώρα μακράν» δεν είναι απλώς ένας τόπος, αλλά κατάσταση: ο χωρισμός του ανθρώπου από τον Θεό, η απώλεια της μνήμης Του, η διάσπαση της καρδιάς. Το αμάρτημα εδώ δεν παρουσιάζεται πρώτα ως παραβίαση κανόνα, αλλά ως κίνηση αυτονομίας: «θα ζήσω χωρίς τον Πατέρα». Η περιουσία που σπαταλιέται είναι τα χαρίσματα και η ζωή που δόθηκαν «δωρεάν», και που ο άνθρωπος τα μετατρέπει σε ιδιοκτησία, χωρίς ευχαριστία.
Η «πείνα» που ακολουθεί είναι αποκαλυπτική. Η
αμαρτία υπόσχεται ελευθερία, αλλά γεννά δουλεία· υπόσχεται πληρότητα, αλλά
αφήνει κενό. Ο άσωτος καταλήγει να βόσκει χοίρους, εικόνα ταπεινώσεως και
ακαθαρσίας για την βιβλική συνείδηση: ο άνθρωπος που πλάστηκε για κοινωνία με
τον Θεό, μειώνεται σε ύπαρξη που ζητεί τροφή από τα «κεράτια». Έτσι η Εκκλησία
μάς διδάσκει ότι ο πραγματικός πλούτος δεν είναι η εγωϊστική αυτάρκεια, αλλά η
υιοθεσία: να ζούμε ως παιδιά του Επουράνιου Πατέρα, όχι ως μισθωτοί.
Η φράση «εις εαυτόν δε ελθών» είναι το κλειδί της
ερμηνείας. Η μετάνοια δεν είναι απλώς ενοχή, αλλά αφύπνιση, επιστροφή του νου
στην αλήθεια. Ο άσωτος θυμάται τον οίκο του Πατέρα και ομολογεί: «ἥμαρτον». Η
ομολογία του είναι ρεαλιστική: αναγνωρίζει ότι έχασε την υιοθεσία («οὐκέτι εἰμὶ
ἄξιος κληθῆναι υἱός σου») και ζητεί να γίνει «ὡς ἕνα τῶν μισθίων». Όμως εδώ
φαίνεται η παιδαγωγία της χάριτος: ο άνθρωπος προσεγγίζει με το μέτρο της
δικαιοσύνης, αλλά ο Θεός απαντά με το μέτρο του ελέους.
Αυτό το σημείο φωτίζει ολόκληρο το Τριώδιο. Η
περίοδος προετοιμάζει τον πιστό να αφήσει την αυτάρκεια του «καλού ανθρώπου»
και να σταθεί με ειλικρίνεια ενώπιον του Θεού. Η μετάνοια που ζητά η Εκκλησία
δεν είναι ψυχολογική καταρράκωση, αλλά κίνηση ελπίδας: «ἀναστὰς πορεύσομαι».
Δεν επιστρέφει επειδή είναι βέβαιος ότι θα ανταμειφθεί, αλλά επειδή δεν
αντέχεται πια η ζωή της αποξενώσεως.
Η παραβολή συγκλονίζει όταν ο Πατέρας «εἶδεν αὐτὸν…
καὶ ἐσπλαγχνίσθη… καὶ κατεφίλησεν αὐτόν». Ο Θεός δεν περιμένει με ψυχρή
δικαιοσύνη, αλλά τρέχει προς τον άνθρωπο. Η επιστροφή του ανθρώπου είναι
αληθινή, αλλά προηγείται το έλεος που τον περιμένει και τον σηκώνει. Στην
εικόνα του «ενδύματος», του «δακτυλίου» και των «υποδημάτων» φανερώνεται η
αποκατάσταση της υιοθεσίας: η χάρη δεν δίνει απλώς συγχώρηση, αλλά επαναφέρει
την τιμή, την σχέση, την κληρονομία. Ο «σιτευτός μόσχος» και το πανηγύρι
δείχνουν το μυστήριο της Εκκλησίας: η χαρά της σωτηρίας, η ευχαριστιακή
τράπεζα, η εορτή του μετανοημένου ανθρώπου.
Γι’ αυτό η Κυριακή του Ασώτου δεν είναι «ηθικό
μάθημα», αλλά αγαθή αγγελία: ο Πατέρας δεν παραιτείται από το παιδί Του. Η
Εκκλησία, καθώς πλησιάζει στην Μεγάλη Τεσσαρακοστή, μας υπενθυμίζει ότι ο
σκοπός της νηστείας δεν είναι να αποδείξουμε την αξία μας, αλλά να ανοίξουμε
χώρο στην καρδιά μας για την χάρη που ανακαινίζει.
Η παραβολή δεν τελειώνει με τον άσωτο, αλλά με τον
πρεσβύτερο υιό. Εκείνος είναι «ἐν ἀγρῷ», εργάζεται, φαίνεται πιστός· όμως η
καρδιά του δεν χαίρεται για τη σωτηρία του αδελφού. Ο λόγος του αποκαλύπτει μια
πνευματική ασθένεια: βλέπει την σχέση με τον πατέρα ως μισθωτή υπηρεσία («τοσαῦτα
ἔτη δουλεύω»), όχι ως υιοθεσία. Έτσι το Τριώδιο προειδοποιεί για ένα άλλο είδος
απώλειας: να μένει κανείς «στο σπίτι» εξωτερικά, αλλά να ζει χωρίς έλεος, χωρίς
χαρά για τον άλλον, χωρίς ευχαριστία.
Ο Πατέρας, όμως, βγαίνει και προς αυτόν. Η αγάπη
του Θεού δεν περιορίζεται στους «φανερά χαμένους», αλλά θεραπεύει και τον κρυφό
εγωισμό των «καλών». «τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ»· το κάλεσμα είναι να
μετατραπεί η υπακοή σε κοινωνία και η δικαιοσύνη σε αγάπη.
Η Κυριακή του Ασώτου Υιού είναι πρόσκληση να
αρχίσουμε την πορεία προς το Πάσχα με την σωστή αφετηρία: την εμπιστοσύνη στο
έλεος και την αγάπη του Πατέρα. Η μετάνοια δεν είναι επιστροφή σε έναν αυστηρό
δικαστή, αλλά είσοδος σε μια αγκαλιά που αποκαθιστά. Και η άσκηση του Τριωδίου
δεν είναι αυτοδικαίωση, αλλά άνοιγμα της καρδιάς, ώστε να ακουστεί μέσα μας το
«εὐφρανθῶμεν»: διότι «οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν
καὶ εὑρέθη».
***
The Sunday of
the Prodigal Son (Luke 15:11–32)
The second
Sunday of the Triodion, the Sunday of the Prodigal Son, brings to the center of
ecclesial life one of the Lord’s most stirring parables (Luke 15:11–32). The
Church places it at the threshold of Great Lent to reveal that fasting and
spiritual struggle are not primarily a matter of performance or
self-perfection, but a journey of return: from alienation to communion, from
self-sufficiency to repentance, from the soul’s hunger to the Father’s festive
table.
The younger son
asks for the “portion of goods that falls to me” and departs “into a far
country.” In the Orthodox interpretive tradition, the “far country” is not
simply a place, but a condition: the human person’s separation from God, the
loss of remembrance of Him, and the heart’s fragmentation. Sin here is not
presented first as the breaking of a rule, but as a movement of autonomy: “I
will live without the Father.” The property that is squandered is the gifts and
life given “freely,” which a person turns into private possession, without
thanksgiving.
The “famine”
that follows is revealing. Sin promises freedom, yet produces slavery; it
promises fullness, yet leaves emptiness. The prodigal ends up feeding swine—an
image of humiliation and impurity for biblical consciousness: the human being
fashioned for communion with God is reduced to an existence that seeks food
from the “pods.” In this way the Church teaches that true wealth is not selfish
self-sufficiency, but sonship: to live as children of the Heavenly Father, not
as hired servants.
The phrase “he
came to himself” is decisive. Repentance is not merely guilt, but awakening—
the return of the mind to truth. The prodigal remembers the Father’s house and
confesses: “I have sinned.” His confession is realistic: he acknowledges that
he has lost his sonship (“I am no longer worthy to be called your son”) and
asks to become “as one of your hired servants.” Yet here the pedagogy of grace
is shown: the human person approaches with the measure of justice, but God
responds with the measure of mercy.
This point
illumines the whole Triodion. This season prepares the faithful to leave behind
the self-sufficiency of the “good person” and to stand with sincerity before
God. The repentance the Church asks is not psychological collapse, but a
movement of hope: “I will arise and go.” He returns not because he is certain
he will be rewarded, but because life in alienation can no longer be endured.
The parable
becomes especially moving when the Father “saw him… and had compassion… and
kissed him.” God does not wait with cold justice, but runs toward the human
person. The return of the human being is real, yet mercy precedes him—mercy
that awaits him and raises him up. In the image of the “robe,” the “ring,” and
the “sandals,” the restoration of sonship is revealed: grace does not merely
grant forgiveness, but gives back honor, relationship, and inheritance. The
“fatted calf” and the celebration point to the mystery of the Church: the joy
of salvation, the Eucharistic table, the feast of the repentant human person.
For this
reason, the Sunday of the Prodigal Son is not a “moral lesson,” but good news:
the Father does not abandon His child. As Great Lent draws near, the Church
reminds us that the goal of fasting is not to prove our worth, but to open
space in the heart for the grace that renews.
The parable
does not end with the prodigal, but with the elder son. He is “in the field,”
he works, he appears faithful; yet his heart does not rejoice in the salvation
of his brother. His words reveal a spiritual sickness: he views his
relationship with the father as hired service (“these many years I have served
you”), not as sonship. Thus the Triodion warns of another kind of loss:
remaining “in the house” outwardly, yet living without mercy, without joy for
the other, without thanksgiving.
Yet the Father
goes out to him as well. God’s love is not limited to the “openly lost,” but
also heals the hidden egoism of the “good.” “Son, you are always with me”; the
call is for obedience to become communion, and for justice to become love.
The Sunday of
the Prodigal Son is an invitation to begin the journey to Pascha from the right
starting point: trust in the Father’s mercy and love. Repentance is not a
return to a harsh judge, but an entrance into an embrace that restores. And the
ascetic labor of the Triodion is not self-justification, but the opening of the
heart, so that the “let us rejoice” may be heard within us: for “this my son
was dead and is alive again; he was lost and is found.”

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου