ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
Αποστολικό Ανάγνωσμα Α´ Κορ. 6, 12-20
Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκά ιε´
11-32
|
Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν
ταύτην· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. |
Τους είπε επίσης ο Ιησούς:
«Κάποιος άνθρωπος είχε δύο γιους. |
|
Καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ,
δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας.
Καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. |
Ο μικρότερος απ’ αυτούς είπε
στον πατέρα του: “πατέρα, δώσε μου το μερίδιο της περιουσίας που μου
αναλογεί”· κι εκείνος τους μοίρασε την περιουσία. |
|
Καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας
συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ
διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. |
Ύστερα από λίγες μέρες ο
μικρότερος γιος τα μάζεψε όλα κι έφυγε σε χώρα μακρινή. Εκεί σκόρπισε την
περιουσία του κάνοντας άσωτη ζωή. |
|
Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. |
Όταν τα ξόδεψε όλα, έτυχε να
πέσει μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη, και άρχισε κι αυτός να στερείται. |
|
Καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν
πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν
χοίρους. |
Πήγε λοιπόν κι έγινε εργάτης
σε έναν από τους πολίτες εκείνης της χώρας, ο οποίος τον έστειλε στα χωράφια
του να βόσκει χοίρους. |
|
Καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν
κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. |
Έφτασε στο σημείο να θέλει
να χορτάσει με τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, αλλά κανένας δεν του
έδινε. |
|
Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε·
πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! |
Τελικά συνήλθε και είπε:
“πόσοι εργάτες του πατέρα μου έχουν περίσσιο ψωμί, κι εγώ εδώ πεθαίνω της
πείνας! |
|
᾿Αναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. |
Θα σηκωθώ και θα πάω στον
πατέρα μου και θα του πω: πατέρα, αμάρτησα στο Θεό και σ’ εσένα· δεν είμαι άξιος πια να λέγομαι γιος σου·
κάνε με σαν έναν από τους εργάτες σου”. |
|
Καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν
πατέρα αὐτοῦ. ῎Ετι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος
εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν
τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. |
Σηκώθηκε, λοιπόν, και
ξεκίνησε να πάει στον πατέρα του. »Ενώ ήταν ακόμη μακριά, τον
είδε ο πατέρας του, τον σπλαχνίστηκε, έτρεξε, τον αγκάλιασε σφιχτά και τον
καταφιλούσε. |
|
Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον
εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. |
Τότε ο γιος του τού είπε:
“πατέρα, αμάρτησα στο Θεό και σ’ εσένα και δεν αξίζω να λέγομαι παιδί σου”. |
|
Εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς
δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε
δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, |
Ο πατέρας όμως γύρισε στους
δούλους του και τους διέταξε: “βγάλτε γρήγορα την καλύτερη στολή και ντύστε
τον· φορέστε του δαχτυλίδι στο χέρι και δώστε του υποδήματα. |
|
καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν
σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, |
Φέρτε το σιτευτό μοσχάρι και
σφάξτε το να φάμε και να ευφρανθούμε, |
|
ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν
καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. Καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. |
γιατί αυτός ο γιος μου ήταν
νεκρός και αναστήθηκε, ήταν χαμένος και βρέθηκε”. Έτσι άρχισαν να
ευφραίνονται. |
|
῏Ην δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, |
»Ο μεγαλύτερος γιος του
βρισκόταν στο χωράφι· και καθώς ερχόταν και πλησίαζε στο σπίτι, άκουσε
μουσικές και χορούς. |
|
καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν
παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. |
Φώναξε, λοιπόν, έναν από
τους υπηρέτες και ρώτησε να μάθει τι συμβαίνει. |
|
῾Ο δὲ εἶπεν αὐτῷ· ὅτι ὁ ἀδελφός
σου ἥκει, καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν
ἀπέλαβεν. |
Εκείνος του είπε: “γύρισε ο
αδερφός σου, κι ο πατέρας σου έσφαξε το σιτευτό μοσχάρι, γιατί του ήρθε πίσω
γερός”. |
|
᾿Ωργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν.
῾Ο οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. |
Αυτός τότε θύμωσε και δεν
ήθελε να μπει μέσα. Ο πατέρας του βγήκε και τον παρακαλούσε, |
|
῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ
πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ
οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· |
εκείνος όμως του αποκρίθηκε:
“εγώ τόσα χρόνια σού δουλεύω και ποτέ δεν παράκουσα καμιά εντολή σου· κι όμως
σ’ εμένα δεν έδωσες ποτέ ένα κατσίκι για να ευφρανθώ με τους φίλους μου. |
|
ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ
καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν
σιτευτόν. |
Όταν όμως ήρθε αυτός ο γιος
σου, που κατασπατάλησε την περιουσία σου με πόρνες, έσφαξες για χάρη του το
σιτευτό μοσχάρι”. |
|
῾Ο δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ
πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· |
Κι ο πατέρας του τού
απάντησε: “παιδί μου, εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου κι ό,τι είναι δικό μου είναι
και δικό σου. |
|
εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει,
ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. |
Έπρεπε όμως να ευφρανθούμε
και να χαρούμε, γιατί ο αδερφός σου αυτός ήταν νεκρός κι αναστήθηκε, ήταν
χαμένος και βρέθηκε”». |
|
Ὅτε κατῆλθες πρὸς τὸν θάνατον, ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατος, |
Όταν κατέβηκες στον θάνατο,
εσύ που είσαι η αθάνατη Ζωή, |
|
τότε τὸν ᾅδην ἐνέκρωσας τῇ ἀστραπῇ
τῆς θεότητος, |
τότε τον Άδη νέκρωσες με την
αστραπή της Θεότητάς σου. |
|
ὅτε δὲ καὶ τοὺς τεθνεῶτας ἐκ
τῶν καταχθονίων ἀνέστησας, |
Και όταν ανέστησες τους
νεκρούς από τα καταχθόνια, |
|
πᾶσαι αἱ Δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων
ἐκραύγαζον, |
όλες οι Επουράνιες Δυνάμεις
κραύγαζαν: |
|
Ζωοδότα Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν δόξα
σοι. |
Χριστέ, Θεέ μας, που δίνεις
τη ζωή, δόξα σ’ εσένα. |
Ἦχος α'
|
Χαῖρε κεχαριτωμένη Θεοτόκε
Παρθένε, ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν,
φωτίζων τοὺς ἐν σκότει. |
Χαίρε, κεχαριτωμένη Θεοτόκε
Παρθένε· γιατί από εσένα ανέτειλε ο Ήλιος της δικαιοσύνης, ο Χριστός ο Θεός
μας, που φωτίζει όσους βρίσκονται στο σκοτάδι. |
|
Εὐφραίνου καὶ σὺ Πρεσβύτα δίκαιε,
δεξάμενος ἐν ἀγκάλαις τὸν ἐλευθερωτὴν τῶν ψυχῶν ἡμῶν, χαριζόμενος ἡμῖν καὶ τὴν
Ἀνάστασιν. |
Να χαίρεσαι κι εσύ, δίκαιε
πρεσβύτη, που κράτησες στην αγκαλιά σου τον λυτρωτή των ψυχών μας, ο οποίος
μας χαρίζει και την Ανάσταση. |
Κοντάκιον Ἦχος
α'
|
Ὁ μήτραν παρθενικὴν ἁγιάσας τῷ τόκῳ σου, |
Εσύ που αγίασες την
παρθενική μήτρα με τη γέννησή σου |
|
καὶ χεῖρας τοῦ Συμεὼν εὐλογήσας
ὡς ἔπρεπε, |
και ευλόγησες, όπως άρμοζε,
τα χέρια του Συμεών,. |
|
προφθάσας καὶ νῦν ἔσωσας ἡμᾶς
Χριστὲ ὁ Θεός. |
προφθάνοντας και τώρα έσωσες
εμάς, Χριστέ ο Θεός. |
|
Ἀλλ' εἰρήνευσον ἐν πολέμοις
τὸ πολίτευμα, καὶ κραταίωσον Βασιλεῖς οὓς ἠγάπησας, |
Αλλά ειρήνευσε το πολίτευμα
μέσα στους πολέμους |
|
ὁ μόνος φιλάνθρωπος |
εσύ ο μόνος φιλάνθρωπος. |
ΜΕ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΑΠΌ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΣΕΡΒΙΩΝ ΚΑΙ ΚΟΖΑΝΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟ
από την Ιερά Μητρόπολη Κισάμου και Σελίνου ΕΔΩ



.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου