Ούτοι οι Όσιοι Αββάδες συναθροισθέντες από διαφόρους τόπους, ησύχαζαν μέσα εις το Μοναστήριον του Αγίου Σάββα, δουλεύοντες τον Θεόν με ενάρετον πολιτείαν, και με πολλήν κακουχίαν και άσκησιν. Αλλ’ ο φθονερός και μισόκαλος Διάβολος, ο πάντοτε φθονών τους εναρέτους, εκίνησε κατά των Οσίων τούτων τους αθέους Αιθίοπας, τους καλουμένους Μαύρους ή Μώρους, οι οποίοι ελπίζοντες, ότι θέλουν εύρουν άσπρα και πλούτον, επήγαν εις το Μοναστήριον του Αγίου Σάββα. Επειδή δε ερευνήσαντες, δεν ευρήκαν άσπρα να πάρουν, καθώς ήλπιζαν, δια τούτο έχυσαν τον θυμόν τους οι αιμοβόροι κατ’ επάνω των εκείσε Αγίων Πατέρων. Και άλλους μεν από αυτούς απεκεφάλισαν. Άλλους δε κατέκοψαν εις λεπτά. Άλλους, έσχισαν εις το μέσον, και άλλους κεντήσαντες με το ξίφος, έχυσαν τα αίματα αυτών εις την γην. Οι δε Όσιοι ευχαριστούντες, παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού, και απέλαβον την αιώνιον και μακαρίαν ζωήν της Βασιλείας των Ουρανών, δια την οποίαν υπέμειναν, και τους προτέρους αγώνας της ασκήσεως, και τα υστερινά βάσανα της αθλήσεως.
Περί των Αββάδων τούτων των φονευθέντων γράφει ο
Δοσίθεος, σελ. 535 της Δωδεκαβίβλου, ότι ήτον εις τον αριθμόν τεσσαράκοντα
τέσσαρες. Αφ’ ου δε ούτοι εφονεύθησαν υπό των βαρβάρων, αφέθησαν τα σώματά των
άταφα, εδώ και εκεί ερριμμένα. Τα οποία βλέπωντας ο Αββάς Νικομήδης,
ενεβριμήσατο και ετάραξεν εαυτόν, και είπε το του Ησαΐου εκείνο· «Άνδρες
δίκαιοι αίρονται, και ουδείς κατανοεί. Από γαρ προσώπου αδικίας ήρται ο
δίκαιος· έσται εν ειρήνη η ταφή αυτού· ήρται εκ μέσου» (Ησ. ν’ [= νζ’, 1]). Και
πάλιν εβόησε τα του Σολομώντος· «Οι δε εισιν εν ειρήνη· και γαρ εν όψει
ανθρώπων εάν κολασθώσιν, η ελπίς αυτών αθανασίας πλήρης· και ολίγα
παιδευθέντες, μεγάλα ευεργετηθήσονται· ότι ο Θεός επείρασεν αυτούς, και εύρεν
αυτούς αξίους εαυτού» (Σοφ. γ’, 3). Ήλθε δε και ο τότε Ιεροσολύμων Μόδεστος και
αυτός αγιώτατος ων Αββάς, και ως είδεν έρημα τα κελλία όλα, δεν εδύνετο να
κρατήση τα δάκρυα. Έδραμε δε και κατησπάζετο τα ιερώτατα λείψανα των Οσίων
Πατέρων.
Γράφει δε περί αυτών και ο Όσιος Αντίοχος ο
Παλαιστινός, προς Ευστάθιον ηγούμενον Μονής της Ατταλικής. Η δε Βίβλος αυτού
ούτως επιγράφεται, Πανδέκτη Βίβλος, έχουσα κεφάλαια διάφορα εκατόν τριάκοντα,
του Μοναχού Αντιόχου της Λαύρας του Αγίου Σάββα. Ταύτης γαρ είχε τότε αυτός την
επιστασίαν. (Λαύρας δε ονομάζουσιν οι ημέτεροι, τα μεγάλα και πολυάνθρωπα
Μοναστήρια μεταφορικώς, από της Λαύρας, ήτοι της ενδομύχου καύσεως, ή από του
λίαν αύρας έχειν, ήτοι πολλάς πνοάς, δια τους εν αυτοίς πολλούς ανθρώπους. Ο δε
Βαρίνος την Λαύραν ετυμολογεί, από του λαόν ρέειν δι’ αυτής.) Ούτος λέγω γράφει
περί των Πατέρων τούτων, ότι προ οκτώ ημερών της αλώσεως των Ιεροσολύμων,
έπαθον τα δεινά μαρτύρια από τους βαρβάρους κατά τους χρόνους Ηρακλείου του
βασιλέως εν έτει 610. Δεν ηξεύρει δε, πώς να ονομάση τους φονευθέντας ο
Αντίοχος, λέγων· «Απορώ πότερον χρη αυτούς ονομάσαι, Αγγέλους ή ανθρώπους; Εξ
απαλών γαρ ονύχων έλαβον τον γλυκύν ζυγόν του Κυρίου. Και οι πλείονες ήτον
πλήρεις ημερών, ταπεινοί, πράοι, τίμιοι, άμεμπτοι, ευλαβείς, αλλότριοι πάσης
κακουργίας και μέμψεως. Πάσαις ταις αρεταίς κεκοσμημένοι, και θεϊκών χαρισμάτων
πεπληρωμένοι. Τινές δε ήτον υπέρ τα εκατόν έτη. Δεν εξήρχοντο από την Λαύραν,
ούτε εις το κάστρον (των Ιεροσολύμων) απήρχοντο. Όντως ουράνιοι άνθρωποι, και
επίγειοι Άγγελοι. Ισμαηλίται δε ήτον οι αυτούς φονεύσαντες. Όταν δε επλησίασαν
εις την Λαύραν, τινές μεν Μοναχοί, έφυγον, τινές δε, έμειναν· όσοι δηλαδή ήτον
δυνατώτεροι και νεώτεροι». Άλλοι δε φαίνονται να ήναι ούτοι από τους
εορταζομένους κατά την δεκάτην έκτην του Μαΐου.
Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου