Ούτος ο Όσιος Γεράσιμος ήτον κατά τους χρόνους Κωνσταντίνου του βασιλέως, του καλουμένου Πωγωνάτου, εν έτει χο’ [670], ως λέγει Σωφρόνιος ο Ιεροσολύμων ο τον Βίον του Οσίου τούτου γράψας. Παιδιόθεν δε στοιχειωθείς με τον φόβον του Θεού, και το σχήμα των Μοναχών ενδυθείς, επήγεν εις την βαθυτέραν έρημον της Θηβαΐδος. Εις τόσον δε ύψος αρετών έφθασε, και τόσην οικειότητα έλαβε προς τον Θεόν, διατί εφύλαξε το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν καθαρόν, ώστε οπού, είχεν υποκάτω εις την εξουσίαν του και αυτά τα άγρια θηρία. Διότι ένα λεοντάρι τον υπηρέτει, το οποίον κοντά εις τας άλλας υπηρεσίας, οπού έκαμνε του Οσίου, είχε και το διακόνημα αυτό, το να βόσκη τον γαΐδαρον, οπού έφερνε το νερόν εις τον Όσιον.
Μίαν φοράν δε επέρασαν από εκεί μερικοί πραγματευταί, και βλέποντες τον γαΐδαρον μοναχόν, έκλεψαν αυτόν, το δε λεοντάρι εκοιμάτο και δεν αισθάνθηκεν. Όθεν το βράδυ εγύρισεν εις τον Όσιον χωρίς να έχη μαζί του τον γαΐδαρον κατά την συνήθειαν.Βλέπων δε το λεοντάρι μοναχόν ο υπηρέτης του
Οσίου, έλεγεν εις τον γέροντα, ότι αυτό έφαγε τον γαΐδαρον. Όθεν εκαταδικάσθη
το ταλαίπωρον λεοντάρι, να φορτόνεται επάνω εις τους ώμους του τας στάμνας, και
να φέρνη το νερόν από τον ποταμόν αντί του γαϊδάρου, εις τόσον διάστημα χρόνου,
εις όσον εκρατείτο ο γαΐδαρος από τους ανωτέρω πραγματευτάς. Επειδή δε οι ίδιοι
πραγματευταί έτυχε να περάσουν πάλιν από τον ίδιον εκείνον δρόμον, έχοντες μαζί
των και τον γαΐδαρον, δια τούτο ευθύς οπού είδε το λεοντάρι τον γαΐδαρον,
εγνώρισεν αυτόν. Όθεν ώρμησεν αιφνιδίως εναντίον των πραγματευτών με μεγάλον
βρύχημα, οίτινες φοβηθέντες έφυγον. Έπειτα επίασε με τα οδόντιά του το καπίστρι
του γαϊδάρου και το ετράβιξεν. Τραβίζον δε τον γαΐδαρον, ετράβιζεν ομού και
όλας τας καμήλους, αι οποίαι ήτον δεμέναι εις τον γαΐδαρον, και ούτω τας έφερεν
όλας εις το κελλίον του Οσίου Γερασίμου. Κτυπών δε με την ουράν του την πόρταν
του κελλίου του γέροντος, έκαμνεν ωσάν επίδειξιν, ότι επρόσφερεν αυτάς κυνήγιον
εις τον γέροντα.
Βλέπωντας δε ο γέρων το πράγμα, εχαμογέλασεν
ολίγον, και είπε προς τον μαθητήν του, αδίκως εκατηγορείτο από λόγου μας το
αθώον λεοντάρι, ότι έφαγε τον γαΐδαρον. Λοιπόν τώρα πρέπει να το ελευθερώσωμεν
από τον κόπον της υπηρεσίας, και ας υπάγη να βόσκη εις τους συνειθισμένους του
τόπους. Τότε κλίναν την κεφαλήν του το λεοντάρι, ωσάν να ήτον λογικόν, και
τρόπον τινά αποχαιρετήσαν τον γέροντα, επήγεν εις την ερημίαν. Κάθε δε εβδομάδα
ήρχετο μίαν φοράν, και επροσκύνει τον γέροντα. Αφ’ ου δε ο γέρωντας απέθανεν, ήλθε
πάλιν το λεοντάρι κατά την συνήθειάν του, και εζήτει να προσκυνήση τον γέροντα.
Μη ευρίσκον δε αυτόν, εφαίνετο ότι λυπείται και αγανακτεί. Επειδή δε ο μαθητής
του Οσίου με πολλά σχήματα έδωκεν εις το λεοντάρι να αισθανθή, ότι απέθανεν ο
γέρων, δια τούτο εκείνο εθρήνει με ένα λεπτόν βρύχημα τον θάνατον του γέροντος,
και εφαίνετο ότι εζήτει τον τάφον του. Αφ’ ου δε ο μαθητής του Οσίου έφερε το
λεοντάρι εις τον τάφον του γέροντος, τότε ο λέων έπεσεν επάνω εις αυτόν, και
μεγάλως βρυχήσας, από τον υπερβολικόν πόνον της του γέροντος αγάπης εξέπνευσε.
Με τοιούτον τρόπον δοξάζει ο Θεός τους αυτόν δοξάζοντας. Έτζι κάμνει να
υποτάττωνται τα θηρία εις εκείνους, οπού φυλάττουν καθαρόν το κατ’ εικόνα και
καθ’ ομοίωσιν.
Εν δε τω Ωρολογίω χρονολογείται ούτος, ότι ήτον
επί του βασιλέως Μαρκιανού, εν έτει υν’ [450] βασιλεύσαντος.
Σημείωσαι, ότι ο Όσιος ούτος Γεράσιμος, ως απλούς
και άκακος ηπατήθη από τον Μονοφυσίτην Θεοδόσιον. (Καθώς ηπατήθησαν και ο
Πέτρος, και Μάρκος, ο Ιούλλων, και Σιλβανός οι αναχωρηταί.) Και εδόξαζε
συνουσίωσιν και φυρμόν επί των ασυγχύτων του Χριστού δύω ουσιών τε και φύσεων,
και μόλον οπού έκαμνε θαύματα. Ύστερον δε πηγαίνωντας εις τον Άγιον Ευθύμιον,
ησυχάζοντα τότε εις τον Ρουβάν, ωμίλησε με αυτόν περί πίστεως, και ευρέθη
ηπατημένος. Όθεν εδιωρθώθη υπό των θεορρήτων λόγων του Αγίου Ευθυμίου. Καθώς
και οι ανωτέρω αναχωρηταί υπό του αυτού Αγίου Ευθυμίου εδιωρθώθησαν. (Όρα σελ.
399 της Δωδεκαβίβλου.) Όρα και εις την υποσημείωσιν της μνήμης Ιουστινιανού του
βασιλέως κατά την δευτέραν του Αυγούστου, και εις την δεκάτην του Ιουλίου εν τη
υποσημειώσει του Συναξαρίου των δέκα χιλιάδων των Οσίων. Όρα δε και τον θείον
Χρυσόστομον εν τω προς τον Ιώβ τετάρτω λόγω αυτού, όπου φέρων τα από ακακίας
λεχθέντα λόγια προς τον Θεόν υπό του Ιώβ τολμηρώς, οίον το «Τις δώσει κριτήν
αναμέσον εμού και σου, ίνα γνω πόσαι εισίν αι αμαρτίαι μου, ότι ούτω με
έκρινας», και το «Λαλήσω πικρία ψυχής μου συνεχόμενος, και ερώ προς Κύριον. Μη
με ασεβείν δίδασκε. Και δια τι με ούτως έκρινας;» (Ιώβ ι’ 1). Ταύτα, λέγω, τα
τολμηρά λόγια, και άλλα όμοια αυτοίς, φέρων εις το μέσον, λέγει· «Φοβερόν το
ρήμα, αλλ’ απ’ ακακίας… ούτω και ο Θεός ειδώς ότι ουκ εκ κακίας, αλλ’ εξ
ακακίας φθέγγεται (μαρτυρεί γαρ αυτώ λέγων· “Έτι δε έχεται ακακίας”) δέχεται τα
παρά του Ιώβ, εις κρίσιν καλούμενος παρ’ αυτού». Όθεν επιφέρει ως εκ προσώπου
του Θεού τα λόγια ταύτα ο Χρυσορρήμων· «Επειδή δια την ακακίαν εξήλθες των
μέτρων της φύσεως, συνέγνων σου τη ακεραιότητι. Καν γαρ τις από ακακίας αμάρτη,
ο Θεός διορθούται τα από ακακίας γινόμενα». Διατί δε ανέφερα εδώ τα ειρημένα;
Δια να προσαρμόσωμεν ταύτα και εις τον Όσιον Γεράσιμον τούτον και τους άλλους
αναχωρητάς, και εις τας δέκα χιλιάδας των Οσίων, οίτινες κατά ακακίαν και
άγνοιαν, έπεσαν είς τινα απάδοντα της κοινής δόξης της Εκκλησίας.
Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου