Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Τρία ἰσχυρά ἐμπόδια τῆς χριστιανικῆς ζωῆς - Παναγιώτης Ν. Γκουρβέλος


Τρία ἰσχυρά ἐμπόδια τῆς χριστιανικῆς ζωῆς

Παναγιώτης Ν. Γκουρβέλος

Διανύουμε καί ἐφέτος, μέ τή δύναμη καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ, τήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, πού εἶναι περίοδος μετάνοιας, νηστείας καί προσευχῆς. Ὅμως διερωτῶμαι: γιατί ἐμεῖς οἱ χριστιανοί καί ἐγώ προσωπικά δέν ζοῦμε συνειδητή καί τέλεια («ἁγία») χριστιανική ζωή; Τί εἶναι αὐτό πού μᾶς ἐμποδίζει νά ζοῦμε χριστιανικά;

Ὁ οὐρανοφάντωρ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέει στήν Ἁγία Γραφή πώς μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου διεξάγεται μιά σφοδρή διαμάχη, ἕνας ἀσίγαστος πόλεμος ἀνάμεσα στή θέληση ἤ στό φρόνημα τῆς σαρκός καί στή θέληση ἤ στό φρόνημα τοῦ πνεύματος καί ἡ καθεμιά θέληση ἐπιθυμεῖ, κατά λόγο φυσικό, νά ἐπιβληθεῖ καί νά κυριαρχήσει ἐπί τῆς ἄλλης: ἡ θέληση τῆς αἰσθητικῆς φύσεως, δηλαδή ἡ ἐπιθυμία τῆς ἁμαρτίας, πού προξενεῖ πνευματικό θάνατο, ἀντιστρατεύεται καί μάχεται γιά νά ὑποτάξει τή θέληση τῆς πνευματικῆς φύσεως, δηλαδή τήν ἐπιθυμία τοῦ ἀγαθοῦ καί ἀντίστροφα, ἡ θέληση τοῦ πνεύματος (ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ), πού γεννᾶ ζωή ἀληθινή καί εἰρήνη, παλεύει γιά νά κυριαρχήσει ἐπί τῆς θελήσεως τῆς σαρκός (τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας)(Ρωμ. Ζ΄14 -Η΄17, Ἁγίου Νεκταρίου: «Τό γνῶθι σαυτόν», μέρος Β΄ Ἠθικαί μελέται, κεφ. Δ΄ Περί ἠθικοῦ νόμου, παραγρ. 8 Περί τῆς ἀληθοῦς ἠθικῆς ἐλευθερίας καί περί τῆς κατ’ εἶδος ἤ ψευδοῦς ἠθικῆς ἐλευθερίας, ἐκδόσεις «Ἅγιος Νικόδημος»). Τό ποιός ἀπό τούς δύο αὐτούς ἐντελῶς ἀντίθετους μεταξύ τους νόμους ἤ θελήσεις, τοὐτέστιν ὁ νόμος (τό φρόνημα) τῆς σαρκός ἤ ὁ νόμος (τό φρόνημα) τοῦ πνεύματος τελικά θά ἐπικρατήσει ἐντός μας, ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικά ἀπό τήν ἐλεύθερη βούληση τοῦ καθενός μας!

Αὐτό ἑπομένως πού μᾶς ἐμποδίζει νά ζοῦμε χριστιανικά εἶναι τό σαρκικό φρόνημα, ἡ ἐπιθυμία τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία μᾶς γοητεύει καί μᾶς ἀποπλανᾶ (Ἰακώβου Α΄ 14). Αὐτό τό φρόνημα τῆς σαρκός νομίζω πώς ὑποστασιάζεται καί ἐκφράζεται ὡς ἀτομικισμός, ὡς λογοκρατία καί ὡς ἐγκοσμιοκρατία. Μέ ἄλλα λόγια, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος δέν πιστεύει, δέν ἐμπιστεύεται τόν Θεό-Πατέρα, ἀλλά ἐμπιστεύεται καί θεοποιεῖ τόν ἑαυτό του (τό ἐγώ του), τή λογική του καί τήν παροῦσα φθαρτή καί πρόσκαιρη ζωή.

Βεβαίως αὐτά πού γράφω πρέπει νά διευκρινισθοῦν γιά νά μήν παρεξηγηθοῦν: Δέν εἶναι ἁμαρτία καταδικαστέα ἀπό τήν Ἐκκλησία οὔτε ἡ ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας, οὔτε ἡ λογοκρατία, οὔτε ἡ ἐγκοσμιοκρατία. Εἶναι ὅμως ἁμαρτία καί μάλιστα μεγάλη («πρός θάνατον») ἡ ἀπολυτοποίηση, τοὐτέστιν ἡ θεοποίηση τοῦ ἐγώ μου, τῆς λογικῆς μου καί αὐτῆς τῆς πρόσκαιρης καί θνητῆς ζωῆς!

Α. Ἡ λογική καί ἡ δι’ αὐτῆς ἀποκτωμένη γνώση εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ καί κατά συνέπειαν δέν ἔχει τίποτε τό μεμπτό. Ἡ λογική, φυσική γνώση πολύ μᾶς ἐξυπηρετεῖ καί μᾶς διευκολύνει στήν καθημερινή ζωή. Ὅταν ὅμως ἡ φυσική ἀνθρώπινη γνώση («ἡ ἐπιστήμη») ἀπολυτοποιεῖται καί θεοποιεῖται, μᾶς κάνει ἀλαζόνες καί ὑπερήφανους. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς σημειώνει ὁ θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος ὅτι «ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δέ ἀγάπη οἰκοδομεῖ»(Α΄ Κορινθ. Η΄ 2), δηλαδή ἡ ἀνθρώπινη γνώση φουσκώνει τό μυαλό τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ προκαλεῖ ἔπαρση, ἐνῶ ἡ ἀγάπη, ὄντας ταπεινή, οἰκοδομεῖ καί στηρίζει τόν πλησίον. Τά ἴδια ὑποστηρίζει ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος: ἡ διανοητική γνώση γεννᾶ «ζῆλον πικρόν καί ἐριθείαν ἐν τῇ καρδίᾳ ἡμῶν» (Ἰακώβου Γ΄ 13-18), δηλαδή ἡ κατά κόσμον σοφία πολλές φορές προξενεῖ φανατισμό γεμᾶτο πικρία καί φιλόνεικο φατριασμό στήν καρδιά μας καί μεταξύ μας. Ἀντιπαραθέτει μάλιστα ἐμφαντικά αὐτή τήν ἀνόητη ὑψηλοφροσύνη, τήν ἀλαζονεία, πού πολύ συχνά μᾶς γεννᾶ ἡ ἐγκόσμια σοφία μέ τήν ἄνωθεν σοφία («τήν ἐν Χριστῷ σοφία καί Ἀποκάλυψη καί σωτηρία»), πού μᾶς δωρίζεται ἀπό τόν οὐρανὀ, ἀπό τόν Θεό καί ἡ ὁποία εἶναι «ἁγνή, εἰρηνική, ἐπιεικής, εὐπειθής, μεστή ἐλέους καί καρπῶν ἀγαθῶν, ἀδιάκριτος καί ἀνυπόκριτος».

Β. Ἀνάλογα ἰσχύουν καί γιά τήν ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας. Τό Εὐαγγέλιο δέν μᾶς ζητεῖ νά ἀφανίσουμε τόν ἑαυτό μας, μᾶς ζητεῖ ὅμως κατηγορηματικά καί ἀπόλυτα νά καταστείλουμε καί νά ἀπαρνηθοῦμε τόν ἐγωϊσμό μας (Μάρκ. Η΄ 34 -38). Διότι ἡ ρίζα καί γενεσιουργός αἰτία ὅλων τῶν παθῶν, ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν εἶναι ὁ ἐγωϊσμός, ἡ φιλαυτία, ἡ ὑπερβολική δηλαδή καί ἀρρωστημένη ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας, ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας. Ἐπιπλέον, ὁ ἐγωϊστής καί ὑπερήφανος ἄνθρωπος εἶναι φύσει ἀδύνατο νά συνυπάρξει ἀγαπητικά μέ τούς ἀδελφούς του, καθότι ἀλαζονικά θέτει τόν ἑαυτό του ὑπεράνω ὅλων καί ἔτσι ὅλους τούς ὑποτιμᾶ, ὅλους τούς ἐξοβελίζει.

Γ. Ἐπίσης, ἡ παροῦσα φθαρτή καί πρόσκαιρη ζωή εἶναι μεγάλο δῶρο τοῦ φιλάνθρωπου Θεοῦ καί οἱ χριστιανοί καλούμαστε, ἀφ’ ἑνός νά τήν χαιρόμαστε, ἀφ’ ἑτέρου νά τήν ἀξιοποιοῦμε γιά νά κερδίσουμε τήν πολύτιμη σωτηρία μας. Ὁ χριστιανός χαίρεται τή ζωή αὐτή, ἀλλά δέν τήν ἀπολυτοποιεῖ, διότι ἡ ἀπολυτοποίηση (θεοποίηση) αὐτῆς τῆς ζωῆς μᾶς ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στήν ψυχώλεθρη λήθη καί ἀμέλεια («ἀκηδία») τῆς μετά θάνατον αἰώνιας καί μακάριας ζωῆς.

 «Συμμετέχουμε στό τραπέζι τῆς ζωῆς, ὂχι ὃμως στό ξέφρενο συμπόσιο»: Μέ τό Ὀρθόδοξο αὐτό ρητό, ὁ Σεβασμιώτατος μητροπολίτης Πατρῶν π.  Χρυσόστομος ὁριοθετεῖ τήν στάση μας ὡς χριστιανῶν, τόσο ἒναντι αὐτῶν πού βδελύσσονται καί ἀπορρίπτουν τήν ἐν τῷ κόσμῳ ἀνθρώπινη ἱστορία (Μανιχαῖοι, Ἰνδουϊστές, Βουδιστές), ὃσο καί ἒναντι ἐκείνων πού ἀγαποῦν ὑπερβολικά καί προσκολλῶνται μέ πάθος στίς φευγαλέες καί ψεύτικες ἡδονές αὐτοῦ τοῦ κόσμου (Ὑλιστές, ἄθεοι). Διότι, πρῶτα ἀπ’ ὅλα βάζουμε τήν αἰώνια καί ἀληθινή ζωή, «τήν Μέλλουσαν πόλιν» (Ἑβρ. 13, 14) καί μετά αὐτή τήν πρόσκαιρη καί φθαρτή ζωή (Ματθ. 6, 33)!

Παναγιώτης Ν. Γκουρβέλος

Θεολόγος Καθηγητής

Δεν υπάρχουν σχόλια: