Ούτος ο μέγας και θαυματουργός Επιφάνιος, ήτον κατά τους χρόνους Αρκαδίου και Ονωρίου των βασιλέων, εν έτει υβ’ [402]. Εκατάγετο δε από την χώραν της Φοινίκης, εκ των πλησιοχώρων μερών της εκεί Ελευθερουπόλεως, υιός γονέων εργαζομένων με τας ιδίας χείρας, και την γεωργικήν δουλευόντων. Αφ’ ου δε ανετράφη εις μικρόν οσπήτιον, οποίον ήτον των πενήτων και γεωργών γονέων του, αυτός με τους ιδίους του κόπους εξέλαμψεν εις τον κόσμον. Διότι με την κατά Θεόν αρετήν του, ανέβη ο αοίδιμος εις το ακρότατον ύψος της ευσεβούς και θεαρέστου πολιτείας. Οι γαρ γονείς του, όντες Εβραίοι, απέμειναν εις την σκιαν και λατρείαν του νόμου, και δεν εδυνήθηκαν να ιδούν το φως της χάριτος του Ευαγγελίου.
Ούτος δε ο μακάριος, έδραμεν εις την πίστιν του
Χριστού και αλήθειαν, λαβών ολίγην αιτίαν, ήτις είναι η ακόλουθος. Ένας
ενάρετος Κλεόβιος ονομαζόμενος, ιάτρευσε την πληγήν οπού είχεν ο Άγιος εις το
μηρί, την οποίαν έλαβεν, επειδή εκρήμνισεν αυτόν το γαϊδούρι οπού εκαβαλίκευεν,
ατάκτησε γαρ αυτό εις τον δρόμον και έπεσε και εθανατώθη. Τότε λοιπόν ο Άγιος
ούτος, έλαβεν εις την καρδίαν του κάποιους αμφιβόλους λογισμούς περί του
παλαιού Νόμου, όθεν δεν επρόσεχε τόσον πολλά εις την λατρείαν και φύλαξιν αυτού.
Ύστερον δε, ανταμώσας ένα Μοναχόν Λουκιανόν ονόματι, και βλέπωντας πως αυτός
έδωκε μεν το φόρεμά του εις ένα πτωχόν, οπού του εζήτει ελεημοσύνην, ενεδύθη δε
εκ Θεού άνωθεν ένα άσπρον φόρεμα, τούτο, λέγω, το θαυμάσιον βλέπωντας ο
Επιφάνιος, ευθύς εδέχθη την πίστιν των Χριστιανών και εβαπτίσθη. Αφ’ ου δε ο
Άγιος εβαπτίσθη, όσα θαύματα ενήργησεν, είναι πολλά δύσκολον πράγμα να τα
περιλάβη τινάς με συντομίαν. Διότι το να διηγήται τινάς το μήκος και πλάτος των
θαυμασίων της εδικής του ιστορίας, είναι το ίδιον, ωσάν να δοκιμάζη να αντλήση
την θάλασσαν, με ένα σκουτέλι μικρόν. Όθεν τόσον μόνον είναι αναγκαίον να
ειπούμεν περί του Αγίου τούτου, όσα θέλουν ρηθούν παρακάτω.
Όταν μεν γαρ ήτον Μοναχός, εμεταχειρίζετο, ως
είπομεν, ασκητικήν ζωήν, και ενεργούσε πλήθος θαυμάτων και ιατρείας, τόσον των
ψυχών, όσον και των σωμάτων. Τα αυτά δε ενεργούσε και όταν έγινεν Αρχιερεύς.
Κοντά δε εις αυτά, εδίδασκε και το ποίμνιόν του με διδασκαλίαν ορθόδοξον, και
συνέγραφε πλήθος συγγραμμάτων, δια μέσου των οποίων, κάθε μεν βλάσφημος γλώσσα
επεστομίζετο, κάθε δε Εκκλησία την ορθόδοξον πίστιν εδιδάσκετο. Όθεν δια τον
ζήλον και ένθεον παρρησίαν του, πειρασμούς πολλούς υπέμεινεν ο αοίδιμος από τους
τότε αιρετικούς και κακοδόξους. Ζήσας λοιπόν χρόνους εκατόν δεκαπέντε, καθώς
αυτός ο ίδιος είπε τούτο εις τον βασιλέα Αρκάδιον, όταν τον ερώτησε περί
τούτου, παρέδωκε το πνεύμα του εις τον Κύριον, όταν εγύριζεν από την
Κωνσταντινούπολιν εις Κύπρον την επαρχίαν του, καθώς ο μέγας Ιωάννης ο
Χρυσόστομος έγραψεν εις αυτόν, ήγουν, ότι δεν θέλει φθάσει να ιδή τον θρόνον
του. Επειδή από απλότητα, έγινε και ο Άγιος ούτος σύμφωνος με εκείνους, οπού
εξώρισαν τον θείον Χρυσόστομον. Αντέγραψε δε και ο θείος Επιφάνιος εις τον
μέγαν Χρυσόστομον, ότι μηδέ αυτός θέλει φθάσει να υπάγη εις τον τόπον εκείνον,
οπού τον εξώρισαν. Όθεν και των δύω επληρώθη η πρόρρησις. Τελείται δε η αυτού
Σύναξις εν τω αγιωτάτω αυτού Ναώ, τω ευρισκομένω μέσα εις τον Άγιον Φιλήμονα.
Άγιος Νικόδημος
Αγιορείτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου