Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Κυριακή των Αγίων Πάντων - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Κυριακή των Αγίων Πάντων 

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Η ευαγγελική περικοπή της Κυριακής των Αγίων Πάντων προβάλλει το ουσιαστικό γνώρισμα της αγιότητας: την ολοκληρωτική αφοσίωση στον Χριστό. Η τοποθέτησή της αμέσως μετά την Πεντηκοστή δεν είναι τυχαία. Η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό γεγονός, αλλά γεννά μέσα στην Εκκλησία τους καρπούς της χάριτος, δηλαδή τους Αγίους. Οι Άγιοι είναι εκείνοι που ομολόγησαν τον Χριστό με λόγο, με έργο, με θυσία και με σταυρική υπομονή.

Ο Κύριος λέγει: «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου». Η ομολογία του Χριστού δεν είναι μια εξωτερική δήλωση ή μια στιγμιαία έκφραση θρησκευτικότητας. Είναι φανέρωση σχέσεως ζωής με το πρόσωπό Του. Ο πιστός καλείται να μαρτυρεί τον Χριστό όχι μόνο όταν αυτό είναι εύκολο και κοινωνικά αποδεκτό, αλλά και όταν έχει κόστος. Γι’ αυτό και η Εκκλησία συνδέει την περικοπή αυτή με τους Αγίους Πάντες, διότι όλοι οι Άγιοι, είτε μάρτυρες είτε όσιοι είτε ιεράρχες είτε δίκαιοι, έζησαν αυτή την ομολογία ως καθημερινό ή και αιματηρό μαρτύριο.

Αντίθετα, η άρνηση του Χριστού δεν αναφέρεται μόνο στη ρητή αποκήρυξή Του, αλλά και σε κάθε τρόπο ζωής που Τον παραμερίζει. Όταν ο άνθρωπος οργανώνει την ύπαρξή του χωρίς αναφορά στο θέλημα του Θεού, όταν προτιμά την υλική ασφάλεια, τη φήμη ή τις ανθρώπινες εξαρτήσεις περισσότερο από την αλήθεια του Ευαγγελίου, τότε η άρνηση γίνεται υπαρξιακή πραγματικότητα.

Ιδιαίτερα αυστηρός ακούγεται ο λόγος του Κυρίου: «Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος». Ο Χριστός δεν καταργεί την αγάπη προς την οικογένεια· άλλωστε Αυτός ευλόγησε τον γάμο, ανέδειξε την τιμή προς τους γονείς και έδειξε άπειρη ευσπλαχνία στις ανθρώπινες σχέσεις. Όμως ζητεί να είναι ο Ίδιος το απόλυτο κέντρο της ζωής. Κάθε άλλη αγάπη βρίσκει την αληθινή της θέση μόνο όταν φωτίζεται από την αγάπη προς τον Θεό. Όταν οι οικογενειακοί δεσμοί γίνονται εμπόδιο στην υπακοή προς τον Χριστό, τότε ο πιστός καλείται να επιλέξει Εκείνον. Αυτό ακριβώς έπραξαν οι Άγιοι, οι οποίοι δεν μίσησαν τους δικούς τους, αλλά αγάπησαν τον Θεό περισσότερο, και έτσι φανέρωσαν ότι η ανθρώπινη αγάπη βρίσκει την πληρότητά της μόνο όταν ριζώνεται στην αγάπη του Θεού.

Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται και ο λόγος περί του σταυρού: «Ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος». Ο σταυρός εδώ δεν σημαίνει απλώς τις δυσκολίες της ζωής, αλλά την εκούσια αποδοχή του κόπου, της θυσίας και της αυτοπαρνήσεως που συνεπάγεται η μαθητεία στον Χριστό. Η αγιότητα δεν είναι μια εύκολη ηθική βελτίωση, αλλά σταυρική πορεία, νέκρωση του εγωισμού και σταθερή συμμετοχή στο πάθος και την ανάσταση του Κυρίου.

Στο δεύτερο μέρος της περικοπής, ο απόστολος Πέτρος εκφράζει ένα βαθιά ανθρώπινο ερώτημα: «Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα… τί ἄρα ἔσται ἡμῖν;» Ο Χριστός δεν απορρίπτει το ερώτημα, αλλά το μεταμορφώνει. Υπόσχεται ότι όσοι Τον ακολούθησαν θα μετάσχουν στη δόξα της Βασιλείας Του. Και ακόμη περισσότερο, διακηρύσσει ότι όποιος άφησε οτιδήποτε «ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός» Του θα λάβει εκατονταπλάσια και θα κληρονομήσει ζωή αιώνια. Αυτό σημαίνει ότι καμιά θυσία για τον Χριστό δεν χάνεται. Η χάρη του Θεού δεν αφήνει τον άνθρωπο φτωχότερο· του χαρίζει ήδη από την παρούσα ζωή νέα πνευματική συγγένεια, νέα ελευθερία, νέα χαρά, και στο τέλος την αιώνια κοινωνία μαζί Του.

Ο τελευταίος λόγος, «πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι», ανατρέπει τα ανθρώπινα κριτήρια. Στη Βασιλεία του Θεού δεν μετρά η κοσμική επιτυχία, η δύναμη ή η προβολή, αλλά η ταπείνωση, η πίστη και η αγάπη. Οι Άγιοι Πάντες είναι η μεγάλη απόδειξη αυτής της αλήθειας. Πολλοί έμειναν αφανείς στον κόσμο, αλλά έγιναν ένδοξοι ενώπιον του Θεού. Έτσι η σημερινή εορτή καλεί και εμάς να αναρωτηθούμε: ομολογούμε πράγματι τον Χριστό; Τον αγαπούμε πάνω από όλα; Σηκώνουμε τον σταυρό της μαθητείας; Αν ναι, τότε βαδίζουμε την ίδια οδό που οδηγεί από την Πεντηκοστή στην αγιότητα, από την ομολογία στη δόξα της Βασιλείας.

***

Sunday of All Saints: Matthew 10:32–33, 37–38, 19:27–30

The Gospel reading for the Sunday of All Saints highlights the essential mark of holiness: complete devotion to Christ. Its placement immediately after Pentecost is not accidental. The descent of the Holy Spirit is not simply a historical event, but gives birth within the Church to the fruits of grace, namely the Saints. The Saints are those who confessed Christ through word, through deeds, through sacrifice, and through patient endurance of the cross.

The Lord says: “Everyone therefore who acknowledges Me before men, I also will acknowledge before My Father in heaven.” The confession of Christ is not merely an outward declaration or a momentary expression of religiosity. It is the manifestation of a living relationship with His person. The believer is called to bear witness to Christ not only when this is easy and socially acceptable, but also when it comes at a cost. For this reason, the Church connects this passage with All Saints, because all the Saints—whether martyrs, monastics, hierarchs, or righteous ones—lived out this confession as a daily, and at times even bloody, martyrdom.

By contrast, the denial of Christ refers not only to an explicit rejection of Him, but also to every way of life that sets Him aside. When a person orders his existence without reference to the will of God, when he prefers material security, reputation, or human attachments more than the truth of the Gospel, then denial becomes an existential reality.

Especially strict is the Lord’s saying: “He who loves father or mother more than Me is not worthy of Me.” Christ does not abolish love for the family; after all, He blessed marriage, upheld honor toward parents, and showed boundless compassion in human relationships. Yet He asks that He Himself be the absolute center of life. Every other love finds its true place only when it is illumined by love for God. When family bonds become an obstacle to obedience to Christ, then the believer is called to choose Him. This is exactly what the Saints did: they did not hate their own people, but loved God more, and thus revealed that human love finds its fullness only when it is rooted in the love of God.

In the same spirit, we also hear the saying about the cross: “And he who does not take his cross and follow after Me is not worthy of Me.” Here the cross does not simply mean the difficulties of life, but the voluntary acceptance of toil, sacrifice, and self-denial that discipleship in Christ entails. Holiness is not a matter of easy moral improvement, but a cruciform path, the mortification of selfishness, and steady participation in the Lord’s Passion and Resurrection.

In the second part of the passage, the Apostle Peter expresses a deeply human question: “Behold, we have left everything and followed You. What then shall we have?” Christ does not reject the question, but transforms it. He promises that those who have followed Him will share in the glory of His Kingdom. And even more, He proclaims that whoever has left anything “for My name’s sake” will receive a hundredfold and will inherit eternal life. This means that no sacrifice for Christ is ever lost. The grace of God does not leave a person poorer; already in this present life it grants him a new spiritual kindred, a new freedom, a new joy, and at the end eternal communion with Him.

The final saying, “But many who are first will be last, and the last first,” overturns human standards. In the Kingdom of God, what counts is not worldly success, power, or prominence, but humility, faith, and love. All the Saints are the great proof of this truth. Many remained unknown in the world, yet became glorious before God. Thus, today’s feast also calls us to ask ourselves: do we truly confess Christ? Do we love Him above all things? Do we take up the cross of discipleship? If so, then we walk the same path that leads from Pentecost to holiness, from confession to the glory of the Kingdom.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: