Ἐξερράγη σὰν ἡφαίστειο ὁ πατέρας σὰν ἄκουσε ἀπὸ τὰ
χείλη τῆς γυναίκας του τὸ μαντάτο. Ὁ Βασίλης του, τὸ μονάκριβό τους παιδὶ δὲν θὰ
γυρνοῦσε ξανὰ στὸ σπίτι. Εἶπε πὼς θὰ πάει μιὰ βόλτα στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπως ἔκανε
συχνὰ τὰ τελευταῖα χρόνια. Ὅταν ἔφυγε καὶ πῆγε τὸ ἑπόμενο πρωὶ ἡ μάνα νὰ
συγυρίσει τὸ δωμάτιο, βρῆκε ἕναν φάκελο στὸ προσκεφάλι τοῦ κρεβατιοῦ. Μέσα εἶχε
ἕνα λιτὸ σημείωμα: «Ἀγαπημένοι μου γονεῖς, φεύγω γιὰ πάντα. Πάω νὰ μονάσω. Θὰ
προσεύχομαι γιὰ σᾶς. Ἡ Παναγία μητέρα μας νὰ σᾶς σκεπάζει. Βασίλης».
«Ἐσύ! Ἐσύ! Τὰ ἤξερες ὅλα καὶ μοῦ τὸ ἔκρυβες!» οὔρλιαζε ὁ πατέρας. «Τί θὰ κάνουμε τώρα, μοῦ λές; Ποιός θὰ μᾶς γηροκομήσει; Ἐμεῖς τὸν πήραμε ἀπὸ τὸ ὀρφανοτροφεῖο γιὰ νὰ μὴν πεθάνουμε στὴν ψάθα στὰ γεράματα. Νὰ ἔχουμε ἕνα χέρι!». Εἶπε, εἶπε καὶ τί δὲν εἶπε. Ὕστερα ἔβαλε σὲ ἐφαρμογὴ τὸ σχέδιο ἐπιστροφῆς τοῦ «ἀσώτου». Πῆρε τὸ ὑπεραστικὸ λεωφορεῖο, πῆγε στὴν Οὐρανούπολη κι ἀπὸ κεῖ κατευθείαν στὴ συνοδεία ποὺ σύχναζε τὸν τελευταῖο καιρὸ ὁ Βασίλης. Ἀνήμπορος ἐκεῖνος νὰ ἀντισταθεῖ στὸν φουρτουνιασμένο πατέρα, τὸν ἀκολούθησε χωρὶς ἀντίρρηση.
Δὲν πέρασε, ὅμως, πολὺς καιρὸς καὶ ὁ Βασίλης
παρουσίασε κάτι παράξενα συμπτώματα. Οἱ ἐξετάσεις ἔδειξαν πὼς πάσχει ἀπὸ
φυματίωση. Ἦταν ἀκόμα ὁ καιρὸς ποὺ δὲν εἶχε βρεθεῖ φάρμακο κι οἱ φθισικοὶ ἦταν ἐπικίνδυνοι
γιὰ τὴ δημόσια ὑγεία.
«Νὰ πᾶς στὸ Ἅγιο Ὄρος, νὰ γίνεις μοναχός, ἀφοῦ τὸ
θέλεις» τοῦ εἶπε κατάμουτρα ὁ πατέρας καὶ τὸν ἔδιωξε ἀπὸ τὸ σπίτι. Μάζεψε τὰ
κομμάτια του ὁ Βασίλης καὶ γύρισε στὸ κελλὶ τοῦ γέροντα.
«Τί; Φθισικός;» τὸν ρώτησε ἔντρομος ἐκεῖνος. «Καὶ
γιατί ἦρθες ἐδῶ; Γιὰ νὰ μᾶς κολλήσεις; Μπρός! Φύγε ἀπὸ δῶ!»
«Γέροντα, δὲν θέλω νὰ μείνω μαζί σας. Σὲ μιὰ ἀπόμερη
γωνιὰ θὰ ζῶ, μακριὰ ἀπὸ σᾶς. Ἕνα ξεροκόμματο θέλω κι ἂς πεθάνω ἐκεῖ. Μόνο
καλόγερο νὰ μὲ κάνετε. Τίποτα ἄλλο δὲν θέλω». Στάθηκε ἀδύνατο, ὅμως, νὰ τὸν
μεταπείσει.
Τώρα ὁ Βασίλης δὲν εἶχε ποῦ νὰ πάει. Περπατοῦσε,
περπατοῦσε ὥσπου ἀπόκαμε κι ἔκατσε σὲ μιὰ πέτρα κι ἔκλαιγε. Ἐκεῖ τὸν βρῆκε ἀπελπισμένο
καὶ κλαμένο ὁ ἅγιος Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστής.
«Γέροντα, δὲν φοβᾶσαι μὴ μᾶς κολλήσει;» τοῦ εἶπαν ἰδιαιτέρως
οἱ ὑποτακτικοί του σὰν ἔμαθαν τὴν ἀπόφασή του νὰ τὸν φέρει στὴν καλύβα τους. «Ἐγὼ
θὰ τὸν περιποιηθῶ! Ἐσεῖς μὴ φοβᾶστε» τοὺς εἶπε ἐκεῖνος, μὰ δὲν τοὺς καθησύχασε.
Πράγματι, ἀπὸ κείνη τὴ μέρα ὁ Γέροντας δὲν ἔλειπε μέρα ἀπὸ τὸ κελλάκι ποὺ τοῦ ἔφτιαξαν
παράμερα. Γυρνοῦσε στὶς καλύβες τριγύρω καὶ ζητοῦσε συκαλάκια, ἐλίτσες,
σταφίδες καὶ κάνα παξιμαδάκι γιὰ τὸν ἄρρωστο ὑποτακτικό του.
Πέρασαν ἔτσι, ἕξι μῆνες. «Μακάρι νὰ μὲ κολλήσει τὴν
ἁγία ἀρρώστια» ἔλεγε στοὺς τρομοκρατημένους μοναχοὺς ὁ Γέροντας. «Λιώνεις
σιγά-σιγὰ καὶ προλαβαίνεις νὰ ἑτοιμαστεῖς». Πράγματι, ἔλιωνε σιγὰ καὶ σταθερὰ ὁ
Βασίλης. Ὥσπου ὁ Γέροντας εἶδε πὼς τὸ τέλος πλησιάζει. «Πάτερ Ἀρσένιε, ἑτοιμάσου
νὰ κάμουμε μεγαλόσχημο τὸν Βασίλειο, προτοῦ μᾶς φύγει».
Μὲ κόπο τὸν κουβάλησε στὴν ἐκκλησιά. Οἱ μοναχοὶ
κάθονταν ἀπὸ μακριὰ καὶ παρακολουθοῦσαν τὸν ἀδελφὸ Βασίλειο ποὺ λαμποκοποῦσε τὸ
προσωπάκι του. Ἕνας μόνο δὲν μπῆκε. Καθόταν ἀπέξω κι ἄκουγε τὰ λόγια τῆς ἀκολουθίας.
«Εἴπανε πὼς ἀκόμα καὶ στὴν καμπάνα κολλάει τὸ μικρόβιο!» ἔλεγε φοβισμένος.
Σὰν τέλειωσε ἡ ἀκολουθία, πῆρε ἀγκαλιὰ τὸν πατέρα
Βασίλειο ὁ Γέροντας καὶ τὸν ἀπίθωσε στὸ κρεβατάκι του. «Σὲ δύο-τρεῖς ὧρες θὰ
ξανάρθω» τοῦ εἶπε. «Ἐσὺ λέγε τὴν εὐχή». Ἔλαμψε τὸ πρόσωπο τοῦ μεγαλόσχημου
μοναχοῦ Βασιλείου.
Σὲ τρεῖς ὧρες γύρισε. Τὸν βρῆκε μὲ τὰ μάτια
κλειστά. Ἀπόκαμε κι ἐκοιμήθηκε, σκέφτηκε. «Κοιμήθηκες, παιδί μου;» τὸν
ρώτησε. Καμία ἀπόκριση. Τὸν σκούντηξε. Τίποτα. Ὁ ἀδελφὸς Βασίλειος μὲ τὸ ἀγγελικὸ
σχῆμα πῆγε κατευθείαν στὸν Οὐρανό. Τὸν ἑτοίμασε μόνος του κι ὅλο ἔλεγε: «Ἄχ,
Παναγία μου, μακάρι νὰ κολλήσω!». Ὕστερα πῆρε ὅλα του τὰ πράγματα, τὰ ἔκανε ἕνα
κουβάρι καὶ τοὺς ἔβαλε φωτιά, μακριὰ ἀπὸ τὴν καλύβη. Δὲν ἤθελε νὰ βάλει ἄλλον
πειρασμὸ στὰ καλογέρια του.
Ἔκαναν τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία, ἔγινε καὶ ἡ ταφὴ κι ὕστερα
κεράστηκαν ὅλοι λουκούμια κι ἔλεγαν «Χριστὸς Ἀνέστη!». Ὁ Γέροντας πολὺ χαιρόταν
ποὺ ἡ Παναγιὰ πῆρε τὸ καλογέρι του ἀμέσως μετὰ τὴν κουρά. Τρεῖς μέρες μετὰ ἦρθε
ὁ π. Βασίλειος στὸν ὕπνο του. «Γέροντα, σ’ εὐχαριστῶ» τοῦ ἔλεγε καὶ τὸν ἀγκάλιαζε.
«Μὲ ἔκανες στρατηγό, γεμάτο παράσημα!»
***
Απόσπασμα από το βιβλίο «Γεροντικό
Σύγχρονων Αγίων» των εκδόσεων Έαρ, με 250
περιστατικά από τους βίους και τις διδαχές των:
Αγίου Αθανασίου Χαμακιώτη | Αγίου Αμφιλοχίου της
Πάτμου | Αγίου Ανθίμου της
Χίου Αγίου Βησσαρίωνος του Αγαθωνίτη | Αγίας Γαβριηλίας της
ιεραποστόλου | Αγίου Γερασίμου του
υμνογράφου | Αγίου Γερβασίου των
Πατρών | Αγίου Γεωργίου της
Δράμας | Αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη | Αγίου Ευμενίου Σαριδάκη | Αγίου Εφραίμ του
Κατουνακιώτη | Αγίου Ιακώβου της
Εύβοιας | Αγίου Ιερωνύμου Σιμωνοπετρίτη | Αγίου Ιωσήφ του Ησυχαστή | Αγίου Καλλινίκου επισκόπου
Εδέσσης | Αγίου Νικηφόρου του
λεπρού | Αγίου Παϊσίου του
Αγιορείτη | Αγίου Πορφυρίου του
Καυσοκαλυβίτη | Αγίας Σοφίας της
Κλεισούρας | Αγίου Σωφρονίου του
Έσσεξ | Αγίου Τύχωνος του
Αγιορείτη | Αγίου Φιλουμένου του
Αγιοταφίτη | Αγίου Χρυσοστόμου του
ιεραποστόλου.
Αναζητείστε το www.ear-books.com και σε όλα τα χριστιανικά βιβλιοπωλεία.
.png)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου