Ἐκεῖνοι
ζωὴ σὰν τὸ κρύσταλλο, ἐμεῖς;
Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου
Καντιώτου
Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἑορτὴ καὶ πανηγύρις.
Κλείνει τὸ Πεντηκοστάριο. Ἀπὸ αὔριο ἀρχίζει ἡ νηστεία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων.
Σήμερα δὲν ἑορτάζει ἕνας καὶ δύο ἅγιοι· ἑορτάζουν οἱ ἅγιοι Πάντες ποὺ εἶνε ἀμέτρητοι.
«Νέφος μαρτύρων», λέει σήμερα ὁ ἀπόστολος (Ἑβρ. 12,1). Γι᾽ αὐτοὺς πρέπει νὰ
μιλήσουμε.
* * *
Ὅταν ἀκοῦτε «ἅγιοι», μὴ νομίσετε ὅτι εἶνε μόνο
κληρικοὶ καὶ καλόγεροι· εἶνε καὶ ἄνθρωποι ποὺ ἔζησαν μέσα στὴν κοινωνία. Ἅγιοι
εἶνε ἄντρες ἡλικιωμένοι, γέροι μὲ ἄσπρα μαλλιά, ἀλλὰ καὶ νέοι, καὶ μικρὰ
παιδιά, ἀκόμα καὶ βρέφη. Ἅγιοι εἶνε ἄντρες, ἀλλὰ καὶ γυναῖκες καὶ πολὺ
περισσότερο γυναῖκες.
Ἅγιοι εἶνε ἀπ᾽ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα· γεωργοί, βοσκοί, ψαρᾶδες, τεχνῖτες,
μαραγκοί…. Ἦταν ἀκόμη στρατιῶτες, ἀξιωματικοί, ἀλλὰ καὶ βασιλιᾶδες. Ἅγιοι εἶνε
ἀπὸ κάθε ἔθνος, ὄχι μόνο Ἕλληνες. Ἡ Ἑλλάδα ἔδωσε βέβαια τὸ περισσότερο αἷμα,
τοὺς περισσότερους μάρτυρες· ἀλλὰ ἅγιοι εἶνε καὶ Σέρβοι, καὶ ῾Ρουμᾶνοι, καὶ
Βούλγαροι, καὶ ῾Ρῶσοι. Παντοῦ εὐδοκιμεῖ ἡ ἁγιότης· καὶ στὸ Βόρειο Πόλο, καὶ στὶς
πηγὲς τοῦ Νείλου, καὶ στὴν Αὐστραλία, καὶ στὴν Ἀμερική· καὶ στὶς ἐρήμους, καὶ
στὰ βουνά, καὶ στὶς πόλεις, καὶ στὰ ἀσκητήρια, καὶ στὰ ἐργαστήρια…· παντοῦ.
Γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· Ἦταν αὐτοὶ ἅγιοι ἐξ ἀρχῆς,
γεννήθηκαν ἅγιοι; Ὄχι· κανείς δὲν γεννιέται ἅγιος. Ἦταν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί·
μερικοὶ μάλιστα πολὺ ἁμαρτωλοί, ὅπως π.χ. ὁ Δαυΐδ, φονιᾶς καὶ μοιχός· ὁ ἀπόστολος
Πέτρος, ποὺ ἀρνήθηκε τρεῖς φορὲς τὸ Χριστό· ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ βλάστημος καὶ
διώκτης· πολὺ ἁμαρτωλὴ ἦταν καὶ ἡ γυναίκα ἐκείνη ποὺ ῥάντισε τὰ πόδια τοῦ
Χριστοῦ μὲ μύρα καὶ τὰ σκούπισε μὲ τὰ μαλλιά της. Ἄρα, λοιπόν, ὅσο ἁμαρτωλὸς καὶ
ἂν εἶσαι, ἐὰν θέλῃς, μπορεῖς κ᾽ ἐσὺ νὰ γίνῃς ἅγιος.
–Καὶ πῶς ἔγιναν ἅγιοι; θὰ μὲ ῥωτήσετε.
Ἐδῶ σκοντάφτουμε ὅλοι. Πῶς ἔγιναν ἅγιοι; Ἔγιναν πρῶτα – πρῶτα γιατὶ πίστευσαν.
Ποῦ πίστευσαν; Πίστευσαν στὰ λόγια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· ὅτι ὑπάρχει
Θεός, ὅτι ὑπάρχει ζωὴ πέραν τοῦ τάφου, ὅτι ὑπάρχει κρίσις καὶ ἀνταπόδοσις·
πίστευσαν, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ἀληθινὸς Θεός. Αὐτὰ τά ᾽βαλαν μέσα τους, τὰ
φύτευσαν· κανείς δὲν μποροῦσε νὰ τὰ ξερριζώσῃ.
Καὶ ὄχι μόνο πίστευσαν, ἀλλὰ καὶ ὡμολόγησαν τὴν πίστι τους. Δὲν τὴν ἔκρυψαν
μέσα τους, δὲν ἔπαιξαν κρυφτούλι. Τὴν κήρυξαν· παντοῦ ὅπου βρέθηκαν καὶ
στάθηκαν ὡμολογοῦσαν τὸ Χριστό. Διακινδύνευσαν, ἔπαιξαν «κορώνα-γράμματα» τὴ
ζωή τους. Εἶμαι Χριστιανός! εἶπαν. Ξέρεις τί θὰ πῇ, παιδί μου, νά ᾽νε στὴ λεγεῶνα
ἐννιακόσοι ἐνενήντα ἐννιὰ στρατιῶτες εἰδωλολάτρες, καὶ ἕνας νὰ εἶνε
Χριστιανός; Σκέψου το αὐτό· νὰ σηκώνεσαι ὄρθιος καὶ μπροστὰ σὲ ὅλους νὰ κάνῃς τὸ
σταυρό σου! Δὲν ἔχει τόσο ἀξία νὰ πιστεύῃς ὅταν πιστεύουν καὶ οἱ ἄλλοι· ἀξία ἔχει
ὅταν χίλιοι δὲν πιστεύουν καὶ ἕνας βγαίνῃ καὶ ὁμολογῇ· Πιστεύω!
Ἔγιναν λοιπὸν ἅγιοι γιατὶ πίστευαν στὸ Χριστό, ὡμολόγησαν μὲ παρρησία τὸ
γλυκύτατο ὄνομά του, ἀλλὰ καὶ διότι ζοῦσαν αὐτὰ ποὺ πίστευαν, ἔζησαν σύμφωνα μὲ
τὸ Εὐαγγέλιο. Λέει π.χ. τὸ Εὐαγγέλιο· Πούλησε τὰ ὑπάρχοντά σου «καὶ δὸς πτωχοῖς»
(Ματθ. 19,21)· καὶ τὰ πούλησαν ὅλα, καὶ σπίτια καὶ καλύβες καὶ ἀνάκτορα, τὰ
πάντα· μερικοὶ πούλησαν καὶ τὸν ἑαυτό τους, ἔγιναν δοῦλοι γιὰ τὸ Χριστό. Λέει τὸ
Εὐαγγέλιο, ὅτι πρέπει νὰ συγχωρᾶμε (βλ. ἔ.ἀ. 6,14-15)· καὶ οἱ μάρτυρες, ὅταν
τοὺς λιθοβολοῦσαν καὶ τοὺς κάρφωναν καὶ τοὺς ἔκοβαν τὰ κεφάλια, αὐτοὶ προσεύχονταν
γιὰ τοὺς δημίους των. Ὅ,τι εἶπε ὁ Χριστός, τὸ ἐφάρμοσαν. Παραπάνω κι ἀπὸ
πατέρα κι ἀπὸ μάνα κι ἀπὸ πατρίδα –γιατὶ παραπάνω ἀπὸ τὴν πατρίδα εἶνε ὁ Θεός–,
παραπάνω ἀπ᾽ ὅλα ἀγάπησαν τὸ Θεό. Τά ᾽δωσαν ὅλα, θυσιάστηκαν γιὰ τὸ Χριστό.
Νά λοιπὸν πῶς ἁγίασαν οἱ σημερινοὶ ἅγιοι.
* * *
Γεννᾶται τώρα, ἀγαπητοί μου, τὸ ἐρώτημα· Ἐμεῖς τί
σχέσι ἔχουμε μὲ τοὺς ἁγίους Πάντες; Ἐδῶ πρέπει νὰ σταματήσω. Ὅση σχέσι ἔχει ἡ
νύχτα μὲ τὴν ἡμέρα, ὅση σχέσι ἔχει τὸ χαλίκι μὲ τὸ διαμάντι, ὅση σχέσι ἔχει ὁ
σατανᾶς μὲ τὸν ἄγγελο, τέτοια σχέσι ἔχουμε. Ἀλλὰ τὸ παιδὶ πρέπει νὰ μοιάζῃ μὲ
τὸν πατέρα.
Ἐκεῖνοι πίστευαν, ἐμεῖς πιστεύουμε σήμερα; Δὲν πᾷς
στὰ καφφενεῖα; Ἐκεῖ θ᾽ ἀκούσῃς ἕναν πού, ἐνῷ μὲ τὸ ζόρι ἔβγαλε ἔνα σχολειό,
τώρα ῥητορεύει στοὺς ἄλλους ὅτι, Δὲν ὑπάρχει Θεός, δὲν ὑπάρχει κόλασι, παράδεισος,
τίποτα· τώρα, ποὺ πετᾶνε στὸ διάστημα, κάθεσαι καὶ πιστεύεις Χριστοὺς καὶ
Παναγίες;…
Ποιός τὰ λέει αὐτὰ καὶ κανένας δὲν βρίσκεται νὰ τὸν ἀποστομώσῃ; Οἱ ἅγιοι Πάντες
ὡμολογοῦσαν τὴν πίστι στὸ Χριστό. Ἐδῶ ῥητορεύει ὁ ἀστοιχείωτος, ποὺ σαπίζει
πάνω στὴν καρέκλα τῆς ταβέρνας κ᾽ οἱ ἄλλοι τὸν ἀκοῦνε ἀπαθῶς. Ὅσοι ὅμως
διάβασαν τὸν Χριστιανισμό, μελέτησαν τὸ Εὐαγγέλιο, ξέρουν φιλοσοφία, δὲν μιλᾶνε
ἔτσι· ἐκεῖνοι πιστεύουν στὸ Χριστό. Ξέρετε, ὅτι κ᾽ ἐκεῖνοι οἱ τρεῖς ποὺ
πέταξαν στὸ διάστημα, ἐνῷ οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά τους προσεύχονταν γι᾽ αὐτούς,
ἐκεῖνοι μέσα στὸ διαστημόπλοιο εἶχαν Εὐαγγέλιο καὶ διάβαζαν τὴν Ἐπὶ τοῦ Ὄρους
ὁμιλία; Μάλιστα. Ὅσο καὶ ἂν προοδεύσῃ ἡ ἐπιστήμη καὶ ὁ τεχνικὸς πολιτισμός, ἡ
πίστι μας δὲν γκρεμίζεται. Ποιός εἶσαι σὺ λοιπόν, ἀνάξιο παιδὶ τῆς πατρίδος
καὶ τῆς χριστιανοσύνης, ποὺ πᾷς νὰ ξερριζώσῃς τὴν πίστι ἀπὸ τὴ μάνα καὶ τὸν
πατέρα σου, ἀπὸ τὸ χωριάτη καὶ τὸ βοσκό;
Οὔτε πίστι οὔτε ὁμολογία ἔχουμε σήμερα· τί νὰ ποῦμε τώρα γιὰ τὴ ζωή μας; Οἱ ἅγιοι
Πάντες ἔζησαν μιὰ ζωὴ καθαρὴ σὰν τὸ κρύσταλλο, σὰν τὸ νερὸ στὶς πηγὲς τοῦ Ἁλιάκμονος,
ζωὴ ἁγία. Ἐμεῖς τί ζωὴ ζοῦμε, σᾶς παρακαλῶ; Ὡς πρὸς τὴν πίστι δὲν τοὺς μοιάζουμε,
στὴν ὁμολογία δὲν τοὺς μοιάζουμε· ὡς πρὸς δὲ τὴν ἠθικὴ ζωὴ τί νὰ πῶ; Θὰ
γελάσουν κάποιοι μ᾽ αὐτὰ ποὺ θὰ πῶ. Μὴ γελοῦν· νὰ κλάψουν. Χαρὰ σ᾽ ἐκεῖνον ποὺ
θὰ γελάσῃ τελευταῖος.
• Λέει τὸ Εὐαγγέλιο ὅτι, ὅταν θὰ πλησιάζῃ τὸ τέλος τοῦ κόσμου, οἱ ἄνθρωποι θὰ
πέσουν στὰ γλέντια, στὶς διασκεδάσεις, στὴ μέθη. Θὰ εἶνε «ὅπως οἱ ἡμέρες τοῦ Νῶε»
(Ματθ. 24,37). Στὶς «ἔσχατες ἡμέρες» (Β΄ Τιμ. 3,1. Ἰακ. 5,3), λέει, οἱ ἄνθρωποι
θὰ πέσουν στὴν κραιπάλη, στὴ μέθη καὶ στὶς βιοτικὲς μέριμνες (Λουκ. 21,34-35).
• Λέει ἀκόμη τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι ἡ γυναίκα πρέπει νὰ ντύνεται εὐπρεπῶς, ὄχι νὰ ἐκθέτῃ
τὶς σάρκες της σὰν τὰ κρέατα ποὺ κρεμᾶνε στὰ τσιγγέλια πρὸς πώλησιν· νὰ εἶνε ντυμένη
σὰν τὴν Παναγία. Σήμερα οἱ γυναῖκες γδύθηκαν. Καὶ ὑπάρχει μιὰ προφητεία τοῦ
Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ ποὺ λέει· Ὅταν δῆτε τὶς γυναῖκες νὰ περπατοῦν στοὺς δρόμους
γυμνές, τότε θὰ πλησιάζῃ τὸ τέλος τοῦ κόσμου. Ἔννοια σου, πατέρα, ποὺ τὸ ἐπιτρέπεις
στὸ κορίτσι σου· κ᾽ ἐσύ, σύζυγε, ποὺ ξεγύμνωσες τὴ γυναῖκα σου κι ἀφήνεις νὰ τὴν
«τρώῃ» μὲ τὰ μάτια ὁ ἕνας κι ὁ ἄλλος· κ᾽ ἐσεῖς, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ποὺ
καγχάζετε ὅταν σᾶς λέμε τὴν ἀλήθεια. Θὰ κλάψετε πικρά.
• Σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα ἡ Ἐκκλησία ἔχει 8.000 ναούς, ἐνῷ οἱ «ναοὶ» τοῦ διαβόλου, τὰ
νυχτερινὰ κέντρα διασκεδάσεως, εἶνε 25.000. Ἐκεῖ ὁ διάβολος μαζεύει τὸν κόσμο
ὅλη νύχτα σὲ ἀγρυπνία διαβολική. Ἂν κάνουμε στὴν ἐκκλησιά μας ἀγρυπνία καὶ
χτυπήσω τὴν καμπάνα, θὰ ἔλθετε ἢ θὰ μείνω μόνος; Στὴν Ἀθήνα γέμισε τὸ
λεκανοπέδιο ἀπὸ ταβέρνες. Δὲν τρῶνε στὸ σπίτι, πᾶνε στὴν ταβέρνα. Ἐκεῖ ὁ ἄλλος
πάει ἀπὸ τὶς δέκα ἡ ὥρα καὶ φεύγει στὶς τέσσερις. Ἐκεῖ ῥίχνει τὰ λεφτά του,
ξοδεύεται καὶ μεθάει. Μπαίνει μέσα μὲ τὰ δυὸ πόδια καὶ βγαίνει μὲ τὰ τέσσερα,
μπαίνει ἄνθρωπος καὶ βγαίνει τετράποδο. Ἂν ζητήσῃ ἡ Ἐκκλησία βοήθεια γιὰ ἀνάγκες
φτωχῶν, δίνουν ψίχουλα. Τὸ ἴδιο βράδυ στὴν ταβέρνα τοῦ χωριοῦ ἀδειάζουν τὰ
πορτοφόλια τους. Μπράβο, ὡ-ραῖα! Ὅλα γιὰ τὸν διάβολο, τίποτα γιὰ τὴν ἐκκλησία.
Τί λαὸς εἴμαστ᾽ ἐμεῖς;
Δὲν φταίει ὁ λαὸς ὅμως. Ποιοί φταῖνε; Τὰ λέω σ᾽ ἐσᾶς τοὺς μικρούς, ἀλλὰ τὰ εἶπα
καὶ στοὺς μεγάλους. Ἔχω ὑποβάλει ὑπομνήματα καὶ περιγράφω τὴν ἀθλία κατάστασι·
κήρυξα, ἔβγαλα φυλλάδια, ἀγωνίζομαι, μάχομαι. Προσπαθῶ νὰ πείσω αὐτοὺς ποὺ μᾶς
κυβερνοῦν νὰ βγάλουν μιὰ καλὴ διαταγή, νὰ κλείσουν τὰ νυχτερινὰ κέντρα. Θὰ
ζημιωθοῦν πέντε – δέκα, ἀλλὰ θὰ κερδίσουν οἱ οἰκογένειες, τὰ παιδιά, ἡ ἀγροτιά,
ἡ πατρίδα, ἡ πίστι μας. Ἐγὼ δὲν εἶμαι κράτος, δὲν ἔχω κανόνια· μόνο ὅπλο ἔχω τὸν
λόγο τοῦ Θεοῦ. Μὲ σκοτώνεις, ἀλλὰ θὰ σοῦ πῶ τὴν ἀλήθεια· πέραν αὐτοῦ δὲν ἔχω
τίποτε ἄλλο.
* * *
Τελειώνω. Σᾶς ὁμιλῶ
μὲ πόνο, μὲ ἀγάπη, μὲ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς σας, γιὰ τὴν πρόοδό
σας.
Ἕνας ξένος ζωγράφος παρέστησε τ᾽ ἀποτελέσματα
τῆς μέθης καὶ τῆς διαφθορᾶς. Ζωγράφισε μιὰ ταβέρνα ποὺ ἔμπαιναν μέσα «πατεῖς
με – πατῶ σε» μικροὶ – μεγάλοι. Δίπλα ζωγράφισε φυλακές. Καταλαβαίνετε· ἀπὸ τὴν
ταβέρνα θὰ κάνῃς ἔγκλημα καὶ θὰ πᾷς φυλακή. Κοντὰ στὶς φυλακὲς ζωγράφισε ἕνα
νοσοκομεῖο, γιατὶ ἀπὸ τὸ μεθύσι γεννιοῦνται πολλὲς ἀσθένειες, τὸ ἀλκοὸλ χτυπάει
ὅλα τὰ ὄργανα. Κοντὰ στὸ νοσοκομεῖο ζωγράφισε τὸ τρελλοκομεῖο, γιατὶ πολλοὶ ἀπὸ
τὸ μεθύσι κλείνονται στὸ τρελλοκομεῖο ἢ καὶ χειρότερα, γιατὶ «ὁ τρελλὸς εἶδε τὸ
μεθυσμένο κ᾽ ἔφυγε», τὸν φοβήθηκε. Τέλος δίπλα στὴν ταβέρνα ζωγράφισε μιὰ
γυναίκα ἀτημέλητη νὰ τραβάῃ τὰ μαλλιά της, παιδιὰ πεινασμένα νὰ κλαῖνε, καὶ τὸν
πατέρα τους πεσμένο καταγῆς. Ποιός θὰ παρηγορήσῃ τὴ χήρα καὶ τὰ ὀρφανὰ ποὺ κλαῖνε;
Ποιός φταίει γιὰ τὸ κακὸ αὐτό; Ποιός φταίει; Ἂν θέλετε ἔτσι, φταίω ἐγὼ
περισσότερο, πού ᾽μαι ἐπίσκοπος. Καὶ εἶνε μέσα στὴν ἀποστολή μου νὰ πάρω τὰ Εὐαγγέλια
καὶ τ᾽ ἄλλα ἱερὰ βιβλία καὶ νὰ τὰ διαβάσω στὸ ποίμνιό μου. Ἂν ὅμως κάποιος
συνεχίσῃ ἀμετανόητος ν᾽ ἁμαρτάνῃ, θὰ εἶνε ἔξω ἀπὸ τὴν ἀποστολή μου ἂν γι᾽ αὐτὸν
διαβάσω ἀφορισμό;
Εἶμαι ἐπίσκοπος καὶ προτρέπω καὶ σᾶς λέω τὴν ἀλήθεια· Κανείς στὰ κέντρα αὐτά!
Μείνετε ἁγνοί, καθαροὶ ἀπὸ τὴ διαφθορά. Δὲν μ᾽ ἀκοῦτε; κλείνετε τ᾽ αὐτιά
σας; Ἔ, τότε φέρτε μιὰ λεκάνη μὲ νερό, νὰ πλύνω τὰ χέρια μου καὶ νὰ πῶ· «Καθαρὸς
ἐγώ» (Πράξ. 18,6), «Ἀθῷός εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος… τούτου» (πρβλ. Ματθ. 27,24). Ὅ,τι
συμβῇ, σεῖς θὰ εἶστε ὑπεύθυνοι. Μὴ νομίζετε φυσικὸ τὸ ὅτι ἔπεσε χαλάζι σὰν
καρύδι καὶ κατέστρεψε τὴν γεωργία. Κλαῖτε καὶ πονᾶτε, κλαίω μαζί σας κ᾽ ἐγώ.
Ἀδέρφια μου, σᾶς πονῶ. Σᾶς φωνάζω ὅπως ἡ κλῶσσα τὰ πουλάκια της· Μικροὶ –
μεγάλοι, ὅλοι κοντὰ στὸ Θεό! Μετανοῆστε, ἐπιστρέψτε, ἂν θέλετε νὰ σωθοῦμε. Ὁ Θεὸς
ἂς φωτίζῃ ὅλους μας στὸ καλό· ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου