1996-2026, 30 χρόνια χωρίς την Αλίκη
Το πρώτο από τα τρία παιδιά του Γιάννη και της Αιμιλίας Βουγιουκλάκη, η μητέρα της, δισέγγονη του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κουμουνδούρου, ο πατέρας της επιφανής δικηγόρος από το χωριό Λάγια της Μάνης. Την περίοδο της κατοχής Νομάρχης Αρκαδίας, μάζευε τρόφιμα με σκοπό να μοιραστούν σε πεινασμένες φτωχές οικογένειες, την αποθήκη ανακάλυψαν οι Γερμανοί, άρπαξαν από μέσα τα πάντα αλλά ο ΕΛΑΣ θεώρησε ότι αυτός τα έδωσε στους Γερμανούς για να μην τα πάρουν οι αντάρτες. Τον συνέλαβαν, του έσπασαν πόδια και χέρια, με τανάλια του έβγαλαν τα χρυσά δόντια και παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1943 τον εκτέλεσαν και τον πέταξαν σε ένα λάκκο.
Άδικα πήγε ο άνθρωπος, φαίνεται ότι ήταν από εκείνους τους καλοπροαίρετους που πήραν κάποιο αξίωμα μόνο για να βοηθήσουν. Το γεγονός πιστοποιεί η βράβευση του από το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος έστω και μετά θάνατον για την διάσωση παιδιών εβραϊκής καταγωγής που τα κατέγραψε ως ορφανά ελληνόπουλα και τα μετέφερε με ασφάλεια σε κτίριο ως δήθεν ορφανοτροφείο.
Τον χαρακτήρα του έδειξε και σε μια άλλη περίπτωση. Ένας νεαρός με συμμαθητές του οργάνωσαν διαδήλωση εναντίον των κατακτητών “ την ώρα που ψελναμε τον Εθνικό ύμνο στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη, στην Τρίπολη καταφθάνει ένα ιταλικό απόσπασμα και μας συλλαμβάνει. Εκεί, αφού μας έδεσαν με αλυσίδες, μας πέρασαν δεμένους μέσα από την πλατεία της πόλης για παραδειγματισμό και μας έκλεισαν στις φυλακές. Στη Νομαρχία, διευθυντής ήταν ο πατέρας μου και αυτός παρακάλεσε τον Νομάρχη Βουγιουκλάκη να μεσολαβήσει στον Ιταλό διοικητή και να μας απελευθερώσει. Από τότε συνδεθήκαμε οικογενειακά. Τα πρώτα τραγούδια που συνέθεσα τα άκουσε πρώτη από όλους η Αλίκη, ήταν η πρώτη ακροάτρια μου” αφηγείται ο Μίκης Θεοδωράκης,
Για την Αλίκη Βουγιουκλάκη τα ανέμελα παιδικά χρόνια σημαδεύτηκαν από την απώλεια του πατέρα της “διαπίστωσα ότι ο κόσμος μπορεί να είναι και σκληρός και απάνθρωπος. Και άρχισα να φτιάχνω μέσα στο μυαλό μου έναν άλλο κόσμο, πιο ανθρώπινο, πιο όμορφο, να γιατί ήθελα να γίνω ηθοποιός για να ξεφύγω από οτι με πόναγε, και τα κατάφερα.
Το 1952 έδωσε εξετάσεις στην Δραματική Σχολή του
Εθνικού Θεάτρου, κρυφά από τη μητέρα της. Στην Μανιάτικη οικογένεια της έγινε
χαμός.
[…]
Στους θεατρικούς κύκλους το όνομα Αλίκη Βουγιουκλάκη είχε αρχίσει ήδη να συζητιέται πριν ακόμα πάρει το πτυχίο της. Τον Ιούνιο του 1955 στις πτυχιακές εξετάσεις έπαιξε με τον Παπαμιχαήλ στην "Δεσποινίς Τζούλια" του Στρίντμπεργκ. Οι καθηγητές την βαθμολόγησαν με "Λίαν Καλώς" ενώ ο Παπαμιχαήλ πήρε Άριστα. Αν δεν πάρεις άριστα δεν συνεχίζεις στο Εθνικό, απογοητευμένη δήλωσε πως αποσύρεται από το θέατρο. Αργότερα έγινε γνωστό πως τον βαθμό τον πήρε λόγω του Δημήτρη Χορν που προωθούσε μια άλλη. Σε αυτό το “λίαν καλώς” χρωστά την καριέρα της γιατί αν είχε μείνει στο Εθνικό δεν θα είχε το δικαίωμα σύμφωνα με τον κανονισμό να παίξει σε ταινίες. Αργότερα πείραζε τον Παπαμιχαήλ, “εσύ πήρες το άριστα, το δικό μου όνομα, μπαίνει πρώτο”
Ο ελληνικός κινηματογράφος άρχισε να ανδρώνεται σε μια περίοδο αμέσως μετά από έναν εμφύλιο και μια κατοχή. Η μιζέρια του κόσμου, η φτώχεια, η ανέχεια , η θλίψη του ήταν τέτοιες που το σινεμά ήταν θείο δώρο, μια διέξοδος. Η Αλίκη ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος, στην κατάλληλη θέση, την κατάλληλη χρονική στιγμή, βρήκε έδαφος γόνιμο και το καλλιέργησε με τον καλύτερο τρόπο, αυτό ήθελε ο κόσμος, αυτό του έδωσε το σινεμά ήτανε για να ξεχνιέσαι οχι να θυμάσαι, ο κόσμος το ήθελε αυτό το παραμύθι και δεν ήταν ελληνικό φαινόμενο, ήταν παγκόσμιο στον μεταπολεμικό κόσμο. Διψούσε ο κόσμος για τέτοια πράγματα, για δεκαετίες μας πρόσφερε το μεγάλο Άρλεκιν που έχει ανάγκη κάθε κοινωνία
Η Αλίκη ενσάρκωσε το απόλυτα θετικό πρότυπο που είχε ανάγκη η νεοελληνική κοινωνία μιας αισιοδοξίας, ενός χαμόγελου, πρόσωπο φρέσκο, τσαχπίνικο, όμορφο, το κορίτσι της διπλανής πόρτας με το γάργαρο γέλιο, την λαϊκή φωνή, την καθημερινή φρεσκάδα, την καλοσυνάτη καλημέρα που ξεκινάει γεμάτη με αντιξοότητες και στο τέλος με την καλή του καρδιά , την ντομπροσύνη του καταφέρνει να επιτύχει, πάντα το καλό κορίτσι
Ο τίτλος “Εθνική Σταρ" δεν ήταν δική της επινόηση, αλλά της δημοσιογράφου Ελένης Βλάχου της εκδότριας της Καθημερινής. Το έγραψε ως σχόλιο για την ταινία “Αστέρω” το Φεβρουάριο του 1959. Την επόμενη της πρεμιέρας γράφει “γιατί οι Γάλλοι να έχουν την Brigitte Bardot και οι Αμερικάνοι να έχουν τη Μέριλιν Μονρό ως Εθνικές Σταρ”. Ο τίτλος την ακολούθησε μέχρι το τέλος της ζωής της και τον υπηρέτησε έτσι με θρησκευτική ευλάβεια.
Σεξ σύμβολο δεν εγινε ποτέ. Δεν είχε σε καμία περίπτωση την αισθησιακή λαγνεία και την παιχνιδιάρικη σεξουαλικότητα που εξέπεμπαν Μέριλιν και Μπεμπέ. Δεν ήταν το προκλητικό πρόστυχο κορίτσι που θα την αντιπαθήσουν οι γυναίκες, η Ζωή Λάσκαρη ήταν πολύ πιο σέξι, η εικόνα της γεννούσε φαντασιώσεις χωρίς να θέλεις να την παντρευτείς ενώ την Αλίκη την έβαζες σπίτι σου και την γνώριζες στην μαμά σου. Ενωνε τους πάντες, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία την ένιωθαν σαν μια καλή τους κόρη, τα μικρά παιδιά την ήθελαν για μεγάλη τους αδελφή.
Δεν είχε τίποτα αρνητικό πάνω της, ακόμη και αυτό το ειδύλλιο με τον διάδοχο Κωνσταντίνο της βγήκε υπέρ της ότι δηλ η άσπλαχνη κακιά μοχθηρή μαμά του η τότε βασίλισσα Φρειδερίκη δεν άφησε το παιδί της να τα φτιάξει με την καλή και αγαθή λαϊκιά . Μερικά χρόνια αργότερα την ρώτησαν εάν θα ήθελε να γίνει από ηθοποιός Βασίλισσα σαν την Γκρέις Κέλι. «Α πα πά, θα έπληττα» ήταν η απάντησή της.
Πολύ δύσκολο να βρεις μια οποιαδήποτε σκηνή και να
τη φανταστείς με μια άλλη ηθοποιό. Χωρίς να είναι κάτι το ιδιαίτερο ως
ηθοποιός, τραγουδίστρια, χορεύτρια, δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από
πάνω της, φωνάζει «Κοιτάξτε με».
Και αυτό εδώ είδε ο πιο σοβαρός, ο πιο επαγγελματίας παραγωγός ο Φιλοποίμην Φίνος και αποφάσισε να επενδύσει πάνω της γιατί κακά τα ψέματα, αυτό που ονομάζουμε παλιός ελληνικός κινηματογράφος έγινε με ναυαρχίδα τις ταινίες της Βουγιουκλάκη, στην επαρχία τα εισιτήρια που έκοβαν οι ταινίες της ήταν περισσότερα από τον πληθυσμό δηλαδή κάποιες χιλιάδες θεατές την είδαν αρκετές φορές πληρώνοντας επιπλέον εισιτήριο
Από την άλλη πλευρά έφτιαξε ενα στερεότυπο και εγκλωβίστηκε σε αυτό, όποτε πήγε να παίξει σοβαρούς ρόλους ρεπερτορίου, η κριτική την έθαψε. Κατά πολλούς, η καλύτερη ταινία της “το ταξίδι” σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου με εξαιρετικό σενάριο, εξαιρετική φωτογραφία, θεϊκή μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου ήταν ίσως η μεγαλύτερη εισπρακτική αποτυχία της γιατί στο τέλος δεν έζησαν όλοι καλά κατι που έκανε κάκιστη εντύπωση. Λέγεται οτι πολλοί βγαίνοντας από τον κινηματογράφο λέγανε σε αυτούς που περίμεναν στην ουρά για την επόμενη προβολή “μην μπείτε, η Αλίκη, στο τέλος πεθαίνει”.
Το 1963, έγινε για πρώτη φορά θιασάρχης, για να δείξει σε όλους ότι ήτανε μεγάλη ηθοποιός, είχε πληρώσει τρελά λεφτά για να πάρει τα δικαιώματα και να ανεβάσει το “Καίσαρ και Κλεοπάτρα” του Τζορτζ Μπέρναρντ Σω. Τσαρούχης σκηνικά, Χατζιδακις μουσική, η ίδια με μαύρα μαλλιά, μαύρη περούκα ως Κλεοπάτρα, το έργο παταγώδης αποτυχία, ο κόσμος ερχότανε στο καμαρίνι, χτυπούσαν την πόρτα, έλεγε η Αλίκη περάστε και λέγανε δεν θέλουμε εσάς, θέλουμε την κυρία Βουγιουκλάκη, δεν την αναγνώριζαν με τα μαύρα μαλλιά
Η απόφασή της το καλοκαίρι του 1986 να παίξει τη Λυσιστράτη ήταν αφορμή να ξεκινήσει ένας κύκλος αρνητικών δημοσιευμάτων για το αν έπρεπε να τις επιτραπεί να παίξει στην Επίδαυρο Όταν ανέβασε την Αντιγόνη οι κριτικές ήταν σχεδόν βιτριολικές με φράσεις όπως “νιάου νιάου η Αντιγονούλα” η Λαμπέτη είχε πει ότι δεν είναι ηθοποιός, είναι μίμος. Όσο πιο πολύ την θάβανε,τόσο πιο πολύ την αγάπαγε ο κόσμος. Και τι αγάπαγε, το ανεπαναληπτο πακέτο Βουγιουκλάκη, ένα στερεότυπο που το υπηρέτησε και στην προσωπική της ζωή, η σχέση της με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ έγινε το εθνικό ανάγνωσμα της Ελλάδας.
16 Μαρτίου 1996, της μένουν 3 μήνες ζωής, η ίδια όμως ακόμη δεν ξέρει ότι είναι άρρωστη, μόλις 8 μέρες πριν γίνει η διάγνωση, πήγε στο σόου της Ρούλας Κορομηλά, 2,5 ώρες πάνω στη σκηνή όπου χόρευε, τραγούδαγε, να πηγαίνει από τραπέζι σε τραπέζι των προσκεκλημένων, αν τη δει κανείς αυτή την εκπομπή βλέπει πόσο πάθος είχε να προβάλλει την εικόνα της, κάποια στιγμή λέει θέλω να πεθάνω έτσι όμορφη όπως είμαι τώρα να μην είμαι σαν τις συμμαθήτριες μου που τις βλέπω και είναι άστα να πάνε χωρίς να γνωρίζει ότι ήδη νοσούσε
Ιούλιος, ο σημαδιακός μήνας της ζωής της, γεννήθηκε 20 Ιουλίου, ανήμερα των γενεθλίων της χώρισε, το 1974, από τον Παπαμιχαήλ (το πρώτο διάσημο θύμα ενδοοικογενειακής βίας), λόγω των γεγονότων με την πτώση της χούντας, την μεταπολίτευση, την εισβολή στην Κύπρο, το ζήτημα δεν πήρε δημοσιότητα.
Ανήμερα των γενεθλίων της στις 20 Ιουλίου του 1996
βρισκόταν σε λήθαργο. Το πρωί της 23ης Ιουλίου σαν σήμερα πέθανε στην αγκαλιά του
αδελφού της, στο νοσοκομείο είχε μπει με το όνομα Λίζα Παπασταύρου
ΥΓ Αν είναι να διαλέξεις την πιο αντιπροσωπευτική
σκηνή από όλες τις ταινίες της που εξηγεί το φαινόμενο Βουγιουκλάκη είναι αυτή
στην Μοντέρνα
Σταχτοπούτα, θυμάστε
είναι το κορίτσι που πάει να πιάσει δουλειά ως γραμματέας του πλούσιου και
ωραίου Παπαμιχαήλ και είναι πολύ καλύτερη από κάθε άλλη γιατί αυτός τις διάλεγε
σαν φιλενάδες, καταφέρνει με την εργατικότητά της, την αξιοσύνη της να πάρει τη
θέση της γραμματέως, πληκτρολογεί με μεγάλη ταχύτητα, εκπλήσσεται ο Παπαμιχαήλ
, περάστε από το ταμείο να πάρετε δύο μισθούς, ποιος θα ξεχάσει τη σκηνή με
τον Μπακάλη, και ως καλό κορίτσι που μένει με την γιαγιά της και τα 3
αδελφάκια της καλεί όλη την γειτονιά οργανώνει φαγοπότι, μοιράζει σοκολάτες στα
παιδιά, καλεί και ένα μπουζούκι και με την φωνή του Γρηγ Μπιθικώτση τραγουδάει όλη η γειτονιά
Κάντε υπομονή κι ο ουρανός θα γίνει πιο
γαλανός
Ολη η μεταπολεμική Ελλάδα σε αυτή την σκηνή, για την αναγέννηση της χώρας, ό,τι
καλύτερο, οτι υγιέστερο κρύβεται στην λαϊκή ψυχή!
Δημ. Τριάντος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου