ΩΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗ
π. Ιωάννης
Σπιτέρης
Ζήτησα από τον αδελφό Ματθαίο να μου στείλει υλικό
από τη νυχτερινή του αποστολή, ώστε να μοιραστώ μαζί σας ένα μικρό μέρος από το
σπουδαίο έργο αυτού του μοναχού των Μαριανών Αδελφών της Αθήνας. Ανταποκρίθηκε
με γενναιοδωρία, στέλνοντάς μου έναν πραγματικό θησαυρό: δεκάδες άρθρα,
συνεντεύξεις, προσωπικές μαρτυρίες και κείμενα, γραμμένα στα ελληνικά και στα
γαλλικά, που καταγράφουν μια πορεία δεκαετιών δίπλα στα παιδιά του δρόμου και
στους ανθρώπους της νύχτας.
Μπροστά σε αυτόν τον πλούτο των μαρτυριών, το κείμενο που ακολουθεί δεν φιλοδοξεί παρά να αποτελέσει μια σύντομη περιήγηση και μια ταπεινή απόπειρα να αναδειχθεί ένα μικρό μόνο μέρος της συγκλονιστικής αυτής διακονίας, που ασκείται αθόρυβα, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, εκεί όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δοκιμάζεται περισσότερο και η ελπίδα έχει τη μεγαλύτερη ανάγκη από συνοδοιπόρους.
Η ΝΥΧΤΑ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ
Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΟΥΣ
ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
Η Αθήνα αλλάζει πρόσωπο μόλις πέσει το σκοτάδι. Τα φώτα των δρόμων φωτίζουν μια άλλη πόλη, άγνωστη στους περισσότερους. Στην Ομόνοια, στα Πατήσια, στο Γκάζι, στην πλατεία Βάθης και στους γύρω δρόμους, άνθρωποι χωρίς σπίτι, παιδιά εγκαταλελειμμένα, νέοι βυθισμένοι στα ναρκωτικά, εκδιδόμενα αγόρια και κορίτσια, μικροπαραβάτες και κυνηγημένοι από τη ζωή αναζητούν έναν ακόμη τρόπο να επιβιώσουν μέχρι να ξημερώσει.
Την ώρα που οι περισσότεροι κλείνουν τις πόρτες των σπιτιών τους, ένας μοναχός ανοίγει τη δική του προς την πιο σκοτεινή πλευρά της πόλης.
Είναι ο αδελφός Ματθαίος Λεβαντίνος, καθολικός
μοναχός και εκπαιδευτικός της Λεοντείου Σχολής. Από το 1984, όταν ένα τυχαίο
γεγονός τον έφερε σε επαφή με τα παιδιά του δρόμου, ένιωσε – όπως ο ίδιος
ομολογεί – ότι ο Θεός τον κάλεσε να βαδίσει έναν δύσβατο δρόμο. Έναν δρόμο
γεμάτο κινδύνους, απογοητεύσεις, αλλά και μικρά θαύματα που γεννιούνται μέσα
από την αγάπη.
Δεν κρατά σημειωματάριο ούτε κάνει κοινωνικές
έρευνες. Περπατά. Παρατηρεί. Χαιρετά με το μικρό τους όνομα τα παιδιά που
συναντά. Κάθεται δίπλα τους στα παγκάκια, στις πλατείες, στα φτηνά ξενοδοχεία,
στα εγκαταλελειμμένα κτίρια. Μοιράζεται μαζί τους ένα τοστ, έναν καφέ, μια
κουβέντα. Ξέρει ότι πριν από κάθε βοήθεια πρέπει να γεννηθεί η εμπιστοσύνη.
Τα παιδιά αυτά έχουν μάθει να φοβούνται τους
μεγάλους. Οι περισσότεροι τα πλησίασαν για να τα εκμεταλλευτούν, να τα
χρησιμοποιήσουν ή να τα απορρίψουν. Εκείνος είναι ίσως ο πρώτος ενήλικας που τα
πλησιάζει χωρίς να ζητά τίποτε.
Πίσω από κάθε πρόσωπο κρύβεται μια ιστορία. Ένα
παιδί που εγκατέλειψε το σχολείο στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Ένας έφηβος
που έφυγε από ένα σπίτι γεμάτο βία. Ένα παιδί μεταναστών που βρέθηκε μόνο του
στην Αθήνα. Άλλα πουλούν χαρτομάντηλα στα φανάρια, άλλα καθαρίζουν τζάμια
αυτοκινήτων. Για πολλούς όμως αυτή είναι μόνο η αρχή. Η επόμενη στάση είναι οι
μικροκλοπές, τα ναρκωτικά, η πορνεία και πολλές φορές η φυλακή.
Ο αδελφός Ματθαίος γνωρίζει καλά αυτή τη διαδρομή.
Την έχει δει να επαναλαμβάνεται αμέτρητες φορές. Γι' αυτό προσπαθεί να παρέμβει
όσο ακόμη υπάρχει χρόνος.
Δεν αρχίζει με κηρύγματα. Ακούει.
Τα παιδιά έχουν ανάγκη να μιλήσουν. Να πουν
αλήθειες, ψέματα, υπερβολές, φόβους και όνειρα. Εκείνος τα αφήνει να εκφραστούν
χωρίς να τα διακόπτει. Ξέρει ότι πίσω ακόμη και από το πιο απίθανο ψέμα
κρύβεται συνήθως μια βαθιά πληγή.
Πολλές φορές τον αποκαλούν «μπαμπά Ματθαίο». Δεν
είναι επειδή θέλει να πάρει τη θέση του πατέρα τους. Είναι γιατί νιώθουν, ίσως
για πρώτη φορά, πως κάποιος ενδιαφέρεται πραγματικά για τη ζωή τους.
Η βοήθειά του είναι πολύπλευρη. Συνοδεύει παιδιά
στα νοσοκομεία, βρίσκει γιατρούς, επικοινωνεί με κοινότητες απεξάρτησης,
αναζητά εργοδότες που θα τους δώσουν μια ευκαιρία, επισκέπτεται οικογένειες
στην επαρχία, προσπαθεί να συμφιλιώσει γονείς και παιδιά, οργανώνει εκδρομές,
γεύματα και μικρές γιορτές, ώστε οι νέοι να γνωρίσουν έναν διαφορετικό τρόπο
ζωής.
Συχνά τους ζητά να του παραδώσουν τα μαχαίρια και
τους σουγιάδες που κουβαλούν στις τσέπες τους. Δεν τους μαλώνει. Τους λέει μόνο
μια φράση που επαναλαμβάνει χρόνια ολόκληρα: «Το μεγαλύτερο όπλο είναι η
αγάπη.»
Και πολλές φορές, προς έκπληξή του, τα παιδιά του
τα δίνουν.
Βέβαια, η νύχτα δεν χαρίζει εύκολες νίκες.
Υπάρχουν στιγμές που η απογοήτευση είναι μεγαλύτερη από τη χαρά. Παιδιά
επιστρέφουν στα ναρκωτικά, χάνονται από τη μια μέρα στην άλλη ή καταλήγουν στη
φυλακή. Άλλοτε ο ίδιος βρίσκεται στις κηδείες τους, προσευχόμενος σιωπηλά για
μια ζωή που έσβησε πολύ νωρίς.
Κι όμως, συνεχίζει.
Γιατί υπάρχουν και οι άλλες ιστορίες. Ο νέος που
βρήκε δουλειά. Το παιδί που επέστρεψε στο σχολείο. Ο πρώην άστεγος που
δημιούργησε οικογένεια. Ο νεαρός που χρόνια αργότερα επιστρέφει μόνο και μόνο
για να του πει ένα «ευχαριστώ».
Αυτές οι στιγμές είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή του.
Σχεδόν κάθε βράδυ, ύστερα από ώρες περιπλάνησης
στους δρόμους της Αθήνας, επιστρέφει κουρασμένος αλλά όχι ηττημένος. Η αποστολή
του δεν μετριέται με αριθμούς ούτε με στατιστικές. Μετριέται με πρόσωπα. Με τα
μάτια ενός παιδιού που ξαναβρίσκει την ελπίδα. Με ένα χαμόγελο που γεννιέται
εκεί όπου πριν υπήρχε μόνο φόβος.
Ύστερα από δεκαετίες παρουσίας κοντά στους
ανθρώπους της νύχτας, ο αδελφός Ματθαίος γνωρίζει καλά ότι δεν μπορεί να
αλλάξει μόνος του τον κόσμο. Δεν έπαψε όμως ποτέ να πιστεύει ότι μπορεί να
αλλάξει τον κόσμο ενός ανθρώπου κάθε φορά.
Ίσως γι' αυτό τα λόγια του αποκτούν σήμερα ακόμη
μεγαλύτερη δύναμη:
«Ως χριστιανός ελπίζω, αλλά ως άνθρωπος πονάω,
γιατί καταλαβαίνω ότι αυτό που κάνω είναι μια σταγόνα στον ωκεανό. Μήπως όμως
και ο ωκεανός δεν αποτελείται από πολλές σταγόνες;»
Η ζωή και η νυχτερινή δράση του αδελφού Ματθαίου
αποδεικνύουν πως η αγάπη δεν κάνει θόρυβο. Περπατά αθόρυβα στους δρόμους,
κάθεται δίπλα στους ξεχασμένους ανθρώπους και τους θυμίζει πως, ακόμη και μέσα
στο πιο βαθύ σκοτάδι, υπάρχει πάντοτε μια φλόγα που μπορεί να ανάψει ξανά. Αυτή
τη φλόγα υπηρέτησε ο αδελφός Ματθαίος επί δεκαετίες· και γι' αυτό η νύχτα της
Αθήνας δεν ήταν ποτέ εντελώς σκοτεινή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου