Τό προπατορικό ἁμάρτημα εἶναι κληρονομικό
Στό φύλλο τῆς 10ης/7/2026 τῆς ἐφημερίδας «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ», διάβασα μέ ἐνδιαφέρον
τό δοκίμιο τοῦ κ. Παύλου Κλιμετσάκη, Δρ. Φιλοσοφίας: «Τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα
δὲν εἶναι κληρονομικὸν» -ἀναρτημένο καί στήν ἠλεκτρονική ἔκδοση τῆς ἐφημερίδας: orthodoxostypos.
Ἐπειδή ἔχω διαβάσει στόν Τύπο ἤ ἔχω δεῖ στό Διαδίκτυο καί ἄλλα ὄντως ἐξαιρετικά
ἄρθρα τοῦ ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ Παύλου Κλιματσάκη, ἄς μοῦ ἐπιτρέψει νά ἐκφράσω γιά
τό ἐν λόγῳ δοκίμιό του τήν ζωηρή διαφωνία μου.
Α) Σύμφωνα μέ τήν Ὀρθόδοξη πίστη μας, τό προπατορικό ἁμάρτημα βεβαίως καί εἶναι
κληρονομικό, ἐνῶ ἡ ἀντίθετη ἄποψη, ὅτι δηλαδή τό ἁμάρτημα τῶν προπατόρων μας
δέν κληρονομεῖται σέ ὅλους ἐμᾶς τούς ἀπογόνους τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας εἶναι,
κατά τήν ταπεινή μου γνώμη, λανθασμένη καί εἰδικότερα Πελαγιανίζουσα. (βλ.
Νικολάου Μητσοπούλου: Θέματα Ὀρθοδόξου Δογματικῆς Θεολογίας (Πανεπιστημιακαί
παραδόσεις Δογματικῆς), Ἐκδόσεις Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἀθῆναι 1983, σ. 202
-205, Ἀνδρέου Θεοδώρου: Σημειώσεις εἰς τήν Συγκριτικήν Συμβολικήν, ἐν Ἀθήναις,
1980, σ. 182 -213, Ἀποστόλου Νικολαΐδη: Ἐξηγήσεις καί παρεξηγήσεις στό χῶρο τῆς
Θεολογίας, Συμβολική μέ στοιχεῖα Ἀπολογητικῆς, Ἀθήνα 1992, σ. 110 -112,
Παναγιώτη Ν. Γκουρβέλου: Ὁ Πελαγιανισμός, ὁ Ἀπόλυτος Προορισμός, ἡ Ἀποκατάσταση
τῶν πάντων καί ἡ Θεανθρώπινη συνέργεια, στό βιβλίο τοῦ ἰδίου: Μυστικές
διαδρομές, ἐκδοτική παραγωγή «ΣΑΪΤΗΣ», Πάτρα, Μάρτιος 2010, σ. 61 -82 καί στόν
«Ὀρθόδοξο Τύπο» σέ πέντε συνέχειες, στά φύλλα τῆς 4ης/2, 11ης/2, 18ης/2,
25ης/2 καί 3η/3/2000, Παναγιώτη Ν. Γκουρβέλου: Κι ὅμως ὁ
Τρεμπέλας εἶχε δίκηο! (Μεταξύ Θείας ἀγάπης καί Θείας δικαιοσύνης),
«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ», φ. 23/10/2015 καί στήν ἔκδοση τῆς ἐφημερίδας ἠλεκτρονικά: orthodoxostypos
Β) Ἐάν τό ἁμάρτημα τῶν πρωτοπλάστων δέν μετεδίδοτο κληρονομικά σέ ὅλους ἐμᾶς
τούς ἀνθρώπους, τότε γιατί διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας πώς, μέ τό μυστήριο τοῦ Ἁγίου
Βαπτίσματος, «ὁ βαπτιζόμενος ἀπαλλάσσεται ἀπό τε τῆς προπατορικῆς
καί τῶν προσωπικῶν (ἐφ’ ὅσον δέν εἶναι νήπιον) ἁμαρτιῶν καί ἀναγεννᾶται
πνευματικῶς ἐνσωματούμενος εἰς τό ἔνδοξον μυστικόν σῶμα τοῦ Κυρίου, τ.ἔ. τήν Ἐκκλησίαν,
καί καθιστάμενος «καινή κτίσις (Β΄ Κορινθ. 5,17)» (Νικολάου
Μητσοπούλου: Θέματα Ὀρθοδόξου Δογματικῆς Θεολογίας, ὅ. π. σ. 305 -312);
Γ) Τήν θέση ὅτι ὁ βαπτιζόμενος, μέ τήν ἄκτιστη χάρη τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, ἀπαλλάσσεται
ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα ἐκφράζει καί ἕνας ἐκ τῶν τριῶν
συγγραφέων τοῦ μέχρι πρό τινος (μέχρι τό 2017, πού τό ὁμολογιακό, Ὀρθόδοξο
Χριστιανικό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν καταργήθηκε καί ὑποκαταστάθηκε ἀπό τά
νοθευμένα συγκριτιστικά Θρησκευτικά) σχολικοῦ ἐγχειριδίου τῶν Θρησκευτικῶν τῆς
Α΄ τάξεως Λυκείου, ὁ μακαριστός πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός (Χρῆστος
Γκότσης -π. Γεώργιος Μεταλληνός -Γεώργιος Φίλιας: Ὀρθόδοξη Πίστη καί Λατρεία,
Α΄ τάξη Γενικοῦ Λυκείου, Ὀργανισμός Ἐκδόσεως Διδακτικῶν Βιβλίων, ἔκδοση 2008,
σ. 117 -123).
Καί ἔχει ἰδιαίτερη σημασία αὐτό, καθότι ὁ ἀείμνηστος καί ἀγαπητός π.
Γεώργιος, ὅπως ἀκριβῶς καί ὁ ἀγαπητός κ. Κλιμετσάκης, ἔχουν ἰσχυρή τοποθέτηση
έναντίον τοῦ ἱεροῦ Αύγουστίνου, ἀκολουθώντας πιστά σ’ αὐτό τόν ἐπίσης μακαριστό
π. Ἰωάννη Ρωμανίδη. Καί οἱ τρεῖς συγγραφεῖς, π. Ἰωάννης
Ρωμανίδης(+), π. Γεώργιος Μεταλληνός(+) καί Παῦλος Κλιμετσάκης κρατοῦν ἰσχυρή
στάση κόντρα στόν Ἅγιο Αὐγουστίνο. Ἰδιαίτερα δέ ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης θεωρεῖ
τήν θέση ὅτι τό προπατορικό ἁµάρτηµα
µεταβιβάζεται κληρονοµικά σ’ ὅλους τούς ἀπογόνους τοῦ Ἀδάµ, ὡς κακόδοξη καί αἱρετική,
εἰσαχθεῖσα στήν Παπική (Ρωμαιοκαθολική) Ἐκκλησία ἀπό τόν Ἅγιο Αὐγουστίνο. Ἀλλά,
κατά τήν ταπεινή μου γνώμη, ὁ ἰσχυρισμός πώς ἡ προπατορική ἁμαρτία κληρονομεῖται
σέ ὅλους ἐμᾶς τούς ἀπογόνους τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας εἶναι ὀρθόδοξος (ὀρθοδοξότατος!). Τί
κι’ ἄν τήν ἴδια ἄποψη ἔχουν καί οἱ Δυτικοί (Ρωμαιοκαθολικοί); Τόσο τό καλύτερο!
Δ) Ἔχω καί στό παρελθόν γράψει σχετικά μέ τό ζήτημα τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος.
Τήν πρώτη φορά γιά τό πῶς τό προπατορικό ἁμάρτημα κληρονομεῖται (ὅ. π.
Παναγιώτη Ν. Γκουρβέλου: : Ὁ Πελαγιανισμός, ὁ Ἀπόλυτος Προορισμός, ἡ Ἀποκατάσταση
τῶν πάντων καί ἡ Θεανθρώπινη συνέργεια), τή δεύτερη ὑπερασπιζόμενος
τόν Ἱερό Αὐγουστίνο ἔναντι τοῦ πατρός Νικολάου Λουδοβίκου (Παναγιώτη Ν.
Γκουρβέλου: Ἀπολογία ὑπέρ τοῦ Ἁγίου Αὐγουστίνου, στό βιβλίο: Παναγιώτη Ν.
Γκουρβέλου: Μυστικές διαδρομές, ὅ. π. σ. 193 -204 καί στό περιοδ. «ΣΥΝΑΞΗ», τεῦχος
96 (Ὀκτ. -Δεκέμβρ. 2005, σ. 94 -99 καί στήν ἠλεκτρονική ἔκδοση
τοῦ περιοδικοῦ καί τήν τρίτη ὑπεραμυνόμενος τοῦ Ἁγίου Αὐγουστίνου ἀλλά
καί τοῦ μακαριστοῦ καθηγητῆ Παναγιώτη Τρεμπέλα κόντρα στόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη (ὅ.
π. Παναγιώτη Ν. Γκουρβέλου: Κι ὅμως ὁ Τρεμπέλας εἶχε
δίκηο! (Μεταξύ Θείας ἀγάπης καί Θείας δικαιοσύνης).
Κλείνοντας νά ἀναφέρω ὅτι θερμός ὑπερασπιστής τοῦ Ἁγίου Αὐγουστίνου εἶναι ὁ
πρόσφατα ἑορταζόμενος νεώτερος καί σοφός Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας, Ἅγιος
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, καθώς καί ὁ σπουδαῖος σύγχρονος Ἀμερικανός
θεολόγος, ἱερομόναχος π. Σεραφείμ Ρόουζ (π. Σεραφείμ Ρόουζ: Ἡ
θέσι τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μετάφραση ἁπό τήν Ἀγγλική: Ἱερά
Μονή Ἁγίου Αὐγουστίνου Φλωρίνης, ἐκδόσεις ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ, Α΄ἔκδοση: Ἰούνιος 2010).
ΥΓ. Παραθέτω, ἐν συνεχείᾳ, ἀπό τό βιβλίο μου «Μυστικές διαδρομές», τήν μία ἀπό
τίς τρεῖς προαναφερθεῖσες ἐργασίες μου, ἡ ὁποία δέν ὑπάρχει ἀναρτημένη στό
Διαδίκτυο.
Πέμπτη 16 Ἰουλίου 2026
Παναγιώτης Ν. Γκουρβέλος
Ο ΠΕΛΑΓΙΑΝΙΣΜΟΣ
Κάποιες φορές, ἡ γνώση τοῦ πιστεύω τῶν αἱρετικῶν ἤ τῶν ἀλλοθρήσκων, ὄχι
μόνο δέν ὁδηγεῖ σέ ἀλλοίωση καί νόθευση τῆς δικῆς μας ἀλήθειας, ἀλλά ἀντίθετα
συμβάλλει στή βαθύτερη ἐπίγνωση, συνείδηση τῶν ὁρίων καί ἀπόδειξη τῆς ἀσύγκριτης
ὑπεροχῆς τῆς θρησκείας μας ἔναντι τῶν ἄλλων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν καί τῶν
ξένων θρησκειῶν. Θα προσπαθήσω νά καταδείξω αὐτό σ’ ἕνα συγκεκριμένο ζήτημα: τῆς
συνεργείας τοῦ ἀνθρώπινου μέ τό Θεῖο παράγοντα γιά τήν ἐπίτευξη τῆς ἐν Χριστῷ
σωτηρίας μας, ἀντιπαραβάλλοντας ταυτόχρονα τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας στό
παραπάνω ζήτημα μέ τίς κακόδοξες θεωρίες τοῦ Πελαγιανισμοῦ, τοῦ ἀπόλυτου
Προορισμοῦ καί, τέλος, τῆς Ἀποκατάστασης τῶν πάντων.
* Δημοσιεύθηκε στόν «ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΤΥΠΟ», σέ πέντε συνέχειες, στίς 4/2, 11/2, 18/2,
25/2 καί 3/3/2000. 62
Ι. Τό μέγεθος τῆς πτώσης τῶν πρωτοπλάστων, ἡ προσωπική οἰκείωση τῆς ἐν
Χριστῷ σωτηρίας καί οἱ παράγοντες τῆς σωτηρίας (Θεία χάρις + ἀνθρώπινηἐλευθερία).
Κατά τήν Ὀρθόδοξη πίστη, ἡ πτώση τῶν πρωτοπλάστων εἶχε ὡς φυσική
συνέπεια τήν ἀμαύρωση και ἀχρείωση τῆς Θείας εἰκόνας μέσα στόν ἄνθρωπο (Νικολάου
Μητσοπούλου, Θέματα Ὀρθοδόξου Δογματικῆς Θεολογίας, ἐκδόσεις Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν,
Ἀθῆναι 1983, σ. 198-202.)
Ἀπόκλιση ἀπό τήν πίστη αὐτή τῆς Ἐκκλησίας πρός δύο κατευθύνσεις διαμετρικά ἀντίθετες,
παρουσιάζουν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καί οἱ Προτεστάντες. Σύμφωνα με τούς πρώτους, ἐλάχιστη
βλάβη ὑπέστη ἡ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἀνθρώπινη φύση ἐξ αἰτίας τῆς πτώσης τῶν
προπατόρων. Ἑπομένως ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά σωθεῖ σχεδόν μέ τίς δικές του
δυνάμεις, ἐνῶ ἡ συνέργεια τῆς Θείας χάριτος πρός τό σκοπό αὐτό εἶναι μᾶλλον ἀχρείαστη.
Ἡ θέση αὐτή τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν ρέπει προς τόν Πελαγιανισμό (Ἀνδρέου Θεοδώρου,
Σημειώσεις εἰς τήν Συγκριτικήν Συμβολικήν, ἐν Ἀθήναις, 1980, σε. 195-200..)
Στό ἄλλο ἄκρο οἱ Προτεστάντες, διατείνονται πώς ἡἀνθρώπινη φύση, ὄχι ἁπλῶς ἀχρειώθηκε
καί ἀμαυρώθηκε μετά τό προπατορικό ἁμάρτημα, ἀλλά καταστράφηκε ὁλοκληρωτικά.
Κατά συνέπειαν εἶναι μᾶλλον ἀδύνατο νά σωθοῦμε ἀπό μόνοι μας, ὁπότε τό ἀπολυτρωτικό
ἔργο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ ἀποκλειστικός σχεδόν συντελεστής τῆς σωτηρίας μας. Οἱ ἀπόψεις
αὐτές τῶν Προτεσταντῶν ἀπηχοῦν τή θεωρία τοῦ Ἀπόλυτου προορισμοῦ (Ὅπου
παραπάνω, σ. 200-206. 63) Πελαγιανισμός καί ἀπόλυτος Προορισμός εἶναι
δύο ἀντίπαλες καί κακόδοξες θεωρίες, πού γεννήθηκαν κατά τή θεολογική διαμάχη
γιά τό θέμα τῶν παραγόντων, πού συμβάλλουν στή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, καί ἐκφράστηκαν
στά πρόσωπα τοῦ αἱρετικοῦ Πελάγιου καί τοῦ ἁγίου Αὐγουστίνου, πού δυστυχῶς στό
θέμα αὐτό ἀστόχησε. «Ἡ θεωρία τοῦ Ἀπόλυτου προορισμοῦ διεμορφώθη πρῶτον μέν ἐκ
τῆς προσωπικῆς ἐμπειρίας τοῦ Αὐγουστίνου, ὁ ὁποῖος ἐκλήθη εἰς ὑπηρεσίαν τοῦ Θεοῦ
χωρίς νά συμβάλη εἰς τοῦτο ὁ ἴδιος (ἀντίθετα ἦταν πολύ ἁμαρτωλός), δεύτερον δέ ἐκ
τῆς ἐπιθυμίας αὐτοῦ νά διατηρήσῃ τήν ὑπερβατικότητα καί τήν πα-ντοδυναμίαν τοῦ
Θεοῦ ἀνέπαφον» (Παναγιώτου Χρήστου, Ἐκκλησιαστική Γραμματολογία (Πατέρες καί
Θεολόγοι τοῦ Χριστιανισμοῦ), τόμος Α΄, ἐκδοτικός οἶκος Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη
1994, σ. 268.) «Οἱ Δυτικοί θεολόγοι (οἱ Προτεστάντες βεβαίως) εὑρίσκουν
πανταχοῦ εἰς τούς Ἕλληνας Πατέρας ἕν εἶδος κρυπτο-Πελαγιανισμοῦ, προβάλλουν δέ
τήν δικαιολογίαν ὅτι διά τινα δῆθεν ἀνεξήγητον λόγον δεν ἐνδιαφέρθησαν οἱ Ἀνατολικοί
διά τά ἀπασχολήσαντα τήν Δύσιν μεγάλα προβλήματα περί προπατορικοῦ ἁμαρτήματος
καί θείας Χάριτος», ἄν καί «οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς ἐν Ἐφέσῳ
Συνόδου (431) κατεδίκασαν τόν Πελαγιανισμόν καί ἐτόνισαν την ἀπόλυτον διά
τήν σωτηρίαν ἀναγκαιότητα τῆς Θείας Χάριτος». (π. Ἰωάννου Ρωμανίδου: Τό
προπατορικόν ἁμάρτημα, ἐκδόσειςΔόμος, Ἀθήνα 1989, σ. 20..) «Τήν διδασκαλίαν τοῦ
Πελαγίου κατεπολέμησαν καί ἄλλοι (θεολόγοι) πλήν τοῦ Αὐγουστίνου, κατεδίκασαν
δέ πολλαί δυτικαί σύνοδοι (τῆς ἑνιαίας, πρό τοῦ Σχίσματος, Ἐκκλησίας) καί ἐπίσης
μετάτόν θάνατον αὐτοῦ (420) ἡ Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, ὀρθῶς συνδέσασα αὐτήν
μετά τοῦ Νεστοριανισμοῦ» (Παναγιώτου Χρήστου, ὅπου παραπάνω, σ. 256..) «Ἐάν
ὁ Πελάγιος δέν εἶχε ν’ ἀντιμετωπίσῃ τήν ἀκραίαν περί προορισμοῦ διδασκαλίαν τοῦ
Αὐγουστίνου, ἴσως νά παρέμενε μετριοπαθέστερος, ὅπως ἔξ ἄλλου θά ἦτο καί ὁ
Αὐγουστῖνος, ἄν δέν εἶχε ν’ ἀντιμετωπίσῃ τήν ἰδικήν του διδασκαλίαν» (Ὅπου
παραπάνω, σ. 255.)
Νά σημειωθῆ ὅτι ὁ Πελαγιανισμός υἱοθετώντας την ἄποψη ὅτι καμμιά ζημιά δέν ὑπέστη
ἡ Θεία εἰκόνα μέσα στόν ἄνθρωπο λόγῳ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, θεωρεῖ ὅτι ὁ
ἄνθρωπος μπορεῖ νά σωθεῖ μέ τίς δικές του δυνάμεις, ἐνῶ ἡ θεία Χάρις εἶναι ἐντελῶς
περιττή γιά τή σωτηρία μας (Ὅπου παραπάνω, σ. 255-256). Ἀντίθετα, ὁ ἀπόλυτος
Προορισμός ἰσχυριζόμενος τήν παντελῆ ἐξουθένωση τῆς ἀνθρώπινης θελήσεως με τήν
πτώση τῶν προπατόρων, ἀναθέτει ἐξ ὁλοκλήρου τή σωτηρία μας στή Θεία Χάρη, ἡ ὁποία,
ὅμως, ὠφελεῖ μόνο τούς ἐκλεκτούς πού ὁ Θεός προορίζει προς σωτηρίαν, διότι οἱ
πολλοί εἶναι μᾶζα καταδικασμένη, κατευθυνόμενη δηλ. ἀπό τό Θεό στήν αἰώνια
τιμωρία (Ὅπου παραπάνω, σ. 263 καί 268-269.). Ὁ Πελαγιανισμός μέ τό
νά ἐξοβελίζει τό Θεό και νά ἀρνεῖται τή συμβολή Του στή σωτηρία μας,
γίνεται λανθάνων Νεστοριανισμός, ἐνῶ ἀντίθετα ὁ Ἀπόλυτος προορισμός
τονίζοντας ὑπερβολικά τή Θεότητα σέ βάρος τῆς ἀνθρωπότητας καί καταπνίγοντας
τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία, μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ ὡς ἤπιος Μονοφυσιτισμός.
ΙΙ. Πῶς κληρονομεῖται τό προπατορικό ἁμάρτημα.
Τό ὅτι τό προπατορικό ἁμάρτημα κληρονομεῖται σέ ὅλους τούς ἀπογόνους τοῦ
Ἀδάμ καί τῆς Εὔας, ἀποτελεῖ κοινή πίστη τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας (Ἀνδρέου
Θεοδώρου, ὅπου παραπάνω, σ. 194-195 καί 206-210, Νικολ. Μητσοπούλου, ὅπου
παραπάνω, σ. 72 καί 202-205.). Ὁ τρόπος, ὅμως, μετάδοσης τῆς ἁμαρτίας τῶν
προπατόρων εἶναι ζήτημα θεολογούμενο, ὅπως θεολογούμενο εἶναι καίτό ζήτημα «τοῦ
τρόπου τῆς ἑνώσεως τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, ἀλλά καί αὐτῆς τῆς ἐλεύσεως τῆς
ψυχῆς εἰς τό εἶναι ἐκ τοῦ μή εἶναι» (Νικολ. Μητσοπούλου, ὅπου παραπάνω, σ.
189.) Κατά την πρώτη ἐκδοχή, τό προπατορικό ἁμάρτημα «νοεῖται ὡς προσωπικό ἁμάρτημα
τοῦ Ἀδάμ, τό ὁποῖο ὁ Θεός ἀμέσως καταλογίζει σέ ὅλους τούς ἀπογόνους του, κάτι
τό ὁποῖο βεβαίως προσκρούει σέ κάθε ἔννοια δικαιοσύνης (καί πολύ περισσότερο ἀγάπης
τοῦ Θεοῦ)» (Ἀνδρέου Θεοδώρου, ὅπου παραπάνω, σ. 207..) Κατά τή δεύτερη δέ ἐκδοχή,
τό προπατορικό ἁμάρτημα «νοεῖται ὡς κατάσταση ἁμαρτίας, πού ἀπέρρευσε ἀπό τό
προσωπικό ἁμάρτημα τοῦ Γενάρχη τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἡ ὁποία (κατάσταση ἁμαρτίας,
φθορᾶς καί θανάτου) καταλογίζεται ἐμμέσως σέ ὅλους τούς ἀπογόνους τοῦ Ἀδάμ, ἐπειδή
ὅλοι βάσει τῆς ἑνότητας τοῦ ἀνθρώπινου γένους συμμετέχουμε στήν ἀνθρώπινη φύση
τοῦ Ἀδάμ καί ἑπομένως κληρονομοῦμε καί τό ἁμάρτημά του» (Ἀποστόλου Νικολαΐδη: Ἐξηγήσεις
καί παρεξηγήσεις στό χῶρο). «Ἀπό Ὀρθοδόξου πλευρᾶς ὀρθότερος φαίνεται ὁ ἔμμεσος
καταλογισμός τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος» (Ἀνδρέου Θεοδώρου, ὅπου παραπάνω, σ.
209 ,) «κατά τόν ὁποῖο ἡδιαφθορά τῆς φύσεως κληρονομεῖται» (Ἀποστόλου Νικολαΐδη,
ὅπου παραπάνω, σ. 112.)β, χωρίς πάντως καί ὁ ἔμμεσος αὐτός τρόπος καταλογισμοῦ
«νά ἐπιλύῃ οὐδόλως τό πρόβλημα τοῦ πῶς εἶναι δυνατόν ὁ ἄνθρωπος νά εὐθύνεται
καί νά τιμωρῆται διά τήν ἁμαρτίαν τοῦ Προπάτορος εἰς τήν διάπραξιν τῆς ὁποίας
προσωπικῶς οὐδαμῶς συμμετέσχε, οὐδέ δύναται νά θεωρηθῇ ὡς ἠθικῶς ὑπεύθυνος» (Ἀνδρέου
Θεοδώρου, ὅπου παραπάνω, σ. 209-210.). Ἡ καθεμιά ἐκδοχή τοῦ τρόπου μετάδοσης τοῦ
προπατορικοῦ ἁμαρτήματος «στηρίζεται καί σέ μιά ἀντίστοιχη θεωρία γένεσης τῆς
ψυχῆς. Ἔτσι ἡ πρώτη ἄποψη –τοῦ ἄμεσου καταλογισμοῦ τῆς ἐνοχῆς τοῦ Ἀδάμ–,στηρίζεται
στή θεωρία τῆς δημιουργίας τῶν ψυχῶν(Creatianismus)» (Ἀποστόλου Νικολαΐδη, ὅπου
παραπάνω, σ. 110.), «σύμφωνα μέ τήν ὁποία αἱ ψυχαί δημιουργοῦνται ἀμέσως ὑπό τοῦ
Θεοῦ κατά τήν σύλληψιν ἑκάστου ἀνθρώπου»18. Ἡ δεύτερη δέ ἄποψη –τοῦ ἔμμεσου
καταλογισμοῦ–, συνδέεται ἄμεσα μέ τή θεωρία τῆς μεταφυτεύσεως (Traducianismus),
«κατά την ὁποία διά τῆς γεννήσεως ἑκάστου ἀνθρώπου φύονται αἱ ψυχαί ἐκ τῶν
γονέων, διαδοχικῶς ἐκ τῶν πρωτοπλάστων, ὡς αἱ ἀποσπάδες τῶν δένδρων» (Ὅπου
παραπάνω, σ. 190.). Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ἔχει ἐκφρασμένη ἄποψη
σχετικά μέ το τῆς Θεολογίας ζήτημα αὐτό, ἀφοῦ γιά τόν τρόπο
γένεσης τῶν ψυχῶν «σιγᾷ ἡ θεία Ἀποκάλυψις» Ὅπου παραπάνω, σε. 189, βλ. καί Ἀποστόλου
Νικολαΐδη, ὅπου παραπάνω, σ. 111. ). «Ἴσως προσήγγιζε πως (ὄχι ὅμως πλήρως) τό
μυστήριον τοῦ τρόπου ἐλεύσε- ως εἰς τό εἶναι ἐκ τοῦ μή εἶναι ἑκάστης ψυχῆς καί
τῆς ἑνώσεως αὐτῆς μετά τοῦ σώματός της, συνδυασμός τις τῆς θεωρίας τῆς
δημιουργίας καί τῆς θεωρίας τῆς με- ταφυτεύσεως» (Νικολ. Μητσοπούλου, ὅπου
παραπάνω, σ. 191.). Μειονέκτημα τῆς θεωρίας τῆς δημιουργίας εἶναι τό ὅτι
«παρουσιάζει τήν μετάδοσιν τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ὡς γινομένην διά τῆς
«χειρός» τοῦ παναγίου Θεοῦ» (Ὅπου παραπάνω, σ. 190.), πρᾶγμα πού θά ἀναιροῦσε
τή Θεία δικαιοσύνη, – καί πολλῷ μᾶλλον τή Θεία ἀγάπη. Καί ἡ προσπάθεια τοῦ ἁγίου
Αὐγουστίνου νά ἀποκαταστήσειτή Θεία δικαιοσύνη (καί ἀσφαλῶς τή Θεία ἀγάπη)
μέ τό νά διδάσκει ὅτι «ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὡς ἴδια καί ἐλεύθερα πρόσωπα ἦσαν
«συμπαραβεβηκότες τῷ Ἀδάμ» (Ὅπου παραπάνω, σ. 203.), καθόλου δέν ἐπιλύει
τό πρόβλημα, χώρια τοῦ ὅτι εἶναι καθαρά δική του ἄποψη. Πλεονέκτημα δέ τῆς
θεωρίας τῆς μεταφυτεύσεως εἶναι τό ὅτι «ἐξηγεῖ πως (ὄχι πάντως ἱκανοποιητικά)
τήν κληρονομικήν μετάδοσιν τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας» (Ὅπου
παραπάνω, σ. 191.). Καί αὐτή, ὅμως, ἡ θεωρία ἐνέχει τό ἑξῆς σοβαρό μειονέκτημα:
Ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι δίκαιος καί πανάγαθος, γιατί ἀνέχεται καί δέν ἐμποδίζει τήν
κληρονομική μετάδοση τοῦ ἁμαρτήματος τῶν προπατόρων; Γιατί ἐπιτρέπει τή
μετάδοση τῆς ἁμαρτίας τῶν πρωτοπλάστων σ’ ὅλους τούς ἀπογόνους τοῦ Ἀδάμ οἱ ὁποῖοι
καθόλου δέν συμμετεῖχαν σ’ αὐτήν; Κατά τήν πρώτη ἐκδοχή τοῦ ἄμεσου καταλογισμοῦ
τῆς ἐνοχῆς τοῦ Ἀδάμ σ’ ὅλους τούς ἀπογόνους του, ἡ ὁποία συνδέεται μέ τή θεωρία
τῆς δημιουργίας τῶν ψυχῶν, ὁ Θεός ἐμφανίζεται να μπορεῖ ἀλλά νά μή θέλει νά ἐξαλείψη
τό προπατορικό ἁμάρτημα. Ἀλλά καί κατά τή δεύτερη ἐκδοχή τοῦ ἔμμεσου
καταλογισμοῦ, τῆς ἁμαρτίας τοῦ Ἀδάμ σ’ ὅλους τούς ἀπογόνους του, ἡ ὁποία
προϋποθέτει τό θεολογούμενο θέμα τῆς μεταφυτεύσεως τῶν ψυχῶν, «σύμφωνα μέ τήν ὁποία
οἱ ψυχές ὅλων τῶν ἀνθρώπων θεωροῦνται ὡς δυνάμει συμπεριλαμβανόμενες στήν ψυχή
τοῦ Ἀδάμ, βάσει τοῦ ἑνιαίου τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, καί μέ τή γέννηση τοῦ
καθενός (οἱ ψυχές) μεταλαμπαδεύονται (μεταφυτεύονται) στούς ἀπογόνους του» (Ἀποστόλου
Νικολαΐδη, ὅπου παραπάνω, σ. 111.), ὁ Θεός παρουσιάζεται νά θέλει ἀλλά νά μήν
μπορεῖ να ἀποτρέψει τήν κληρονομική μετάδοση τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Ἔχουμε,
λοιπόν, νά ἀντιμετωπίσουμε τό καυτό ζήτημα τῆς θεοδικίας στήν κλασσική του
μορφή, εἴτε τήν πρώτη ἐκδοχή ἐπιλέξουμε εἴτε τη δεύτερη. Ἄν κάνουμε τήν πρώτη ἐπιλογή
ἀναιροῦμε τη Θεία δικαιοσύνη καί παναγαθότητα, ἄν προτιμήσουμε τή δεύτερη ἀναιροῦμε
τή Θεία παντοδυναμία. Συμπερασματικά, ἡ κληρονομική μετάδοση τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος
εἶναι μεγάλο μυστήριο τῆς βουλῆς τοῦ Θεοῦ, πού δέν προσεγγίζεται μέ τό νοῦ ἀλλά
μόνο μέ τήν πίστη, τή λυτρωτική δηλ. ἀποδοχή τοῦ θεόπνευστου λόγου τοῦ Ἀποστόλου:
«Ἄρα οὖν ὡς δι’ ἑνός παραπτώματος εἰς πάντας ἀνθρώπους εἰς κατάκριμα, οὕτω καί
δι’ ἑνός δικαιώματος εἰς πάντας ἀνθρώπους εἰς δικαίωσιν ζωῆς. Ὥσπερ γάρ διά τῆς
παρακοῆς τοῦ ἑνός ἀνθρώπου ἁμαρτωλοί κατεστάθησαν οἱ πολλοί, οὕτω καί διά τῆς ὑπακοῆς
τοῦ ἑνός δίκαιοι κατασταθήσονται οἱ πολλοί» (Ρωμ. ε΄ 18-19). «Ὥσπερ γάρ ἐν τῷ Ἀδάμ
πάντες ἀποθνήσκουσιν, οὕτω καί ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζωοποιηθήσονται» (Α΄ Κορινθ.
ιε΄ 22).
ΙΙΙ. Οἱ κακοδοξίες τοῦ Πελαγιανισμοῦ καί τοῦ ἀπόλυτου Προορισμοῦ
1. Σύμφωνα μέ τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὁ πόνος καί ὁ θάνατος εἶναι
πικρός καρπός τῆς δικῆς μας λανθασμένης ἐπιλογῆς, δηλαδή τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας
ἤ δίκαια τιμωρία τοῦ Θεοῦ. Ὅπως, ὅταν ἀπομακρύνεται κάποιος ἀπό τό φῶς τοῦ
φυσικοῦ ἥλιου ἀρρωσταίνει καί πεθαίνει βιολογικά, ἔτσι καί ὅταν ἀπομακρύνεται
κάποιος, μέ τή δική του θέληση, ἀπό τήν Πηγή τῆς ὄντως ζωῆς, τό φῶς τοῦ Νοητοῦ Ἥλιου,
ἀσθενεῖ και πεθαίνει πνευματικά. ≪Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνεται
ἀπό τή ζωή, τόσο πλησιάζει στό θάνατο. Γιατί ἡ ζωή εἶναι ὁ Θεός, καί τῆς ζωῆς ἡ στέρηση εἶναι θάνατος≫ (Μ.
Βασιλείου: Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός 7, P.G. 31, 345.). ≪Ἰδού, οἱ
μακρύνοντες ἑαυτούς ἀπό σοῦ (ἐνν. τοῦ Θεοῦ) ἀπολοῦνται≫ (Ψαλμ. οβ΄ 27). Στερεῖται, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος τήν ἀληθινή
ζωή μέ τήν ἑκούσια ἀπομάκρυνσή τουἀπό τήν Πηγή της, τό Θεό, πού εἶναι ≪Ζωή ὁ Ἴδιος
καί Ζωοποιῶν τόν κόσμο≫ (Στιχηρό ἰδιόμελο
Ἑσπερινοῦ τῆς Γονυκλισίας), ἀκριβῶς ἐπειδή αὐτό εἶναι τό δίκαιο θέλημα τοῦ
φιλάνθρωπου Θεοῦ, τοὐτέστιν ἡ ἠθελημένη ἀπομάκρυνσή μας ἀπό τό Θεό, δηλ. ἡ ἁμαρτία
(ἠθικό κακό), νά ἀκολουθεῖται ἀναπόφευκτα ἀπό τόν πόνο καί τό θάνατο (φυσικό
κακό), ἔτσι ὥστε μέσῳ αὐτοῦ (τοῦ φυσικοῦ κακοῦ) νά σωφρονιζόμαστε καί νά
παιδαγωγούμαστε σ’ αὐτή τή ζωή, ἤ νά κολαζόμαστε, ἐφόσον πεθάνουμε ἀμετανόητοι,
ὁριστικά καί τελεσίδικα στή μετά θάνατον αἰώνια ζωή. Ἑπομένως, τό φυσικό κακό εἶναι
τό ὀλέθριο ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς μας κακῆς ἐπιλογής ἤ –τό ἴδιο εἶναι– ἡ ἔμμεση
καί δίκαια τιμωρία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἔμμεση τιμωρία τοῦ Θεοῦ, διότι μᾶς ἐπιβλήθηκε
ἀκριβῶς ἐπειδή ἑκούσια ἁμαρτήσαμε. Ἐάν τυχόν δέν ἁμαρτάναμε, ὁ δίκαιος Θεός
δέν θά μᾶς τιμωροῦσε, ἀλλά ἀντίθετα θά μᾶς χάριζε την ἄφθαρτη καί μακαρία
ζωή. Θά μπορούσαμε νά παραστήσουμε τήν ἀλήθεια αὐτή μέ τό ἑξῆς σχῆμα: ἠθικό
κακό Þ πόνος, θάνατος ἡ ἐλεύθερη (ἁμαρτία) (φυσικό κακό) Θεός ® βούληση τοῦ ἀνθρώπου ἠθικῶς καλό Þ αιώνια και (ἀρετή)
μακάρια ζωή
Ἀπό τό σχῆμα ἀποδεικνύεται ὅτι, ἐπειδή ἀνάμεσα στό Θεό καί στήν ἁμαρτία (ἠθικό
κακό) παρεμβάλλεται ἡ ἐλεύθερη βούληση τοῦ ἀνθρώπου: α) Ὁ Θεός εἶναι τελείως ἀνεύθυνος
γιά τήν ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου, β) Ὁ πόνος καί ὁ θάνατος εἶναι ἔμμεση τιμωρία τοῦ
Θεοῦ, ἐπιβάλλεται δηλ. στόν ἄνθρωπο μόνον ὅταν συνειδητά ἁμαρτάνει. Μποροῦμε,
λοιπόν, μέ βάση καί τό παραπά-νω σχῆμα νά καταλήξουμε στά ἑξῆς συμπεράσματα:
α) ≪Ὁ Θεός θάνατον οὐκ ἐποίησεν≫ (Σοφ. Σολομ. 1, 13) καί ≪οὔκ ἐστιν αἴτιος
τῶν (φυσικῶν) κακῶν≫ (Μ. Βασίλειος).
β) Ὁ πόνος καί ὁ θάνατος εἶναι ὀλέθρια συνέπεια τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρώπου.
γ) Τό ἠθικό κακό εἶναι ἐλεύθερη ἐπιλογή, κακή ἀσφαλῶς, τοῦ ἀνθρώπου,
ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἄμεσο ἀποτέλεσμα τό φυσικό κακό (πόνο, θάνατο). δ) Ὁ Θεός, ὄντας
παντελῶς ἀναίτιος γιά τήν ἀνθρώπινη ἁμαρτία (ἠθικό κακό), ≪παραχώρησε καί ἐπέτρεψε –ἀλλά οὐκ ἔκτισε– (Μ. Βασιλείου: ὅπου
παραπάνω, 7, P.G. 31, 332 C καί 345 Α.) τόν πόνο καί τό θάνατο≫ (Ἁγίου
Γρηγορίου Παλαμᾶ: Κεφάλαια Φυσικά, Θεολογικά, Ἠθικά τε καί Πρακτικά ρν΄ Migne,
P.G., τόμος 150, κόλ. 1157-1160, βλ. καί π. Ἰωάννου Ρωμανίδου, ὅ.π. σ. 19,
Νικολ. Μητσοπούλου,
ὅπου παραπάνω, σ. 200-201.). Ἐπαναλαμβάνω ὅτι οἱ θλίψεις ἀποτελοῦν ἄμεση
συνέπεια τῆς δικῆς μας κακῆς ἐπιλογῆς (ἁμαρτίας). ≪Οἱ ἄνθρωποι, ἀποστραφέντες
τά αἰώνια καί συμβουλίᾳ τοῦ διαβόλου εἰς τά τῆς φθορᾶς ἐπιστραφέντες (στραφέντες πρός τήν ἁμαρτία), ἑαυτοῖς
αἴτιοι τῆς ἐν τῷ θανάτῳ φθορᾶς γεγόνασι≫ (Μ. Ἀθανασίου:
Λόγος περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου 5. P.G. 25, 104/5.). ε) Οἱ θλίψεις εἶναι
ἔμμεσες τιμωρίες τοῦ δίκαιου Θεοῦ. Εἶναι δέ ἔμμεσες, ἐπειδή σαφῶς μεσολαβεῖ
μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἁμαρτίας ἡ κακή, δυστυχῶς, χρήση τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας.
στ) Ὁ Θεός, ἀπό φιλανθρωπία, μετέτρεψε τή δίκαια ποινή (τοῦ πόνου καί) τοῦ
θανάτου σέ μεγάλη εὐεργεσία γιά τόν ἄνθρωπο, ≪ἵνα μή τό κακόν ἀθάνατον
γένηται≫ (ἀπό εὐχή τῆς
νεκρώσιμης Ἀκολουθίας).
ζ) Ὁ δίκαιος Θεός μᾶς τιμωρεῖ σ’ αὐτή τή ζωή, προς παραδειγματισμό καί
σωφρονισμό μας, ἀποβλέποντας, λόγῳ τῆς φιλανθρωπίας Του, στήν παιδαγωγία-
θεραπεία μας, στή Μέλλουσα δέ Κρίση Του, θά μᾶς τιμωρήσει ἀμετάκλητα καί αἰώνια,
ἐάν –ἐννοεῖται– ἐγκαταλείψουμε τόν κόσμο τοῦτο χωρίς ἀληθινή μετάνοια. η) Στήν ἄψυχη
φύση βεβαίως ὅπου τά πάντα λειτουργοῦν βάσει ἀναγκαίων νόμων, δέν ὑφίσταται
θέμα ≪ἐνδίκου μισθαποδοσίας≫ (Ἑβρ. β΄ 2 καί ια΄ 26), ἐπιβράβευσης ἤ, ἀνάλογα,
τιμωρίας. Ἀντίθετα, ἡ ἀπόδοση δικαιοσύνης, ἡ ἀνταμοιβή ἤ ἡ ποινή (κόλαση) ἀνάλογα
μέ τά ἔργα τοῦ καθενός, ἔχει νόημα πραγματικό, προ- κειμένου γιά τόν ἐλεύθερα ἐνεργοῦντα
ἄνθρωπο. θ) Ἡ θέση ὅτι «ὁ θάνατος εἶναι ἄμεση συνέπεια τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας»
μπορεῖ κάλλιστα νά συμβιβασθῆ μέ τή θέση ὅτι ≪ὁ θάνατος ἀποτελεῖ
τή δίκαια τιμωρία τοῦ Θεοῦ≫, διότι ὁ Θεός εἶναι
Αὐτός πού ἔχει ὁρίσει αὐτή τήν ἀκολουθία, τοῦ νά εἶναι δηλ. οἱ θλίψεις, ὁ πόνος
καί ὁ θάνατος ὁ ἄμεσος καί πικρός καρπός τῆς ἁμαρτίας (ἤ μᾶλλον τῆς ἀμετανοησίας).
Μέ τίς θέσεις αὐτές: α) Καί μάλιστα μέ τή θέση ὅτι ὁ πόνος καί ὁ θάνατος εἶναι ὀλέθριο
ἀποτέλεσμα – φυσική συνέπεια τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας, διασφαλίζεται ἡ ἀνθρώπινη
ἐλευθερία, ἀφοῦ ἐμεῖς εἴμαστε πού ἐπιλέγουμε ἑκούσια τό καλό ἤ τό κακό. β) Ἰδίως
δέ μέ τή θέση ὅτι ὁ πόνος, ὁ θάνατος εἶναι δίκαια τιμωρία τοῦ πανάγαθου Θεοῦ,
κατοχυρώνεται ἡ Θεία παντοδυναμία, ἐπειδή ὁ Θεός εἶναι Αὐτός πού ἀμείβει ἤ
κολάζει τούς ἀνθρώπους, ἀνάλογα μέ τή μετάνοια τοῦ καθενός. γ) Καί μέ τή
μιά: ≪ἄμεση συνέπεια τῆς ἀνθρώπινης ἐπιλογῆς≫ ἀλλά καί μέ τήν ἄλλη
θέση: ≪δίκαια τιμωρία τοῦ Θεοῦ≫, βεβαιώνεται ὅτι
ὁ Θεός εἶναι ἐντελῶς ἀμέτοχος στό ἠθικό κακό (ἁμαρτία), διότι μεταξύ τοῦ Θεοῦ
καί τοῦ ἠθικοῦ κακοῦ ξεκάθαρα παρεμβάλλεται ἡ ἐλεύθερη βούληση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία
στρέφεται πρός τήν ἁμαρτία.
2. Μέ τίς παραπάνω θέσεις φαίνεται νά συμφω- νεῖ ὁ καθηγητής π. Ἰωάννης
Ρωμανίδης, ὅταν γράφει: ≪Τήν ἰδίαν ἀποφυγήν τῆς ἀποδόσεως τοῦ θανάτου εἰς τόν Θεόν παρατηροῦμεν (μετά τόν Μέγα
Βασίλειο και ὅλους, γενικά, τούς Πατέρες) εἰς τόν ἅγιον Εἰρηναῖον, ὅστις
τονίζει ὅτι ὁ αἴτιος τοῦ θανάτου εἶναι ὁ σατανᾶς .Ὁ Θεός δέν τιμωρεῖ ἀμέσως, ἀλλ’
ἐμμέσως, ἐπιτρέπων εἰς τόν ἄνθρωπον, ἐάν οὗτος θελήσῃ, νά ἀπομακρυνθῇ ἀπ’
Αὐτοῦ καί οὕτω στερηθῇ τῆς ζωῆς≫ (π. Ἰωάννου
Ρωμανίδου, ὅπου παραπάνω, σ. 19.). «Ὁ θάνατος ἀποτελεῖ δικαίαν τιμωρίαν τῶν ἀδίκων μόνον» (Ὅπου παραπάνω, σ.
155.). Τό συμπέρασμα, ὅμως στό ὁποῖο καταλήγει, νομίζω ὅτι εἶναι
διαφορετικό: ≪Οὕτως ὁ Θεός δέν εἶναι οὔτε ὑπό τήν μορφήν τοῦ τιμωροῦ ὁ αἴτιος τοῦ ἐν τῷ κόσμῳ ὡς
παρασίτου ἐπικρατήσαντος (φυσικοῦ) κακοῦ… Ἅπαξ γίνῃ δεκτόν ὅτι ἡ
φθορά καί ὁ θάνατος ἀποτελοῦν ἐκ Θεοῦ τιμωρίαν ὅλων τῶν ἀνθρώπων,
δημιουργεῖται ἀδιέξοδον ὅσον ἀφορᾷ τήν μετάδοσιν αὐτῶν εἰς τούς (μη ἁμαρτήσαντας
ὡς ἰδιαίτερα πρόσωπα) ἀπογόνους τοῦ Ἀδάμ… Ἡ παραδοχή τοῦ θανάτου ὡς ἐκ Θεοῦ
τιμωρίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἐγείρει ἐπίσης ἀδιάλυτον πρόβλημα περί τῆς νῦν ἐν ἁμαρτίᾳ
καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου… Ὁ δε Ἀπόστολος Παῦλος οὐδαμοῦ διδάσκει ὅτι ὁ θάνατος
εἶναι ἐκ Θεοῦ τιμωρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων… Ἐάν, λοιπόν, ὁ θάνατος εἶναι ἐκ Θεοῦ,
τότε ὁ Θεός πρέπει νά εἶναι αἴτιος τῆς ἁμαρτίας≫ (Ὅπου
παραπάνω, σ. 154-156 καί 19.).
Ἡ τελευταία αὐτή θέση τοῦ πατρός Ἰωάννου: ≪Ἐάν, λοιπόν, ὁ
θάνατος εἶναι ἐκ Θεοῦ, τότε ὁ Θεός πρέπει να εἶναι αἴτιος τῆς ἁμαρτίας≫, κατά τήν ταπεινή μου γνώμη
εἶναι λανθασμένη, διότι συγχέει τό φυσικό κακό με τό ἠθικό κακό. Τό φυσικό κακό
(πόνος, θάνατος) συνδέεται στενά μέ τό ἠθικό κακό (ἁμαρτία), ἀφοῦ ἀποτελεῖ τήν ἄμεση
καί ὀλέθρια συνέπειά του, ἀλλά δεν ταυτίζεται μ’ αὐτό. Ἄμεσος δέ αἴτιος τοῦ
θανάτου, ὡς ἀποκλειστικά ὑπεύθυνος γι’ αὐτόν, εἶναι ὁ διάβολος και στή συνέχεια
ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι τῇ συνεργίᾳ τοῦ διαβόλου. Ὁ Θεός μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς ἔμμεσος
–ἀλλ’ ὄχι ἄμεσος– αἴτιος τοῦ θανάτου, μέ τήν ἔννοια ὅτι ὡς ἀκριβοδίκαιος τιμωρεῖ
τόν ἄνθρωπο μέ τήν τιμωρία τοῦ θανάτου, ἐφόσον βέβαια ἁμαρτάνει (ὁ ἄνθρωπος).
3. Ἐπειδή α) ἡ σωτηρία μας ἐξαρτᾶται, σύμφωνα με τήν Ὀρθόδοξη ἀρχή τῆς
Θεανθρώπινης συνεργίας, και ἀπό τή Θεία παντοδυναμία καί ἀπό τήν θέληση τοῦ
ἀνθρώπου καί β) ἐπειδή ἡ ἐσχατολογική θέση τοῦ καθενός θά εἶναι, ἀνάλογα μέ τή
μετάνοιά μας σέ τούτη τή ζωή, ἤ στήν παντοτεινή μακαριότητα ἤ στήν αἰώνια
κόλαση, καταλήγουμε στίς ἀκόλουθες τελικές θέσεις:
(Α1) ὁ Θεός σώζει (Α2) ὁ Θεός κολάζει
(2)
(3)
(4)
(1)
(Β1) ὁ ἄνθρωπος (Β2) ὁ ἄνθρωπος αὐτοδικαιώνεται αὐτοτιμωρεῖται
Οἱ ἐπί μέρους θέσεις μποροῦν νά συνδεθοῦν εἴτε παράλληλα κατά δύο τρόπους (Α1 +
Α2), (Β1 + Β2) εἴτε χιαστί κατά δύο καί πάλι τρόπους (Α1 + Β2), (Β1 + Α2).
α) Νομίζω ὅτι καί οἱ τέσσερις τρόποι σύνδεσης τῶν ἐπί μέρους θέσεων εἶναι
σωστές. Βέβαια, ἡ προτιμώμενη ἀπό μᾶς σύνδεση εἶναι ἡ πρώτη χιαστί: (Α1) ὁ Θεός
σώζει + (Β2) ὁ ἄνθρωπος αὐτοτιμωρεῖται. Πληθώρα χωρίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί
κειμένων τῆς Λειτουργικῆς μας παράδοσης – πού εἶναι μᾶλλον ἀχρείαστο να
παραθέσω– συνηγοροῦν ὑπέρ τῆς ἐπιλογῆς μας αὐτῆς. Καί ἡ Πατερική γραμματεία
δίνει κῦρος σ’ αὐτό τον τρόπο σύνδεσης-ἀνάγνωσης. Χαρακτηριστικά ὁ Μέγας
Βασίλειος σημειώνει: ≪Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνεται ἀπό τή ζωή, τόσο πλησιάζει
στό θάνατο. Γιατί ἡ ζωή εἶναι ὁ Θεός, καί τῆς ζωῆς ἡ στέρηση εἶναι θάνατος≫ (Μ.
Βασιλείου: Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός 7, P.G.). Ἐξ ἄλλου φανερώνει
ταπείνωση τό νά ἀποδίδουμε στο Θεό τή σωτηρία μας καί –ἀντίθετα– στόν ἑαυτό μας
τήν τιμωρία τοῦ θανάτου, ἤ, ἀλλοιῶς, τό φυσικό κακό. β) Ὑπάρχουν, ὅμως, καί
πάμπολλες περικοπές–Ἁγιογραφικές, Πατερικές ἤ Λειτουργικές– πού κατοχυρώνουν τή
δεύτερη χιαστί σύνθεση-ἀνάγνωση: (Β1) ὁ ἄνθρωπος αὐτοδικαιώνεται + (Α2) ὁ Θεός
κολάζει, παρόλο πού ἡ σύνδεση-πρόταση αὐτή δέν κερδίζει μᾶλλον τή συμπάθειά
μας. Ἐπιπλέον δέν μοῦ φαίνεται σωστό στήν πρώτη σύνθεση-πρόταση (Α1 + Β2) το νά
διακρίνουμε τό Πρόσωπο πού ἐνεργεῖ τή σωτηρία μας (δηλ. τό Θεό) ἀπό τό πρόσωπο,
πού ἐνεργεῖ την κόλασή του (δηλ. τόν ἄνθρωπο). Ὡς ἐπιχείρημα ἐναντίον αὐτοῦ θά
μποροῦσε νά ἀντιπαραταχθεῖ ὅτι δεν εἶναι ὁ Θεός πού τιμωρεῖ ἀλλά «ὁ Ἀδάμ πού,
διά τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ Θεοῦ (διά τῆς ἀπομακρύνσεώς του δηλ. ἀπό τό Θεό), ἑαυτῷ
τόν θάνατον κατεσκεύασε» (Ὅπου παραπάνω, 7, P.G. 31, 345 A.). Δέν εἶναι,
ὅμως, θέλημα τοῦ δίκαιου Θεοῦ ὁ πόνος και ὁ θάνατος νά εἶναι ἡ σταθερή καί
θλιβερή συνοδεία τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρώπου; Ἀσφαλῶς ναί! γ) Ἄς ἐπανέλθουμε στίς
δύο παράλληλες συνθέσεις. Καί οἱ δυό εἶναι Ὀρθόδοξες. Προσωπική μου προτίμηση εἶναι
ἡ πρώτη (Α1) ὁ Θεός σώζει + (Α2) ὁ Θεός τιμωρεῖ. Ἄν δεχθοῦμε ὅτι ὁ Θεός σώζει,
θά πρέπει συνεπῶς νά δεχθοῦμε καί ὅτι ὁ Θεός κολάζει, ἀφοῦ το ἴδιο Πρόσωπο (ὁ
Θεός) πού ἐνεργεῖ τή σωτηρία μας,
ἐνεργεῖ καί τήν κόλασή μας. Ἡ διαζευκτική πρόταση (Α1 ἤ Α2): Ὁ Θεός σώζει ἤ ὁ
Θεός κολάζει (ἀνάλογα μέ τή μετάνοια τοῦ καθενός), προϋποθέτει ὅτι οἱ ἄνθρωποι
εἶναι ἐλεύθεροι νά ἐπιλέγουν τό καλό ἤ το κακό. Καί ἡ ἄλλη διαζευκτική πρόταση
(Β1 ἤ Β2): Ὁ ἄνθρωπος αὐτοδικαιώνεται ἤ ὁ ἄνθρωπος αὐτοτιμω- ρεῖται, πρέπει να
συνοδεύεται ἀπό τή θέση ὅτι ὁ Θεός δικαιώνει ἤ ὁ Θεός τιμωρεῖ (ἀνάλογα μέ τά ἔργα
μας). Ἄν ἡ πρώτη παράλληλη σύνθεση (Α1 + Α2) ἀναιρέσει τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία,
ὁδηγούμαστε στόν ἀπόλυτο Προορισμό. Ἄν πάλι ἡ δεύτερη παράλληλη πρόταση (Β1 +
Β2) καταργήσει τή Θεία παντοδυναμία, πού ἐκδηλώνεται ὡς δίκαια κρίση τοῦ Θεοῦ,
ρέπουμε προς τόν Πελαγιανισμό.
δ) Ἄν δεχθοῦμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτοτιμωρεῖται, θα πρέπει ἑπομένως
νά υἱοθετήσουμε καί τή θέση ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτοδικαιώνεται, ἔτσι ὥστε
νά μή συγχύσουμε τό πρόσωπο πού ἐνεργεῖ τήν τιμωρία του (δηλ. τόν ἄνθρωπο) μέ
το Πρόσωπο πού ἐνεργεῖ τή δικαίωσή μας (δηλ. τό Θεό). Ἡ διαζευκτική πρόταση (Α1
ἤ
Α2): Ὁ Θεός σώζει ἤ κολάζει, ἄν δέν ὑπαινίσσεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος πρῶτα ἐπιλέγει
τό καλό ἤ τό κακό, ἐγκυμονεῖ τόν κίνδυνο τοῦ Ἀπόλυτου προορισμοῦ. Ἀντίθετα, ἡ
διαζευκτική σύνθεση (Β2 ἤ Β1): Ὁ ἄνθρωπος αὐτοτιμωρεῖται ἤ αὐτοδικαιώνεται, ἄν
δέν τίθεται μαζί μέ την πρόταση ὅτι ὁ Θεός σώζει ἤ κολάζει τούς ἀνθρώπους (ἀνάλογα
μέ τά ἔργα τοῦ καθενός) κρύβει τόν κίνδυνο ἐκτροπῆς στόν Πελαγιανισμό. Στήν
πρώτη δηλ. περίπτωση (Α1 ἤ Α2) ἔχουμε ἤπιας μορφῆς Ἀπόλυτο προορισμό, ὅταν ἡ
Θεία παντοδυναμία (ἐκδηλουμένη ὡς δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ) ἀρνεῖται τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία.
Ἀντίθετα, στή δεύτερη σύνθεση (Β1 ἤ Β2), λανθάνει ὁ Πελαγιανισμός, ἐάν ἡ ἀνθρώπινη
ἐλευθερία (ἐφόσον δηλ. ὁ ἄνθρωπος μόνος του τιμωρεῖται ἀλλά
καί μόνο μέ τίς δικές του δυνάμεις σώζεται) καταλύει τή Θεία παντοδυναμία. Ὅταν,
λοιπόν, ἰσχυριζόμαστε ὅτι ὁ Θεός τιμωρεῖ, δέν θά πρέπει νά παραθεωροῦμε τήν ἀνθρώπινη
εὐθύνη γιά τήν τιμωρία, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτάνοντας ἑκούσια καθιστᾶ τόν ἑαυτό
του ὑπαίτιο τῆς τιμωρίας τοῦ Θεοῦ. Ἀπ’ τήν ἄλλη μεριά πάλι, ὅταν ἐκφράζουμε τή
θέση ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτοδικαιώνεται, δέν θά πρέπει νά ὑποτιμᾶμε τή Θεία
συνεργία στή δικαίωσή μας, διότι ὁ παντοδύναμος Θεός εἶναι τελικά Αὐτός πού μᾶς
σώζει. Ἔτσι διασφαλίζονται καί ἀναδεικνύονται καί οἱ δύο παράγοντες, πού
συντελοῦν στή σωτηρία μας: Ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ καί ἡ αὐτεξούσια βούληση τοῦἀνθρώπου.
IV. Κατά τῆς Ἀποκατάστασης τῶν πάντων
Ἄν ἡ κακοδοξία τοῦ Ἀπόλυτου προορισμοῦ καταφάσκει τή Θεία παντοδυναμία ὡς δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἡ κακόδοξη θεωρία τῆς Ἀποκατάστασης τῶν πάντων ὑπερτονίζει τή Θεία παντοδυναμία, ἡ ὁποία ἐδῶ ἐκφράζεται ὡς Θεία ἀγάπη. Ἄς σημειωθεῖ, πάντως, ὅτι ἡ ὑπεράσπιση ἀπό τόν Ἀπόλυτο προορισμό τῆς Θείας
δικαιοσύνης καταντᾶ ἀρκετά προβληματική, ἀφοῦ ὁ Θεός, γιά μέν τούς λίγους ἐκλεκτούς
τούς προορισμένους πρός σωτηρίαν εἶναι ἀγαθός, γιά δέ τούς πολλούς, πού εἶναι
καταδικασμένοι στήν αἰώνια κόλαση εἶναι ἄδικος, δεδομένου ὅτι καί ἡ σωτηρία τῶν
μέν καί ἡ καταδίκη τῶν δέ εἶναι πέρα γιά πέρα αὐθαίρετη ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ. Καί
τοῦτο γιατί οἱ ἄνθρωποι, λόγῳ τῆς καθολικῆς καταστροφῆς ἀπό τήν προπατορική ἁμαρτία,
ἔχουν γίνει ὅλοι ἔνοχοι γιά τιμωρία. Ἑπομένως, ὁ Θεός σαφῶς αὐθαιρετώντας
διαλέγει καί σώζει λίγους ἀπ’ αὐτούς. Ἐπίσης, ἡ Ἀποκατάσταση τῶν πάντων ὁμοιάζει
μέ τόν ἀπόλυτο Προορισμό στό ὅτι και αὐτή στραγγαλίζει τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία
χάριν τῆς Θείας παντοδυναμίας. Καί οἱ δυό αὐτές κακόδοξες θεωρίες ἀσπάζονται
τήν ἄποψη ὅτι ἡ χορήγηση ἀπό το Θεό ἐλευθερίας στόν ἄνθρωπο μειώνει ἤ καταργεῖ
την παντοδυναμίαν τοῦ Θεοῦ. Ἀντίθετα, ὁ Πελαγιανισμός ἀπορρίπτει τή Θεία
παντοδυναμία, καί ὡς ἀγάπη και ὡς δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, γιά νά προστατεύσει –ὅπως
νομίζει– τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία. Ὁ αἱρετικός Ὠριγένης καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος
Νύσσης –πού δυστυχῶς στο ζήτημα τοῦτο ἀστόχησε–, εἶναι οἱ ὑποστηρικτές τῆς Ἀποκατάστασης
τῶν πάντων ( Παναγ. Χρήστου, ὅπου παραπάνω, σ. 115-125 καί 187-198. Βλ. ἐπίσης Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου: Ἡ
Πέμπτη Οἰκουμενική Σύνοδος (Εἰσαγωγή-πρακτικά-σχόλια), Ἀθῆναι 1985 ), κατά τήν ὁποία
οἱ πάντες τελικά θά σωθοῦν, ἀκόμα καί οἱ ἀμετανόητα ἐγκαταλείπονες τόν κόσμο
καί αὐτοί οἱ ἴδιοι οἱ δαίμονες. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ ἀπόλυτος Προορισμός
χαρακτηρίζεται ὡς κρυφός Μονοφυσιτισμός, ἐπειδή καταπνίγει τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία
ὑπεραμυνόμενος τῆς Θείας παντοδυναμίας ὡς δικαιοσύνης, ἔτσι καί ἡ Ἀποκατάσταση
τῶν πάντων προδίδει λανθάνοντα Μονοφυσιτισμό, καθώς καταπολεμεῖ τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία
στο ὄνομα τῆς Θείας παντοδυναμίας πάλι, ἐκφραζομένης, ὅμως, ὡς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
Μποροῦμε νά παραστήσουμε ὅλα τά παραπάνω μέ τό ἑξῆς σχῆμα:
Πελαγιανισμός (Γ)
(ἀνθρώπινη ἐλευθερία)
(Α)
Ἀπόλυτος
προορισμός
(Θεία δικαιοσύνη)
ἄρνηση τῆς θείας
ἀγάπης
ἄρνηση τῆς θείας
δικαιοσύνης
Ἡ Θεία παντοδυναμία
καταργεῖ τήν
ἀνθρώπινη ἐλευθερία
(Β)
Ἀποκατάσταση
τῶν πάντων
(Θεία ἀγάπη)
Στό σχῆμα αὐτό ἔχουν τοποθετηθεῖ, στίς τρεῖς κορυφές τοῦ τριγώνου, οἱ τρεῖς αὐτές
κακοδοξίες (ὑπογραμμισμένες) μαζί μέ τό ἰδιαίτερο γνώρισμα τῆς καθεμιᾶς (ἐντός
παρενθέσεως), καί τά χαρακτηριστικά πού τίς συνδέουν ἀνά δύο, διακρίνοντάς τες
ταυτόχρονα ἀπό τήν τρίτη κάθε φορά, ἔχουν γραφεῖ στίς τρεῖς πλευρές τοῦ
τριγώνου. Ἑρμηνεύουμε τό σχῆμα: Κοινό χαρακτηριστικό τοῦ ἀπόλυτου Προορισμοῦ
(Α) μέ την Ἀποκατάσταση τῶν πάντων (Β) εἶναι ἡ ἔμφαση πού καί οἱ δύο δίνουν, ἡ
μονότροπη βέβαια, στή Θεία παντοδυναμία. Στόν μέν ἀπόλυτο Προορισμό ἡ Θεία
παντοδυναμία ἐκδηλώνεται ὡς Θεία δικαιοσύνη (χαρακτηριστικό του), στήν δέ Ἀποκατάσταση
τῶν πάντων ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ ἐννοεῖται ὡς ἀγάπη (χαρακτηριστικό
της). Παρά τήν ἀπό κοινοῦ ἀποδοχή τῆς Θείας παντοδυναμίας, οἱ δυό αἱρετικές αὐτές
δοξασίες διαφέρουν, ὅμως, στό ὅτι ὁ πρῶτος ὑποβιβάζει τή Θεία ἀγάπη γιά νά ὑπερυψώσει
τή Θεία δικαιοσύνη, ἐνῶ –ἀντίστροφα– ἡ δεύτερη θυσιάζει τή δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ
χάριν τῆς ἀγάπης Του. Ἰδιάζον γνώρισμα τοῦ Πελαγιανισμοῦ (Γ) εἶναι, ὅπως εἰπώθηκε,
ὁ μονομερής τονισμός τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας. Ἡ Θεία παντοδυναμία, πού
καταπνίγει τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία (πλευρά ΑΒ) εἶναι κοινό χαρακτηριστικό τοῦ Ἀπόλυτου
προορισμοῦ καί τῆς Ἀποκατάστασης τῶν πάντων, πού διακρίνει ταυτόχρονα τίς δυό αὐτές
κακοδοξίες ἀπό τήν τρίτη, τόν Πελαγιανισμό. Ἡ ἄρνηση τῆς Θείας ἀγάπης
(πλευρά ΑΓ) ἀποτελεῖ τό κοινό γνώρισμα τοῦ ἀπόλυτου Προορισμοῦ καί τοῦ
Πελαγιανισμοῦ ἔναντι τῆς Ἀποκατάστασης τῶν πάντων, ἐνῶ ἡ ἄρνηση τῆς Θείας
δικαιοσύνης (πλευρά ΒΓ) εἶναι τό κοινό πού συνδέει τήν Ἀποκατάσταση τῶν πάντων
καί τόν Πελαγιανισμό σέ ἀντίθεση μέ τόν ἀπόλυτο Προορισμό. Τέλος, ἄν ὁ Ἀπόλυτος
προορισμός καί ἡ Ἀποκατάσταση τῶν πάντων εἶναι ἤπιες μορφές Μονοφυσιτισμοῦ, ὁ
Πελαγιανισμός ἀναμφίβολα εἶναι ἡμι-Νεστοριανισμός, δηλ. μιά καθαρά ἀνθρωποκεντρική
θεωρία.
Συμπερασματικά θά λέγαμε ὅτι ὁ ἀγώνας τοῦ Πελαγιανισμοῦ ἐναντίον τοῦ ἀπόλυτου
Προορισμοῦ δέν τοῦ προσδίδει πιστοποιητικό Ὀρθοδοξίας καί ἀντίστροφα, ἡ ἀντίδραση
τῆς κακοδοξίας τοῦ ἀπόλυτου Προορισμοῦ στήν αἵρεση τοῦ Πελαγιανισμοῦ δέν τόν
νομιμοποιεῖ στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας. Στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας εἶχε καί
πάλι συμβεῖ αὐτό: Ἡ πολεμική (δῆθεν) τοῦ Ἀρείου ἐναντίον τοῦ Σαβελλίου νά
καταλήξει σέ νέα αἵρεση, περί τό Τριαδικό δόγμα, ἀλλά και ἡ (δῆθεν) πολεμική τοῦ
Νεστοριανισμοῦ ἐναντίον τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ νά γεννήσει καινούργια κακοδοξία, ἀντί
νά ἐπανακάμψει –ὅπως, ὑποτίθεται, ἐπιθυμοῦσε– στήν Ὀρθόδοξη πίστη, στό
Χριστολογικό δόγμα. Και ἡ ἀπόπειρα, τέλος, τῆς Ἀποκατάστασης τῶν πάντων νά… «ἀποκαταστήσει»
τήν ἀλήθεια ἀπεδείχθη το ἴδιο μάταια: Ὄχι μόνο δέν ἐπαναφέρει στήν πίστη τῆςἘκκλησίας
μας, ἀλλά συσκοτίζει πολύ περισσότερο τά πράγματα, υἱοθετώντας ἀπό μέν τόν
Ἀπόλυτο προορισμό τόν στραγγαλισμό τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας, ἀπό δέ τόν
Πελαγιανισμό τόν παραγκωνισμό τῆς Θείας δικαιοσύνης, δανειζόμενη δηλ. καί ἀπό
τίς δυό κακοδοξίες ὅ,τι χειρότερο. Πραγματικά, ἡ πολύτιμη ἀξία τῆς Ὀρθόδοξης ἀρχῆς
τῆς Θεανθρώπινης συνέργειας ἀναγνωρίζεται καί ἐδῶ, καθώς ἡ διαφύλαξη τῆς ὀρθῆς
Πίστης εἶναι βαρύ και ἐπίπονο ἔργο τῶν ἀνθρωπίνων προσώπων, πού χρειάζονται
πρός τοῦτο ἀπαραίτητα τόν Ἁγιοπνευματικό φωτισμό!
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ
(Ἅγιος Αὐγουστίνος καί Ὠριγένης)*
Προλογικά
Ἦταν λές καί ὁ Θεός εἶχε ἐξαπολύσει ὅλη Του τήν ὀργή ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων».
Μέ τά λόγια αὐτά, ἄνθρωποι ἀπό σχεδόν ὅλες τίς θρησκεῖες – ντόπιοι Ἀσιάτες
Μουσουλμάνοι, Βουδδιστές καί Ἰνδουϊστές, Χριστιανοί Εὐρωπαῖοι και Ἀμερικανοί
τουρίστες- περιέγραψαν τή συγκλονιστική ἐμπειρία τους, ἀπό τό φοβερό θαλάσσιο κῦμα
(τσουνάμι) πού κατέκλυσε τίς χῶρες τῆς Νοτιανατολικῆς Ἀσίας καί σκόρπισε τόν ὄλεθρο
σέ 220.000 ψυχές. Ἡ κοινή ὅμως αὐτή ἐμπειρία τους ἔρχεται σέ σφοδρή ἀντίθεση μέ
τήν κατηγορηματική πίστη πολλῶν Χριστιανῶν θε-
* Δημοσιεύθηκε στό περιοδ. «ΚΟΙΝΩΝΙΑ», τ. Ὀκτ.-Νοεμβρ.-Δεκεμβρ. 2007
Πέμπτη 16 Ἰουλίου 2026

6 σχόλια:
Τι από όλα αυτά υποστήριξε ο Τρεμπέλας και πού ακριβώς είχε δίκιο; Ας προσέξει ο συγγραφέας ποιου προσώπου τη μαρτυρία επικαλείται.
"Ω της εμής ασθενείας! Εμή γαρ η του προπάτορος" Γρηγόριος Θεολόγος....το προπατορικό αμαρτημα κληρονομείται ως ασθένεια και ροπή προς την αμαρτία. Σε αυτήν την κληρονομιά όμως δεν απουσιαζει ως προς την προσέγγιση της και μια νομική χροια. Αν προσεγγίσουμε το θέμα μόνο με όρους ασθένειας και θεραπείας, μήπως θα φτάσουμε να λογαριάσουμε όλες τις νομικές εκφράσεις τις Γραφής, ως συμβολικές ή περιττές?
Από τη στιγμή κατά την οποία ένας άνθρωπος Βαπτίζεται στο όνομα της Αγίας Τριάδος και γίνεται χριστιανός, παύει να υπάρχει το προπατορικό αμάρτημα. Είναι πλέον καινός άνθρωπος, ομοιάζει προς τον Χριστό, εις τόπο και τύπο και δεν πρόκειται να πάει σε κολάσεις διότι ζει τον Αναστημένο Κύριο στην ζωή του. Θα γευτεί τον παράδεισο τον οποίο ο Χριστός μας χάρισε επί του Σταυρού και με την ένδοξό του Ανάσταση.. Αυτή είναι η αλήθεια
Δεν είναι κληρονομικό διότι ο Θεός δεν είναι άδικος αλλά έχει αγάπη και μακροθυμία
Αξιότιμε κε Κωστόπουλε θα σας παρακαλούσα να μεταφέρετε τις απορίες του αρθρογράφου στον κο Τομάζο Παντελή για να μας διαφωτίσει όλους περί αυτών των ζητημάτων...
Ίσως στο μέλλον ασχοληθώ με αυτό. Ο κ. Κλιματσάκης έχει δίκιο. Κληρονομούμε μόνο τη θνητότητα. Αυτή συμβολίζεται με τους δερμάτινους χιτώνες. Σε ό,τι αφορά αυτό που κάποιοι λένε εξάλειψη προπατορικού, τέτοιο πράγμα δεν υφίσταται. Εκείνο που γίνεται με το βάπτισμα είναι ότι ξεκινά η εν Χριστώ ζωή η οποία υπερβαίνει το δίπολο ηδονή - πόνος που συνοδεύει τη θνητότητα.
Δημοσίευση σχολίου