|
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν
ταύτην· |
Είπε ο Κύριος αυτή την
παραβολή: |
|
Ἄνθρωπός τις ἦν οἰκοδεσπότης,
ὅς τις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα, |
Ένας γαιοκτήμονας φύτεψε ένα
αμπέλι, |
|
καὶ φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε,
καὶ ὤρυξεν ἐν αὐτῷ ληνὸν, |
το περίφραξε, έσκαψε σ’ αυτό
πατητήρι, |
|
καὶ ᾠκοδόμησε πύργον· καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς, καὶ ἀπεδήμησεν. |
έχτισε πύργο, το νοίκιασε σε
γεωργούς και έφυγε για άλλον τόπο. |
|
Ὅτε δὲ ἤγγισεν ὁ καιρὸς τῶν
καρπῶν, ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργοὺς, λαβεῖν τοὺς καρποὺς
αὐτοῦ. |
Όταν πλησίαζε η εποχή της
καρποφορίας, έστειλε τους δούλους του στους γεωργούς να πάρουν το μερίδιό του
από τους καρπούς. |
|
Καὶ λαβόντες οἱ γεωργοὶ τοὺς
δούλους αὐτοῦ, ὃν μὲν ἔδειραν, ὃν δὲ ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ἐλιθοβόλησαν. |
Οι γεωργοί όμως έπιασαν τους
δούλους του, κι άλλον τον έδειραν, άλλον τον σκότωσαν κι άλλον τον
λιθοβόλησαν. |
|
Πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους
πλείονας τῶν πρώτων· |
Ξανάστειλε άλλους δούλους,
περισσότερους από τους πρώτους |
|
καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὡσαύτως. |
και τους έκαναν τα ίδια. |
|
Ὕστερον δὲ ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς
τὸν υἱὸν αὐτοῦ, λέγων· |
Τελευταίον τους έστειλε το
γιο του με τη σκέψη: |
|
Ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου. |
“θα σεβαστούν το γιο μου”. |
|
Οἱ δὲ γεωργοὶ, ἰδόντες τὸν υἱὸν,
εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· |
Οι γεωργοί όμως, όταν είδαν
το γιο, είπαν μεταξύ τους: |
|
Οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε,
ἀποκτείνωμεν αὐτὸν, καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ. |
“αυτός είναι ο κληρονόμος.
Εμπρός, ας τον σκοτώσουμε και ας αρπάξουμε την κληρονομιά του”. |
|
Καὶ λαβόντες αὐτὸν, ἐξέβαλον
ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος, καὶ ἀπέκτειναν. |
Τον έπιασαν, λοιπόν, τον
έβγαλαν έξω από τ’ αμπέλι και τον σκότωσαν. |
|
Ὅταν οὖν ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος,
τί ποιήσει τοῖς γεωργοῖς ἐκείνοις; |
Όταν λοιπόν έρθει ο
ιδιοκτήτης του αμπελιού, τι θα κάνει σ’ εκείνους τους γεωργούς;» |
|
Λέγουσιν αὐτῷ· Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει
αὐτούς· |
«Είναι κακοί», του λένε.
«Γι’ αυτό θα τους εξολοθρεύσει με το χειρότερο τρόπο |
|
καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις
γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν. |
και θα νοικιάσει το αμπέλι
σ’ άλλους γεωργούς, που θα του δίνουν τους καρπούς στην εποχή τους». |
|
Λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· Οὐδέποτε
ἀνέγνωτε ἐν ταῖς Γραφαῖς· |
Τους λέει ο Ιησούς: «Ποτέ δε
διαβάσατε στις Γραφές; |
|
Λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες,
οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας· παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ
ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν; |
Ο λίθος που τον πέταξαν σαν
άχρηστον οι οικοδόμοι, αυτός έγινε αγκωνάρι· ο Κύριος το έκανε αυτό, και
είναι αξιοθαύμαστο στα μάτια μας;». |
https://drive.google.com/file/d/1OsviA1Yq5VkiHFl7GimOGJByrt6I1UlJ/view?usp=sharing
ΚΑΙ
https://drive.google.com/file/d/15qaZtL1y_8abno7Sp1gcFJphjKk9jUVk/view?usp=sharing
https://imks.gr/wp-content/uploads/2013/02/leitoyrgia_ioannou_xrysostomou-metafrasi.pdf


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου