Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Δύο άγνωστες ομιλίες του Αγίου Αυγουστίνου για τον Σαούλ και την Εγγαστρίμυθο της Αενδώρ - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Δύο άγνωστες ομιλίες του Αγίου Αυγουστίνου για τον Σαούλ και την Εγγαστρίμυθο της Αενδώρ

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Το χειρόγραφο στο οποίο εντοπίστηκαν το 2023 (η ακαδημαϊκή ταυτοποίηση των κειμένων έγινε το 2024) οι δύο ομιλίες φυλάσσεται σήμερα στη Βιβλιοθήκη Bishop Jan Bernard Szlaga στο Pelplin της Πολωνίας και είναι γνωστό ως Pelplin 114 (195). Πρόκειται για λατινικό χειρόγραφο του 12ου αιώνα, το οποίο συνδέεται ιστορικά με το αββαείο Bad Doberan στη βόρεια Γερμανία. Η ειδική σελίδα του Ινστιτούτου Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Würzburg αναφέρει ότι στο χειρόγραφο σώζονται ομιλίες αποδιδόμενες στον Αυγουστίνο, μαζί με ερμηνείες στο Άσμα Ασμάτων από τον Γρηγόριο τον Μέγα και τον Haymo της Auxerre. Δύο από τις ομιλίες αυτές αποδείχθηκαν άγνωστες μέχρι σήμερα. Η κριτική έκδοση των λατινικών κειμένων των δύο ομιλιών πρόκειται να κυκλοφορήσει την Άνοιξη του 2027.

Οι δύο ομιλίες έχουν ως θέμα την αφήγηση του A᾽ Βασιλειών/Α΄ Σαμουήλ 28. Ο Σαούλ βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη μάχη εναντίον των Φιλισταίων. Έχει ήδη απομακρυνθεί από την υπακοή στον Θεό και βιώνει τη σιωπή του Θεού: δεν λαμβάνει απάντηση ούτε με όνειρα, ούτε με τα Ουρίμ (τα Ουρίμ, μαζί με τα Θουμμίμ, ήταν ιερά μέσα με τα οποία, σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη, ο αρχιερέας ζητούσε να γνωρίσει το θέλημα του Θεού σε κρίσιμες περιστάσεις), ούτε μέσω προφητών. Τότε καταφεύγει σε μια γυναίκα της Αενδώρ, που χαρακτηρίζεται στη βιβλική παράδοση ως νεκρομάντισσα ή εγγαστρίμυθος, ζητώντας της να καλέσει τον νεκρό προφήτη Σαμουήλ.

Το θεολογικό πρόβλημα είναι προφανές. Αν πράγματι εμφανίζεται ο Σαμουήλ, τότε φαίνεται σαν μια απαγορευμένη μαγική πράξη να έχει εξουσία πάνω σε έναν άγιο του Θεού. Αν πάλι δεν εμφανίζεται ο Σαμουήλ, αλλά κάποιο απατηλό πνεύμα ή φάντασμα, πώς πρέπει να κατανοηθεί η προφητεία που ακολουθεί;

Οι δύο βασικές ερμηνείες που συζητούνται είναι οι εξής. Πρώτον, ότι δεν εμφανίστηκε ο αληθινός Σαμουήλ, αλλά ένα απατηλό είδωλο. Δεύτερον, ότι ο Θεός επέτρεψε την εμφάνιση του αληθινού Σαμουήλ για ανώτερο σκοπό. Η ειδική σελίδα του Ινστιτούτου Κλασικής Φιλολογίας αναφέρει ότι ο Αυγουστίνος γνωρίζει και συζητά και τις δύο εξηγήσεις, χωρίς να επιβάλει τελική απάντηση, αν και αφήνει να φανεί προτίμηση προς τη δεύτερη. (Το περιεχόμενο των ομιλιών προέρχεται από περιλήψεις που έχουν δημοσιευθεί).

Η πρώτη από τις δύο ομιλίες φαίνεται ότι εκφωνήθηκε σε Κυριακάτικη σύναξη. Η επιλογή του αναγνώσματος προέκυψε από πρωτοβουλία του αναγνώστη, ο οποίος διάβασε το κεφάλαιο χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τον Επίσκοπο. Έτσι ο Αυγουστίνος αναγκάστηκε να αυτοσχεδιάσει πάνω σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο κείμενο. Αυτό εξηγεί γιατί το θέμα χωρίστηκε σε δύο ομιλίες: στην πρώτη τίθεται το πρόβλημα, ενώ στη δεύτερη προτείνεται μια πιο συγκροτημένη απάντηση.

Η πρώτη ομιλία, λοιπόν, δεν είναι απλώς ερμηνευτική. Είναι παιδαγωγική. Ο Αυγουστίνος παρουσιάζει στο εκκλησίασμα το σκάνδαλο του κειμένου: ο Σαούλ, που είχε απομακρύνει τους νεκρομάντεις, καταφεύγει ο ίδιος σε απαγορευμένη πρακτική. Η διήγηση δεν ωραιοποιείται. Ο Επίσκοπος δεν κρύβει τη δυσκολία, ούτε κατασκευάζει μια εύκολη λύση.

Αντίθετα, θέτει το ερώτημα ενώπιον των πιστών: τι ακριβώς συνέβη στην Αενδώρ; Ήταν απάτη; Ήταν δαιμονική πλάνη; Ή μήπως ο Θεός, χωρίς να εγκρίνει τη νεκρομαντεία, επέτρεψε να φανερωθεί ο Σαμουήλ για να ακουστεί ένας λόγος κρίσεως και προειδοποιήσεως προς τον Σαούλ;

Η πρώτη ομιλία τελειώνει με τα ερωτήματα και με την παρουσίαση των ερμηνευτικών δυνατοτήτων. Το ακροατήριο δεν λαμβάνει αμέσως μια απάντηση. Καλείται να σκεφθεί. Αυτή η μέθοδος είναι χαρακτηριστική στον Αυγουστίνο: η πίστη δεν ακυρώνει τον νου, αλλά τον θεραπεύει και τον παιδαγωγεί.

Η δεύτερη ομιλία εκφωνήθηκε την Τετάρτη που ακολούθησε. Εδώ ο Αυγουστίνος επιστρέφει στο ίδιο βιβλικό χωρίο και ζυγίζει τις δύο ερμηνείες. Η πρώτη, ότι δεν εμφανίστηκε ο αληθινός Σαμουήλ, προστατεύει την ιδέα ότι οι άγιοι του Θεού δεν βρίσκονται υπό την εξουσία μαγικών πρακτικών. Η δεύτερη, ότι ο Θεός επέτρεψε την εμφάνιση του Σαμουήλ, υπογραμμίζει ακόμη περισσότερο την κυριαρχία του Θεού: ακόμη και ένα επεισόδιο που φαίνεται να ανήκει στον χώρο της μαγείας δεν ξεφεύγει από την πρόνοια και την κρίση Του.

Το πιο εντυπωσιακό σημείο είναι η σκέψη ότι ο Σαούλ, ακούγοντας την προφητεία του θανάτου του, ίσως οδηγήθηκε σε μετάνοια και τελικά στη σωτηρία. Εδώ βρίσκεται η θεολογική αξία των δύο ομιλιών. Ο Αυγουστίνος δεν παρουσιάζει τον Σαούλ απλώς ως παράδειγμα αποτυχίας. Τον βλέπει ως τραγικό άνθρωπο, ως βασιλιά που έπεσε, φοβήθηκε, παρανόμησε, αλλά ίσως, στο τέλος, άκουσε τον λόγο της κρίσης ως τελευταία πρόσκληση μετάνοιας. Η κρίση του Θεού δεν είναι μόνο καταδίκη· μπορεί να γίνει και αφύπνιση. Ο λόγος που προαναγγέλλει τον θάνατο ίσως λειτουργεί ως ύστατη παιδαγωγία.

Ο Αυγουστίνος είναι ο θεολόγος της χάριτος. Γνωρίζει όσο λίγοι το βάθος της ανθρώπινης αδυναμίας, αλλά και το βάθος της θείας ευσπλαχνίας. Αν ο Σαούλ μπορεί να ιδωθεί όχι μόνο ως αποτυχημένος βασιλιάς αλλά και ως άνθρωπος που ίσως μετανόησε στο τέλος, τότε η ερμηνεία της σχετικής περικοπής δεν είναι απλώς ιστορική ανάλυση, γίνεται ποιμαντική πρόσκληση προς κάθε άνθρωπο που θεωρεί τον εαυτό του χαμένο.

Τέλος, οι δύο ομιλίες εκτός από την σημασία που έχουν για όσους ασχολούνται με την Πατρολογία και την ερμηνεία της Αγίας Γραφής είναι χρήσιμες και για τους κήρυκες του θείου λόγου. Ο Αυγουστίνος δεν αντιμετωπίζει το εκκλησίασμα ως παθητικό ακροατήριο. Το εισάγει στη διαδικασία της διάκρισης. Παρουσιάζει ερμηνείες σε δύσκολα προβλήματα και αφήνει χώρο για σκέψη και προβληματισμό.

***

Two Unknown Sermons of Saint Augustine on Saul and the Medium of Endor

The manuscript in which the two sermons were identified in 2023 — with the academic identification of the texts completed in 2024 — is now kept in the Bishop Jan Bernard Szlaga Library in Pelplin, Poland, and is known as Pelplin 114 (195). It is a twelfth-century Latin manuscript historically connected with the Abbey of Bad Doberan in northern Germany. The dedicated page of the Institute of Classical Philology at the University of Würzburg states that the manuscript preserves sermons attributed to Augustine, together with commentaries on the Song of Songs by Gregory the Great and Haymo of Auxerre. Two of these sermons proved to have been unknown until now. The critical edition of the Latin texts of the two sermons is scheduled to be published in the spring of 2027.

The two sermons deal with the narrative of 1 Kingdoms / 1 Samuel 28. Saul is facing a decisive battle against the Philistines. He has already turned away from obedience to God and experiences God’s silence: he receives no answer through dreams, nor through the Urim — the Urim, together with the Thummim, were sacred means by which, according to the Old Testament, the high priest sought to discern the will of God in critical circumstances — nor through prophets. He then turns to a woman from Endor, described in the biblical tradition as a necromancer or ventriloquist, asking her to summon the dead prophet Samuel.

The theological problem is obvious. If Samuel truly appears, then it seems as though a forbidden magical act has authority over a holy man of God. If, on the other hand, Samuel does not appear, but rather some deceptive spirit or apparition, how should the prophecy that follows be understood?

The two main interpretations discussed are the following. First, that the true Samuel did not appear, but a deceptive image. Second, that God permitted the appearance of the true Samuel for a higher purpose. The dedicated page of the Institute of Classical Philology states that Augustine knows and discusses both explanations, without imposing a final answer, although he seems to show a preference for the second. The content of the sermons comes from published summaries.

The first of the two sermons appears to have been delivered at a Sunday gathering. The choice of the reading came from the initiative of the reader, who read the chapter without prior consultation with the Bishop. Augustine was therefore forced to improvise on an especially difficult text. This explains why the subject was divided into two sermons: in the first, the problem is posed, while in the second, a more structured answer is proposed.

The first sermon, then, is not simply exegetical. It is pedagogical. Augustine presents to the congregation the scandal of the text: Saul, who had expelled the necromancers, himself turns to a forbidden practice. The narrative is not beautified. The Bishop does not hide the difficulty, nor does he create an easy solution.

On the contrary, he places the question before the faithful: what exactly happened at Endor? Was it deception? Was it demonic delusion? Or did God, without approving necromancy, permit Samuel to appear so that a word of judgment and warning might be spoken to Saul?

The first sermon ends with questions and with the presentation of interpretive possibilities. The audience does not immediately receive an answer. It is invited to think. This method is characteristic of Augustine: faith does not cancel the mind, but heals it and educates it.

The second sermon was delivered on the following Wednesday. Here Augustine returns to the same biblical passage and weighs the two interpretations. The first, that the true Samuel did not appear, protects the idea that God’s saints are not under the authority of magical practices. The second, that God permitted Samuel’s appearance, emphasizes even more strongly the sovereignty of God: even an episode that seems to belong to the sphere of magic does not escape His providence and judgment.

The most striking point is the thought that Saul, upon hearing the prophecy of his death, may perhaps have been led to repentance and ultimately to salvation. Here lies the theological value of the two sermons. Augustine does not present Saul simply as an example of failure. He sees him as a tragic man, as a king who fell, feared, transgressed, but perhaps, in the end, heard the word of judgment as a final invitation to repentance. God’s judgment is not only condemnation; it can also become an awakening. The word that announces death may function as a final act of instruction.

Augustine is the theologian of grace. Few have known as deeply as he did the depth of human weakness, but also the depth of divine mercy. If Saul can be seen not only as a failed king but also as a man who perhaps repented at the end, then the interpretation of the relevant passage is not simply historical analysis; it becomes a pastoral invitation to every person who considers himself lost.

Finally, beyond their importance for those engaged in Patristics and the interpretation of Holy Scripture, the two sermons are also useful for preachers of the divine word. Augustine does not treat the congregation as a passive audience. He introduces it into the process of discernment. He presents interpretations of difficult problems and leaves room for thought and reflection.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: