Η Εξομολόγηση ως Μυστήριο Θεραπείας και Ελευθερίας
στην Ορθόδοξη Εκκλησία
Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Στον σύγχρονο δημόσιο διάλογο η εξομολόγηση συχνά
παρερμηνεύεται ως ένας θρησκευτικός μηχανισμός που επιβαρύνει τον άνθρωπο με
ενοχές, εντείνει τη ντροπή και τον καθιστά ψυχολογικά εξαρτημένο από την
αυθεντία του κληρικού. Μια τέτοια προσέγγιση, όσο διαδεδομένη κι αν είναι,
απέχει πάρα πολύ από την Ορθόδοξη κατανόηση του Μυστηρίου της Μετανοίας. Η
Ορθόδοξη Εκκλησία δεν βλέπει την εξομολόγηση ως χώρο ηθικής συντριβής του
ανθρώπου, αλλά ως τόπο θεραπείας, επιστροφής, συμφιλίωσης και ανανέωσης της
σχέσεώς του με τον Θεό, την Εκκλησία και τον εαυτό του.
Η εξομολόγηση δεν υπάρχει επειδή ο Θεός αγνοεί κάτι από την ανθρώπινη καρδιά. Ο Θεός γνωρίζει τα βάθη του ανθρώπου πριν ακόμη εκείνος αρθρώσει λόγο. «Οἶδεν ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε πρὸ τοῦ ὑμᾶς αἰτῆσαι» λέγει ο Χριστός στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον (Ματθ. 6:8). Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι να πληροφορηθεί ο Θεός, αλλά να ανοιχθεί ελεύθερα ο άνθρωπος στη θεραπευτική παρουσία Του. Η εξομολόγηση είναι η στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος παύει να κρύβεται πίσω από δικαιολογίες, φόβους και αυτοάμυνες, και προσέρχεται στο φως της θείας αγάπης.
Η εξομολόγηση δεν πληροφορεί τον Θεό· θεραπεύει τον άνθρωπο
Η πρώτη παρανόηση γύρω από την εξομολόγηση είναι η
ιδέα ότι, αφού ο Θεός γνωρίζει τα πάντα, η ομολογία των αμαρτιών είναι περιττή.
Όμως η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αντιλαμβάνεται την εξομολόγηση ως διοικητική
αναφορά ή ως ενημέρωση του Θεού. Τη βλέπει ως ελεύθερη κίνηση του ανθρώπου προς
Εκείνον που ήδη γνωρίζει, ήδη αγαπά και ήδη αναμένει την επιστροφή του
ανθρώπου.
Στην παραβολή του Ασώτου Υιού, ο πατέρας γνωρίζει
την κατάσταση του παιδιού του πριν αυτό επιστρέψει. Δεν χρειάζεται εξηγήσεις
για να το αγαπήσει. Κι όμως, ο υιός λέγει: «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν
σου» (Λουκ. 15:21). Η ομολογία δεν γίνεται για να πεισθεί ο πατέρας να
συγχωρήσει. Γίνεται επειδή ο υιός έχει ανάγκη να επανέλθει στην αλήθεια της
σχέσης. Η εξομολόγηση είναι η υπαρξιακή έξοδος από την απομόνωση της αμαρτίας
και η είσοδος στην κοινωνία της αγάπης.
Η αμαρτία δεν είναι απλώς παράβαση ενός εξωτερικού
κανόνα. Είναι ασθένεια της υπάρξεως, ρήξη της σχέσης, σκοτισμός του νου,
διάσπαση της καρδιάς. Γι’ αυτό και η συγχώρηση δεν είναι απλή νομική απαλλαγή.
Είναι θεραπεία. Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται απλώς να ακούσει ότι «δεν
τιμωρείται». Χρειάζεται να επανενταχθεί στη ζωή της Χάριτος, να μάθει εκ νέου
να ζει ως πρόσωπο αγαπημένο, ελεύθερο και υπεύθυνο.
Η ενοχή και η ντροπή ως πληγές που ζητούν ίαση
Μια δεύτερη παρανόηση είναι ότι η χριστιανική
πίστη, και ειδικά η εξομολόγηση, επιδιώκει να καλλιεργεί ενοχή και ντροπή. Η
Ορθόδοξη παράδοση κάνει σαφή διάκριση ανάμεσα στην καταστροφική ενοχή και στην
πνευματική συντριβή, καθώς και ανάμεσα στην τοξική ντροπή και στην ταπεινή
αυτογνωσία.
Η ψυχοφθόρα ενοχή εγκλωβίζει τον άνθρωπο στο
παρελθόν του. Του λέει ότι είναι αδιόρθωτος, ανάξιος, απορριπτέος. Τον οδηγεί
είτε στην απόγνωση είτε στην άμυνα της απιστίας. Αντίθετα, η κατά Θεόν συντριβή
δεν συνθλίβει τον άνθρωπο, αλλά τον εισάγει στο θείο έλεος. Είναι η ειλικρινής
αναγνώριση του «ἥμαρτον», χωρίς απελπισία. Ο άνθρωπος βλέπει το τραύμα του,
αλλά δεν ταυτίζεται με αυτό. Γνωρίζει την πτώση του, αλλά δεν παύει να ελπίζει
στην ανάσταση.
Το ίδιο ισχύει και για τη ντροπή. Η παθολογική
ντροπή κάνει τον άνθρωπο να κρύβεται. Τον πείθει ότι, αν φανερωθεί όπως είναι,
θα απορριφθεί. Η εξομολόγηση, όταν βιώνεται με εκκλησιαστικό ήθος, αποκαλύπτει
το ακριβώς αντίθετο: ότι ο άνθρωπος μπορεί να φέρει στο φως ακόμη και το πιο
σκοτεινό του σημείο και να μην εκμηδενιστεί. Μπορεί να ομολογήσει την αλήθεια
του και να συναντήσει όχι περιφρόνηση, αλλά συγχώρηση.
Εδώ βρίσκεται η βαθιά θεραπευτική δύναμη του
Μυστηρίου. Η Εκκλησία δεν καλεί τον άνθρωπο να μείνει ένοχος και ντροπιασμένος.
Τον καλεί να πάψει να κρύβεται. Η αληθινή μετάνοια δεν είναι ψυχολογική
αυτοτιμωρία. Είναι αλλαγή νοός, αλλαγή προσανατολισμού, επιστροφή στην αλήθεια
της αγάπης του Θεού.
Η μετάνοια ως ελευθερία, όχι ως καταπίεση
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η μετάνοια δεν είναι
μηχανισμός φόβου, αλλά δρόμος ελευθερίας. Ο Χριστός δεν προσκαλεί τον άνθρωπο
σε μια ζωή μόνιμης αυτοκατηγορίας, αλλά σε ζωή μεταμορφωμένη. «Δεῦτε πρός με
πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. 11:28). Η
πρόσκληση αυτή δεν είναι απειλή· είναι ανάπαυση και παρηγορία.
Η αμαρτία, αντίθετα, είναι εκείνη που υποδουλώνει.
Ο άνθρωπος που δεν μπορεί να πει την αλήθεια για τον εαυτό του παραμένει
δεμένος με όσα αρνείται να αντικρίσει. Η εξομολόγηση είναι πράξη ελευθερίας
ακριβώς επειδή ο άνθρωπος αναλαμβάνει την ευθύνη του χωρίς να συντρίβεται από
αυτήν. Δεν προσέρχεται ως κατηγορούμενος σε δικαστήριο, αλλά ως ασθενής σε
ιατρείο. Δεν συναντά έναν Θεό που επιθυμεί να τον ταπεινώσει, αλλά έναν Θεό που
«πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι» (Α΄ Τιμ. 2:4).
Η Ορθόδοξη παράδοση δεν αρνείται τη σοβαρότητα της
αμαρτίας. Δεν την εξωραΐζει ούτε την παρουσιάζει ως ασήμαντη. Όμως η σοβαρότητα
της αμαρτίας δεν οδηγεί σε μίσος για τον άνθρωπο. Ο Θεός μισεί την αμαρτία
επειδή αγαπά τον άνθρωπο. Το Μυστήριο της Μετανοίας είναι ακριβώς η φανέρωση
αυτής της αγάπης: η αμαρτία ομολογείται για να πάψει να κυβερνά την καρδιά.
Ο ρόλος του Πνευματικού: μάρτυρας της συγχώρησης,
όχι χειραγωγός της συνείδησης
Ένα ακόμη ζήτημα που συχνά δημιουργεί δυσπιστία
είναι ο ρόλος του ιερέα στην εξομολόγηση. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν θεωρεί τον
Πνευματικό ιδιοκτήτη της ανθρώπινης συνείδησης. Ο Πνευματικός δεν συγχωρεί με
δική του εξουσία ούτε κυριαρχεί πάνω στον εξομολογούμενο. Είναι διάκονος του
Μυστηρίου, μάρτυρας της μετανοίας και όργανο της θείας φιλανθρωπίας.
Ο ιερέας δεν καλείται να εξευτελίσει τον άνθρωπο,
αλλά να τον βοηθήσει να σταθεί στην αλήθεια χωρίς απόγνωση. Δεν καλείται να
ελέγξει ψυχολογικά τη ζωή του πιστού, αλλά να διακονήσει τη σωτηρία του με
διάκριση, ταπείνωση και φόβο Θεού. Η ποιμαντική εξουσία στην Εκκλησία δεν έχει
χαρακτήρα κυριαρχίας· έχει χαρακτήρα διακονίας. Ο ίδιος ο Χριστός ορίζει το
μέτρο της εκκλησιαστικής ηγεσίας λέγοντας: «Ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν,
ἔσται ὑμῶν διάκονος» (Ματθ. 20:26).
Γι’ αυτό κάθε μορφή χειραγώγησης, εκφοβισμού,
εκμετάλλευσης ή παραβίασης της ελευθερίας του εξομολογουμένου αποτελεί
διαστρέβλωση του πνεύματος της Εκκλησίας. Δεν εκφράζει το Μυστήριο, αλλά το
τραυματίζει. Η ύπαρξη ανθρώπινων αδυναμιών ή και σοβαρών εκτροπών δεν ακυρώνει
τη θεολογία της εξομολόγησης· αντιθέτως, αναδεικνύει πόσο αναγκαίο είναι ο
Πνευματικός να λειτουργεί ως πατέρας, ιατρός και συνοδοιπόρος, ποτέ ως
εξουσιαστής.
Σημαντικό στοιχείο αυτής της σχέσης είναι και το
απόρρητο της εξομολόγησης. Ο εξομολογούμενος εμπιστεύεται στον Πνευματικό
πληγές, πτώσεις και εσωτερικούς αγώνες. Η εμπιστοσύνη αυτή απαιτεί απόλυτο
σεβασμό. Η εξομολόγηση δεν είναι χώρος έκθεσης, αλλά χώρος ασφαλείας. Δεν είναι
πεδίο κοινωνικού ελέγχου, αλλά εκκλησιαστικό θεραπευτήριο.
Η εξομολόγηση ως αποκατάσταση της σχέσης με την
Εκκλησία
Η αμαρτία δεν αφορά μόνο την ατομική σχέση του
ανθρώπου με τον Θεό. Έχει και εκκλησιαστική διάσταση. Ο Απόστολος Παύλος
ονομάζει την Εκκλησία «σῶμα Χριστοῦ» (Α΄ Κορ. 12:27). Όταν ένα μέλος ασθενεί, η
ασθένεια δεν είναι αδιάφορη για το σώμα. Η εξομολόγηση, λοιπόν, δεν είναι μια
ιδιωτική ψυχολογική διαδικασία, αλλά μυστήριο επανένταξης και συμφιλίωσης.
Αυτό δεν σημαίνει δημόσια διαπόμπευση. Η Εκκλησία
γνωρίζει την ευθραυστότητα του ανθρώπου και προστατεύει το πρόσωπό του. Η
εξομολόγηση γίνεται ενώπιον του Πνευματικού, ακριβώς για να υπάρξει προσωπική
συνάντηση, πνευματική καθοδήγηση και μυστηριακή άφεση. Ο πιστός δεν επιστρέφει
απλώς σε μια αφηρημένη ιδέα περί Θεού, αλλά στο ζωντανό σώμα της Εκκλησίας,
όπου η συγχώρηση βιώνεται ως κοινωνία.
Η άφεση των αμαρτιών δεν είναι μια συναισθηματική
παρηγοριά. Είναι γεγονός εκκλησιαστικό και μυστηριακό. Ο άνθρωπος ακούει ότι
συγχωρείται, όχι ως ψυχολογικό τέχνασμα, αλλά ως εκκλησιαστική μαρτυρία της
νίκης του Χριστού πάνω στην αμαρτία. Γι’ αυτό η Εξομολόγηση συνδέεται με τη
Θεία Ευχαριστία, δηλαδή με την πληρότητα της κοινωνίας με τον Χριστό.
Από την αυτοδικαίωση στην αλήθεια
Ο άνθρωπος συχνά κινείται ανάμεσα σε δύο άκρα:
είτε αυτοκαταδικάζεται είτε αυτοδικαιώνεται. Στην πρώτη περίπτωση θεωρεί ότι
δεν υπάρχει για αυτόν ελπίδα. Στη δεύτερη αρνείται να δει το κακό που έχει
κάνει. Η εξομολόγηση θεραπεύει και τα δύο. Δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να πει
«δεν έγινε τίποτε», αλλά ούτε και να πει «δεν υπάρχει σωτηρία για μένα».
Η μετάνοια είναι η γενναία αποδοχή της αλήθειας
μέσα στο φως της αγάπης. Ο άνθρωπος δεν σώζεται επειδή κατασκευάζει μια καλή
εικόνα του εαυτού του, αλλά επειδή δέχεται να παραδώσει την πραγματική του
εικόνα στον Θεό. Η πνευματική ζωή αρχίζει όταν ο άνθρωπος παύει να φοβάται την
αλήθεια, επειδή ανακαλύπτει ότι η αλήθεια του Θεού δεν είναι ψυχρή διάγνωση,
αλλά φιλάνθρωπη θεραπεία.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας επιμένουν ότι η μετάνοια
δεν είναι στιγμιαίο συναίσθημα, αλλά διαρκής πορεία. Ο άγιος Ιωάννης της
Κλίμακος περιγράφει τη μετάνοια ως ανανέωση του βαπτίσματος και ως συμφωνία με
τον Θεό για νέα ζωή. Αυτή η θεώρηση απέχει πολύ από μια αντίληψη ενοχικής
καθήλωσης. Η μετάνοια είναι δυναμική, δημιουργική και αναστάσιμη.
Η ποιμαντική ευθύνη της Εκκλησίας σήμερα
Αν η εξομολόγηση παρουσιάζεται συχνά με αρνητικό
τρόπο, η Εκκλησία οφείλει να απαντήσει όχι μόνο με θεολογικές διευκρινίσεις,
αλλά και με ποιμαντική αυτοσυνειδησία. Το Μυστήριο πρέπει να προσφέρεται με
τρόπο που φανερώνει τον Χριστό: με αγάπη, διάκριση, σοβαρότητα, σεβασμό και
ελευθερία.
Ο πνευματικός λόγος δεν πρέπει να συγχέει τη
μετάνοια με τον ψυχολογικό εκβιασμό. Δεν πρέπει να παράγει φόβο, αλλά να γεννά
ευθύνη. Δεν πρέπει να συνθλίβει τον αδύναμο, αλλά να τον στηρίζει. Δεν πρέπει
να συγκαλύπτει την αμαρτία, αλλά να την αντιμετωπίζει ως πληγή που μπορεί να
θεραπευθεί.
Παράλληλα, ο πιστός χρειάζεται να κατανοήσει ότι η
εξομολόγηση δεν είναι απλώς απαρίθμηση παραβάσεων. Είναι συνάντηση με τον
Χριστό μέσα στην Εκκλησία. Είναι άνοιγμα της καρδιάς. Είναι αγώνας να γίνει ο
άνθρωπος αληθινός. Είναι αποδοχή της ευθύνης χωρίς απώλεια της ελπίδας.
***
Confession as a
Mystery of Healing and Freedom in the Orthodox Church
In contemporary
public discourse, confession is often misunderstood as a religious mechanism
that burdens the human person with guilt, intensifies shame, and makes him
psychologically dependent on the authority of the cleric. Such an approach,
however widespread it may be, is very far from the Orthodox understanding of
the Mystery of Repentance. The Orthodox Church does not see confession as a
place of moral crushing, but as a place of healing, return, reconciliation, and
renewal of one’s relationship with God, the Church, and oneself.
Confession does
not exist because God is unaware of something in the human heart. God knows the
depths of the human person before he even utters a word. “Your Father knows
what you need before you ask Him,” Christ says in the Gospel according to
Matthew (Matt. 6:8). Therefore, the point is not for God to be informed, but
for the human person to open himself freely to His healing presence. Confession
is the moment in which a person stops hiding behind excuses, fears, and
self-defenses, and comes into the light of divine love.
Confession Does
Not Inform God; It Heals the Human Person
The first
misunderstanding surrounding confession is the idea that, since God knows
everything, the confession of sins is unnecessary. Yet the Orthodox Church does
not understand confession as an administrative report or as a way of informing
God. It sees it as the free movement of the human person toward the One who
already knows, already loves, and already awaits his return.
In the parable
of the Prodigal Son, the father knows the condition of his child before he
returns. He does not need explanations in order to love him. And yet the son
says: “Father, I have sinned against heaven and before you” (Luke 15:21). The
confession is not made so that the father may be persuaded to forgive. It takes
place because the son needs to return to the truth of the relationship.
Confession is the existential departure from the isolation of sin and the
entrance into the communion of love.
Sin is not
simply the violation of an external rule. It is an illness of existence, a
rupture of relationship, a darkening of the nous, a fragmentation of the heart.
For this reason, forgiveness is not a simple legal acquittal. It is healing.
The human person does not simply need to hear that he “will not be punished.”
He needs to be restored to the life of Grace, to learn anew how to live as a
beloved, free, and responsible person.
Guilt and Shame
as Wounds That Seek Healing
A second
misunderstanding is that the Christian faith, and confession in particular,
aims to cultivate guilt and shame. The Orthodox tradition makes a clear
distinction between destructive guilt and spiritual contrition, as well as
between toxic shame and humble self-knowledge.
Soul-damaging
guilt traps the human person in his past. It tells him that he is beyond
correction, unworthy, rejected. It leads him either to despair or to the
defensive posture of unbelief. By contrast, contrition according to God does
not crush the person, but brings him into divine mercy. It is the sincere
acknowledgment of “I have sinned,” without hopelessness. The person sees his
wound, but does not identify himself with it. He recognizes his fall, but he
does not cease to hope in resurrection.
The same is
true of shame. Pathological shame makes the person hide. It convinces him that,
if he is revealed as he truly is, he will be rejected. Confession, when lived
with an ecclesial ethos, reveals the exact opposite: that a person can bring
even his darkest place into the light and not be annihilated. He can confess
his truth and encounter, not contempt, but forgiveness.
Here lies the
deep healing power of the Mystery. The Church does not call the human person to
remain guilty and ashamed. It calls him to stop hiding. True repentance is not
psychological self-punishment. It is a change of mind, a change of orientation,
a return to the truth of God’s love.
Repentance as
Freedom, Not Oppression
In the Orthodox
Church, repentance is not a mechanism of fear, but a path of freedom. Christ
does not invite the human person into a life of permanent self-accusation, but
into a transfigured life. “Come to Me, all who labor and are heavy laden, and I
will give you rest” (Matt. 11:28). This invitation is not a threat; it is rest
and consolation.
Sin, by
contrast, is what enslaves. The person who cannot speak the truth about himself
remains bound to what he refuses to face. Confession is an act of freedom
precisely because the person takes responsibility without being crushed by it.
He does not come as an accused person before a court, but as a patient in a
place of healing. He does not encounter a God who wishes to humiliate him, but
a God who “desires all people to be saved” (1 Tim. 2:4).
The Orthodox
tradition does not deny the seriousness of sin. It does not beautify it or
present it as insignificant. Yet the seriousness of sin does not lead to hatred
for the human person. God hates sin because He loves the human person. The
Mystery of Repentance is precisely the manifestation of this love: sin is
confessed so that it may cease to govern the heart.
The Role of the
Spiritual Father: Witness of Forgiveness, Not Manipulator of Conscience
Another issue
that often creates mistrust is the role of the priest in confession. The
Orthodox Church does not consider the Spiritual Father to be the owner of the
human conscience. The Spiritual Father does not forgive by his own authority,
nor does he dominate the person who confesses. He is a servant of the Mystery,
a witness of repentance, and an instrument of divine compassion.
The priest is
not called to humiliate the human person, but to help him stand in the truth
without despair. He is not called to control the psychological life of the
faithful, but to serve their salvation with discernment, humility, and fear of
God. Pastoral authority in the Church does not have the character of
domination; it has the character of service. Christ Himself defines the measure
of ecclesial leadership when He says: “Whoever would be great among you must be
your servant” (Matt. 20:26).
For this
reason, every form of manipulation, intimidation, exploitation, or violation of
the freedom of the person confessing is a distortion of the spirit of the
Church. It does not express the Mystery; it wounds it. The existence of human
weaknesses, or even serious deviations, does not cancel the theology of
confession. On the contrary, it shows how necessary it is for the Spiritual
Father to function as father, physician, and fellow traveler, never as a ruler.
An important
element of this relationship is also the confidentiality of confession. The
person confessing entrusts wounds, falls, and inner struggles to the Spiritual
Father. This trust requires absolute respect. Confession is not a place of
exposure, but a place of safety. It is not a field of social control, but an
ecclesial hospital.
Confession as
the Restoration of Relationship with the Church
Sin does not
concern only the individual relationship of the human person with God. It also
has an ecclesial dimension. The Apostle Paul calls the Church the “body of
Christ” (1 Cor. 12:27). When one member is ill, the illness is not irrelevant
to the body. Confession, therefore, is not a private psychological process, but
a mystery of reintegration and reconciliation.
This does not
mean public shaming. The Church knows the fragility of the human person and
protects his personhood. Confession takes place before the Spiritual Father
precisely so that there may be personal encounter, spiritual guidance, and
sacramental absolution. The faithful person does not simply return to an
abstract idea about God, but to the living body of the Church, where
forgiveness is experienced as communion.
The absolution
of sins is not emotional consolation. It is an ecclesial and sacramental event.
The person hears that he is forgiven, not as a psychological device, but as the
Church’s witness to Christ’s victory over sin. For this reason, Confession is connected
with the Divine Eucharist, that is, with the fullness of communion with Christ.
From
Self-Justification to Truth
The human
person often moves between two extremes: either he condemns himself or he
justifies himself. In the first case, he believes that there is no hope for
him. In the second, he refuses to see the evil he has done. Confession heals
both. It does not allow the person to say, “Nothing happened,” but neither does
it allow him to say, “There is no salvation for me.”
Repentance is
the courageous acceptance of truth within the light of love. The human person
is not saved because he constructs a good image of himself, but because he
accepts to surrender his real image to God. Spiritual life begins when the
person ceases to fear the truth, because he discovers that God’s truth is not a
cold diagnosis, but compassionate healing.
The Fathers of
the Church insist that repentance is not a momentary emotion, but a continual
path. Saint John Climacus describes repentance as the renewal of baptism and as
an agreement with God for a new life. This view is very far from any notion of
fixation in guilt. Repentance is dynamic, creative, and resurrectional.
The Pastoral
Responsibility of the Church Today
If confession
is often presented in a negative way, the Church must respond through
theological clarification and pastoral self-awareness alike. The Mystery must
be offered in a way that reveals Christ: with love, discernment, seriousness,
respect, and freedom.
Spiritual
speech must not confuse repentance with psychological blackmail. It must not
produce fear, but give birth to responsibility. It must not crush the weak, but
support them. It must not conceal sin, but face it as a wound that can be
healed.
At the same
time, the faithful person needs to understand that confession is not simply an
enumeration of transgressions. It is an encounter with Christ within the
Church. It is the opening of the heart. It is the struggle for the human person
to become true. It is the acceptance of responsibility without the loss of
hope.

1 σχόλιο:
Πόσο εύστοχα γράφετε... Ας προσευχηθούμε όλοι να προστρέξουν στην εξομολόγηση παραμερίζοντας κάθε εμπόδιο.
Δημοσίευση σχολίου