Η Ορθόδοξη Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν φοβήθηκε ποτέ
την έρευνα ούτε την κριτική σκέψη
Μητροπολίτης
Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Εκκλησία
δεν φοβήθηκε ποτέ την έρευνα ούτε την κριτική σκέψη, όταν αυτές υπηρετούν την
αλήθεια. Αντιθέτως, από τους πρώτους κιόλας αιώνες της ζωής της, ανέπτυξε
τρόπους κριτικής, ερμηνείας και ελέγχου, ακριβώς για να διαφυλάσσει ανόθευτη
την Αποστολική παράδοση. Η αγάπη προς την αλήθεια δεν είναι ξένο σώμα μέσα στην
Εκκλησία. Είναι στοιχείο του εκκλησιαστικού φρονήματος.
Γι’ αυτό και είναι παράδοξο, αλλά και βαθιά
λυπηρό, να βλέπει κανείς σήμερα ορισμένους ανθρώπους, οι οποίοι δηλώνουν ότι
υπερασπίζονται την Ορθοδοξία, να αντιδρούν με οργή, ειρωνεία, ύβρεις και
προσωπικές επιθέσεις κάθε φορά που τίθεται ένα ζήτημα ιστορικής ή θεολογικής
ακρίβειας. Όταν, για παράδειγμα, επισημαίνεται ότι κάποια λόγια ή κάποιες
«προφητείες» δεν είναι βέβαιο ότι ειπώθηκαν από έναν Άγιο, αλλά πιθανόν του
αποδόθηκαν αργότερα, η απάντηση δεν θα έπρεπε να είναι η συκοφαντία ούτε η
εύκολη κατηγορία περί «οικουμενισμού», «προδοσίας» ή «αλλοίωσης της πίστεως». Η
απάντηση θα έπρεπε να είναι η νηφάλια εξέταση των πηγών.
Η αλήθεια δεν βλάπτεται από την έρευνα. Βλάπτεται από το ψεύδος. Και η τιμή προς τους Αγίους δεν συνίσταται στο να τους αποδίδουμε λόγια που δεν είπαν, αλλά στο να σεβόμαστε την αλήθεια της ζωής, της διδασκαλίας και της μαρτυρίας τους.
Η ίδια η εκκλησιαστική ιστορία δείχνει ότι η
αναζήτηση της ακρίβειας δεν είναι αντίθετη προς την πίστη. Ο Ωριγένης, παρά τα
σοβαρά προβλήματα που αργότερα επισημάνθηκαν σε πλευρές της θεολογίας του,
υπήρξε μορφή μεγάλης φιλολογικής και ερμηνευτικής εργασίας. Τα περίφημα Εξαπλά
του, με τη σύγκριση βιβλικών κειμένων και μεταφραστικών παραδόσεων, αποτελούν
χαρακτηριστικό παράδειγμα πρώιμης κριτικής εργασίας πάνω στην Αγία Γραφή. Ο
άγιος Λουκιανός Αντιοχείας συνδέεται επίσης με εργασία πάνω στο κείμενο της Αγίας
Γραφής και με προσπάθεια αποκατάστασης της ακρίβειας της βιβλικής παράδοσης. Οι
Πατέρες της Εκκλησίας εξήγησαν δύσκολα χωρία, ερμήνευσαν φαινομενικές
αντιφάσεις, διέκριναν το γνήσιο από το νόθο και δεν δίστασαν να διορθώσουν
σφάλματα, όταν αυτά αλλοίωναν το νόημα της πίστεως.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία αποδέχεται κάθε
ιδιωτική κρίση ως αυθεντία. Σημαίνει όμως ότι ποτέ δεν ταύτισε την ευσέβεια με
την αφέλεια, ούτε την πίστη με την άκριτη αποδοχή κάθε μεταγενέστερης διήγησης
που κυκλοφορεί ανεξέλεγκτα. Η Εκκλησία ερευνά, διακρίνει, ελέγχει, διορθώνει.
Το κριτήριο δεν είναι η περιέργεια ούτε η ιδεολογική χρήση της παράδοσης, αλλά
η διαφύλαξη της αλήθειας όπως παραδόθηκε από τους Αποστόλους και βιώθηκε μέσα
στο σώμα της Εκκλησίας.
Το ίδιο ισχύει και για τις προφητείες. Στην Παλαιά
Διαθήκη οι Προφήτες δεν λειτουργούν ως παραγωγοί εντυπωσιακών προβλέψεων ούτε
ως φορείς θρησκευτικής φαντασίας. Μιλούν για τον Θεό, ελέγχουν την αδικία,
αποκαλύπτουν την απιστία του λαού, καλούν σε μετάνοια και προετοιμάζουν τη
φανέρωση του Μεσσία. Ο ίδιος ο Χριστός ερμηνεύει τον Νόμο και τους Προφήτες ως
μαρτυρία που αναφέρεται στο πρόσωπο και στο έργο Του.
Στην Καινή Διαθήκη, επίσης, η προφητεία δεν
παρουσιάζεται ως ικανοποίηση της ανθρώπινης περιέργειας για μελλοντικά
γεγονότα. Συνδέεται με την οικοδομή της Εκκλησίας, τη διάκριση, την παρηγορία,
τη νουθεσία και την ποιμαντική καθοδήγηση. Ο Απόστολος Παύλος γράφει ότι «ὁ
προφητεύων» μιλά στους πιστούς για «οἰκοδομὴν καὶ παράκλησιν καὶ παραμυθίαν»
και τονίζει ότι όλα μέσα στην Εκκλησία πρέπει να γίνονται «πρὸς οἰκοδομήν» Α΄
Κορ. 14:3, 26. Το προφητικό χάρισμα, λοιπόν, δεν είναι θέαμα. Δεν είναι υλικό
για εντυπωσιασμό. Δεν είναι θρησκευτική περιέργεια. Είναι χάρισμα που υπηρετεί
τη μετάνοια, την αλήθεια και την πνευματική οικοδομή του λαού του Θεού.
Επομένως, η πρόρρηση μελλοντικών γεγονότων δεν
αποτελεί τον πυρήνα της Ορθόδοξης πνευματικότητας. Ο πυρήνας είναι η μετάνοια,
η κάθαρση της καρδιάς, η προσευχή, η μυστηριακή ζωή, η άσκηση, η αγάπη και η
ένταξη του ανθρώπου στο σώμα του Χριστού. Όταν η προφητεία αποκόπτεται από αυτά
και μετατρέπεται σε εργαλείο εθνικής έξαρσης, πολιτικής φαντασίωσης ή
θρησκευτικού φανατισμού, τότε παύει να λειτουργεί εκκλησιαστικά.
Γι’ αυτό και δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα στην
Ορθόδοξη πίστη το να αποδειχθεί ότι κάποια λόγια που αποδίδονται σε έναν Άγιο
δεν είναι γνήσια. Αντιθέτως, το πρόβλημα γεννιέται όταν επιμένουμε να
υπερασπιζόμαστε ψευδείς αποδόσεις, ανυπόστατες διηγήσεις και αμφίβολες
«προφητείες», σαν να εξαρτάται από αυτές η ορθοδοξία μας. Αν ένας Άγιος δεν
είπε μια φράση, δεν τον τιμούμε όταν επιμένουμε να του την αποδίδουμε. Τον
αδικούμε. Και αν μια «προφητεία» είναι προϊόν μεταγενέστερης φαντασίας,
πολιτικής χρήσης ή ιδεολογικής ανάγκης, δεν υπηρετούμε την Εκκλησία
υπερασπιζόμενοι το λάθος. Υπηρετούμε μια ψευδή εικόνα της πίστης.
Ας τεθεί λοιπόν το ερώτημα απλά: τι προσφέρει
πραγματικά στην πνευματική ζωή ενός χριστιανού η εμμονή σε σχήματα του τύπου
«θα πάρουμε την Πόλη» ή σε συνθήματα μίσους κατά των ετεροδόξων; Πώς βοηθούν
αυτά στην προσευχή, στην εξομολόγηση, στην ταπείνωση, στην αγάπη προς τον
αδελφό, στη μετάνοια; Η Εκκλησία δεν υπάρχει για να τρέφει εθνικές φαντασιώσεις
ούτε για να μετατρέπει τους Αγίους σε όργανα ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Οι
Άγιοι είναι μάρτυρες της Βασιλείας του Θεού, όχι υλικό για διαδικτυακές εκστρατείες
θυμού.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα φράσεων που
αποδίδονται σε Αγίους χωρίς επαρκή τεκμηρίωση και στη συνέχεια χρησιμοποιούνται
ως συνθήματα πολεμικής. Όταν, για παράδειγμα, μια φράση κατά του Πάπα ή των
Ρωμαιοκαθολικών παρουσιάζεται ως λόγος Αγίου χωρίς ασφαλή ιστορική βάση,
οφείλουμε να εξετάσουμε με σοβαρότητα την προέλευσή της. Δεν είναι ένδειξη
Ορθόδοξου φρονήματος να υπερασπίζεται κανείς μια φράση απλώς επειδή εξυπηρετεί
την πολεμική του διάθεση. Η Ορθοδοξία δεν έχει ανάγκη από πλαστές αυθεντίες. Έχει
την αλήθεια της πίστεως, την Πατερική της παράδοση και την μαρτυρία των Αγίων
της.
Εξίσου προβληματική είναι και η στάση εκείνων που,
στο όνομα της υπεράσπισης της πίστης, χρησιμοποιούν υβριστικό, χυδαίο και
συκοφαντικό λόγο. Άλλο η θεολογική κριτική και άλλο ο φανατισμός. Άλλο η
ομολογία και άλλο η μισαλλοδοξία. Άλλο η διάκριση και άλλο η εμπάθεια. Όταν
κάποιος χαρακτηρίζει αβασάνιστα τον συνομιλητή του «οικουμενιστή», «προδότη»,
«αιρετικό» ή «πράκτορα», επειδή εκείνος τόλμησε να θέσει ένα ερώτημα ιστορικής
ακρίβειας, τότε δεν υπερασπίζεται την Ορθοδοξία. Υπερασπίζεται την ταραχή του,
την ιδεολογική του βεβαιότητα ή το τραυματισμένο του εγώ.
Ακόμη χειρότερα, πολλές φορές η επίθεση γίνεται
χωρίς ο επικριτής να έχει διαβάσει καν το κείμενο που κατακρίνει. Τότε η
κριτική παύει να είναι θεολογική και γίνεται συκοφαντία. Το Ορθόδοξο ήθος δεν
εκφράζεται με κραυγές, προσβολές και διαδικτυακά λιντσαρίσματα. Εκφράζεται με
παρρησία, αλλά και με νήψη. Με ακρίβεια, αλλά και με αγάπη. Με αυστηρότητα
απέναντι στην πλάνη, αλλά και με σεβασμό προς το πρόσωπο του άλλου. Η αλήθεια
της Εκκλησίας δεν έχει ανάγκη από χυδαιότητα για να σταθεί.
Δεν είναι επίσης σοβαρό να καλλιεργούνται
συνωμοσιολογικές βεβαιότητες περί δήθεν «μυστικών σχεδίων» Επισκόπων που
επιδιώκουν να παραδώσουν την Ορθοδοξία στον Πάπα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει
πράγματι σοβαρές θεολογικές διαφορές με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, σε ζητήματα
όπως το πρωτείο, η εκκλησιολογία, το Filioque και άλλες δογματικές και κανονικές αποκλίσεις.
Αυτές οι διαφορές δεν εξαφανίζονται με ευχές ούτε παρακάμπτονται με γενικόλογες
διατυπώσεις. Όμως ο θεολογικός διάλογος δεν είναι κατ’ ανάγκην συνθηκολόγηση.
Μπορεί, όταν γίνεται με σαφή Ορθόδοξη αυτοσυνειδησία, να αποτελεί ευκαιρία
μαρτυρίας της αλήθειας.
Ο διάλογος δεν σημαίνει ότι όλοι πιστεύουμε τα
ίδια. Σημαίνει ότι ξεκαθαρίζουμε τι πιστεύει ο καθένας, ποια είναι τα σημεία
συμφωνίας, ποια είναι τα σημεία διαφωνίας και πού βρίσκεται η αλήθεια. Η
Ορθοδοξία δεν έχει ανάγκη να φοβηθεί τη συζήτηση. Έχει ανάγκη να μαρτυρήσει
καθαρά την πίστη της. Ούτε όμως ωφελεί κανέναν η νοοτροπία «να λυντσαριστούν οι
αιρετικοί». Η Εκκλησία δεν καλείται να μισήσει. Καλείται να ομολογήσει. Δεν
καλείται να κολακεύσει την πλάνη. Καλείται να φανερώσει την αλήθεια με σταθερότητα,
σοβαρότητα και αγάπη.
Εδώ τίθεται και ένα κρίσιμο εκκλησιολογικό ζήτημα:
ποιος είναι ο ρόλος του Επισκόπου; Στις ποιμαντικές επιστολές, ο Απόστολος
Παύλος μιλά με σαφήνεια για την ευθύνη του ποιμένα να διδάσκει, να ελέγχει και
να προστατεύει το ποίμνιο από την πλάνη. Στην Α΄ προς Τιμόθεον επιστολή, ο
επίσκοπος οφείλει να είναι «διδακτικός», δηλαδή ικανός να διδάσκει Α΄ Τιμ. 3:2.
Στην προς Τίτον επιστολή, ο ποιμένας καλείται να κρατά τον πιστό λόγο της
διδαχής, ώστε να μπορεί και να προτρέπει με την υγιαίνουσα διδασκαλία και να ελέγχει
όσους αντιλέγουν Τίτ. 1:9. Στη Β΄ προς Τιμόθεον, ο Παύλος παραγγέλλει: «κήρυξον
τὸν λόγον», «ἔλεγξον», «ἐπιτίμησον», «παρακάλεσον», πάντοτε όμως «ἐν πάσῃ
μακροθυμίᾳ καὶ διδαχῇ» Β΄ Τιμ. 4:2.
Ο Επίσκοπος, λοιπόν, δεν είναι διακοσμητικό
πρόσωπο. Είναι φορέας ποιμαντικής και διδακτικής ευθύνης μέσα στην Εκκλησία.
Βεβαίως, κανένας Επίσκοπος δεν είναι υπεράνω ελέγχου. Μπορεί να σφάλλει, να
κριθεί, να διορθωθεί. Όμως αυτός ο έλεγχος γίνεται εκκλησιαστικά, συνοδικά, με
θεολογικά κριτήρια και με σεβασμό στην τάξη της Εκκλησίας. Δεν γίνεται με
αυθαίρετες καταδίκες από μεμονωμένους ιδιώτες, ούτε με διαδικτυακά αναθέματα,
ούτε με τη γενική και αδιάκριτη κατηγορία ότι «όλοι οι Επίσκοποι είναι
αιρετικοί» ή «όλοι είναι οικουμενιστές».
Όποιος αφαιρεί από το σύνολο των Επισκόπων κάθε
εκκλησιαστική νομιμότητα, οφείλει να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: σε ποια
Εκκλησία ανήκει τελικά; Διότι η Εκκλησία δεν είναι μια αόρατη ιδεολογική
κοινότητα ανθρώπων που συμφωνούν μεταξύ τους στο διαδίκτυο. Είναι το σώμα του
Χριστού, με πίστη, μυστήρια, Αποστολική διαδοχή, συνοδικότητα, ποιμαντική
ευθύνη και συγκεκριμένη εκκλησιαστική τάξη.
Η κριτική σε λόγια και πράξεις Επισκόπων μπορεί να
είναι αναγκαία. Η ιστορία της Εκκλησίας γνωρίζει Αγίους που αντιστάθηκαν σε
πλάνες ακόμη και ισχυρών εκκλησιαστικών προσώπων. Όμως άλλο πράγμα η υπεύθυνη
ομολογία και άλλο η αυτάρεσκη αποκοπή από την εκκλησιαστική ζωή. Άλλο η
Πατερική παρρησία και άλλο η ιδιωτική αυθαιρεσία. Άλλο ο πόνος για την Εκκλησία
και άλλο η κατασκευή μιας φαντασιακής «καθαρής Εκκλησίας», στην οποία τελικά
χωρά μόνον ο εαυτός μας και όσοι συμφωνούν μαζί μας.
Η Ορθοδοξία δεν χρειάζεται ψευδοπροφήτες ούτε
φανατικούς υπερασπιστές που καταργούν την αλήθεια στο όνομα ενός δήθεν ζήλου.
Χρειάζεται ανθρώπους που αγαπούν την αλήθεια περισσότερο από τη δικαίωσή τους.
Ανθρώπους που ερευνούν με ταπείνωση, διορθώνουν τα λάθη χωρίς εμπάθεια, ασκούν
κριτική χωρίς να συκοφαντούν και αντιλαμβάνονται ότι η υπεράσπιση της πίστης
δεν γίνεται με χυδαιότητα, αλλά με εκκλησιαστικό φρόνημα.
Αν θέλουμε πραγματικά να τιμήσουμε τους Αγίους, ας
προσέχουμε να μην τους αποδίδουμε λόγια που ποτέ δεν είπαν. Αν θέλουμε
πραγματικά να υπερασπιστούμε την Εκκλησία, ας μη φοβηθούμε την έρευνα. Αν
θέλουμε πραγματικά να μείνουμε μέσα στην αλήθεια, ας ξεχωρίσουμε τη διάκριση
από τον φανατισμό, την ομολογία από την ύβρη, την πίστη από την ιδεολογική
εμπάθεια.
Διότι η Εκκλησία δεν φοβάται την αλήθεια. Εκείνοι
που φοβούνται την αλήθεια είναι όσοι έχουν οικοδομήσει την πίστη τους πάνω σε
μύθους, θυμούς και ψευδείς βεβαιότητες.
***
The Orthodox
Church has never feared inquiry or critical thought when they serve the truth.
On the contrary, from the very first centuries of her life, she developed ways
of criticism, interpretation, and examination precisely in order to preserve
the Apostolic tradition unaltered. Love for the truth is not something foreign
within the Church. It is part of the ecclesial mind.
For this
reason, it is both paradoxical and deeply saddening to see certain people
today, who claim to defend Orthodoxy, reacting with anger, mockery, insults,
and personal attacks whenever a question of historical or theological accuracy
is raised. When, for example, it is pointed out that certain words or
“prophecies” are not certain to have been spoken by a Saint, but may have been
attributed to him later, the response should not be slander, nor the easy
accusation of “ecumenism,” “betrayal,” or “alteration of the faith.” The
response should be the sober examination of the sources.
Truth is not
harmed by inquiry. It is harmed by falsehood. And honor toward the Saints does
not consist in attributing to them words they did not say, but in respecting
the truth of their life, teaching, and witness.
Ecclesiastical
history itself shows that the search for accuracy is not contrary to faith.
Origen, despite the serious problems that were later identified in aspects of
his theology, was a figure of great philological and interpretive labor. His
famous Hexapla, with its comparison of biblical texts and translation
traditions, is a characteristic example of early critical work on Holy
Scripture. Saint Lucian of Antioch is also associated with work on the text of
Holy Scripture and with an effort to restore the accuracy of the biblical
tradition. The Fathers of the Church explained difficult passages, interpreted
apparent contradictions, distinguished the genuine from the spurious, and did
not hesitate to correct errors when those errors distorted the meaning of the
faith.
This does not
mean that the Church accepts every private judgment as an authority. It does
mean, however, that she never identified piety with naivety, nor faith with the
uncritical acceptance of every later story that circulates without control. The
Church investigates, discerns, examines, and corrects. The criterion is not
curiosity, nor the ideological use of tradition, but the preservation of the
truth as it was handed down by the Apostles and lived within the body of the
Church.
The same also
applies to prophecies. In the Old Testament, the Prophets do not function as
producers of impressive predictions or as bearers of religious fantasy. They
speak about God, rebuke injustice, reveal the people’s unbelief, call for
repentance, and prepare for the manifestation of the Messiah. Christ Himself
interprets the Law and the Prophets as a testimony referring to His person and
His work.
In the New
Testament as well, prophecy is not presented as the satisfaction of human
curiosity about future events. It is connected with the edification of the
Church, discernment, consolation, admonition, and pastoral guidance. The
Apostle Paul writes that “the one who prophesies” speaks to the faithful for
“edification and exhortation and comfort,” and he stresses that everything
within the Church must be done “for edification” — 1 Corinthians 14:3, 26. The
prophetic gift, therefore, is not a spectacle. It is not material for
impression-making. It is not religious curiosity. It is a gift that serves
repentance, truth, and the spiritual building up of the people of God.
Therefore, the
foretelling of future events is not the core of Orthodox spirituality. The core
is repentance, purification of the heart, prayer, sacramental life, ascetic
struggle, love, and the incorporation of the human person into the body of
Christ. When prophecy is severed from these things and turned into a tool of
national exaltation, political fantasy, or religious fanaticism, then it ceases
to function ecclesially.
For this
reason, it creates no problem whatsoever for the Orthodox faith if it is proven
that certain words attributed to a Saint are not genuine. On the contrary, the
problem arises when we insist on defending false attributions, baseless
stories, and doubtful “prophecies,” as though our Orthodoxy depended on them.
If a Saint did not say a phrase, we do not honor him by insisting on
attributing it to him. We wrong him. And if a “prophecy” is the product of
later imagination, political use, or ideological need, we do not serve the
Church by defending the error. We serve a false image of the faith.
Let the
question, then, be put simply: what does the obsession with ideas such as “we
will take back the City,” or with slogans of hatred against the heterodox,
truly offer to the spiritual life of a Christian? How do these things help in
prayer, confession, humility, love for one’s brother, and repentance? The
Church does not exist in order to feed national fantasies, nor to turn the
Saints into instruments of ideological conflict. The Saints are witnesses of
the Kingdom of God, not material for online campaigns of anger.
A
characteristic example is found in phrases attributed to Saints without
sufficient documentation and then used as slogans of polemic. When, for
example, a phrase against the Pope or against Roman Catholics is presented as
the word of a Saint without secure historical basis, we are obliged to examine
its origin seriously. It is not a sign of an Orthodox mind to defend a phrase
simply because it serves one’s polemical mood. Orthodoxy has no need of
fabricated authorities. It has the truth of the faith, its Patristic tradition,
and the witness of its Saints.
Equally
problematic is the attitude of those who, in the name of defending the faith,
use abusive, vulgar, and slanderous speech. Theological criticism is one thing;
fanaticism is another. Confession of faith is one thing; bigotry is another.
Discernment is one thing; passionate hostility is another. When someone
carelessly labels his interlocutor an “ecumenist,” “traitor,” “heretic,” or
“agent” simply because that person dared to raise a question of historical
accuracy, then he is not defending Orthodoxy. He is defending his own
agitation, his ideological certainty, or his wounded ego.
Even worse,
many times the attack takes place without the critic having even read the text
he condemns. At that point, criticism ceases to be theological and becomes
slander. The Orthodox ethos is not expressed through shouting, insults, and
online lynchings. It is expressed through boldness, but also through
watchfulness. Through accuracy, but also through love. Through firmness against
error, but also through respect for the person of the other. The truth of the
Church does not need vulgarity in order to stand.
Nor is it
serious to cultivate conspiratorial certainties about supposed “secret plans”
of Bishops who allegedly seek to hand Orthodoxy over to the Pope. The Orthodox
Church does indeed have serious theological differences with the Roman Catholic
Church on matters such as primacy, ecclesiology, the Filioque, and other
dogmatic and canonical deviations. These differences do not disappear through
wishes, nor are they bypassed through vague formulations. Yet theological
dialogue is not necessarily capitulation. When conducted with clear Orthodox
self-awareness, it can become an opportunity for witness to the truth.
Dialogue does
not mean that we all believe the same things. It means that we clarify what
each side believes, what the points of agreement are, what the points of
disagreement are, and where the truth lies. Orthodoxy does not need to fear
discussion. It needs to bear clear witness to its faith. At the same time, the
mentality of “let the heretics be lynched” benefits no one. The Church is not
called to hate. She is called to confess. She is not called to flatter error.
She is called to reveal the truth with firmness, seriousness, and love.
Here, a crucial
ecclesiological question also arises: what is the role of the Bishop? In the
Pastoral Epistles, the Apostle Paul speaks clearly about the responsibility of
the shepherd to teach, to correct, and to protect the flock from error. In the
First Epistle to Timothy, the bishop must be “able to teach,” that is, capable
of teaching — 1 Timothy 3:2. In the Epistle to Titus, the shepherd is called to
hold firmly to the faithful word of the teaching, so that he may both exhort
with sound doctrine and refute those who contradict it — Titus 1:9. In the
Second Epistle to Timothy, Paul commands: “preach the word,” “reprove,”
“rebuke,” and “exhort,” always “with all patience and teaching” — 2 Timothy
4:2.
The Bishop,
therefore, is not a decorative figure. He is a bearer of pastoral and teaching
responsibility within the Church. Of course, no Bishop is above examination. He
can err, be judged, and be corrected. But this examination takes place
ecclesially, synodally, with theological criteria, and with respect for the
order of the Church. It does not take place through arbitrary condemnations by
isolated individuals, nor through online anathemas, nor through the broad and
indiscriminate accusation that “all Bishops are heretics” or “all are
ecumenists.”
Whoever removes
every form of ecclesiastical legitimacy from the body of Bishops must answer a
simple question: to which Church does he ultimately belong? For the Church is
not an invisible ideological community of people who agree with one another on
the internet. She is the body of Christ, with faith, sacraments, Apostolic
succession, conciliarity, pastoral responsibility, and a concrete
ecclesiastical order.
Criticism of
the words and actions of Bishops may be necessary. The history of the Church
knows Saints who resisted errors even among powerful ecclesiastical figures.
But responsible confession is one thing, and self-satisfied separation from
ecclesiastical life is another. Patristic boldness is one thing, and private
arbitrariness is another. Pain for the Church is one thing, and the
construction of an imaginary “pure Church,” in which ultimately only ourselves
and those who agree with us can fit, is another.
Orthodoxy does
not need false prophets, nor fanatical defenders who abolish truth in the name
of a supposed zeal. It needs people who love truth more than their own
vindication. People who investigate with humility, correct mistakes without
hostility, exercise criticism without slander, and understand that the defense
of the faith is not carried out through vulgarity, but through an ecclesial
mind.
If we truly
want to honor the Saints, let us be careful not to attribute to them words they
never said. If we truly want to defend the Church, let us not fear inquiry. If
we truly want to remain in the truth, let us distinguish discernment from
fanaticism, confession from insult, faith from ideological hostility.
For the Church
does not fear the truth. Those who fear the truth are those who have built
their faith upon myths, anger, and false certainties.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου