Τόση βιάση και σπουδή;
Για πού πας, καλό παιδί;
Κίνησες νωρίς-νωρίς
και τρεχάτος προχωρείς;
Στάσου δα να διασκεδάσεις
με τις ομορφιές της Πλάσης!
Κόψε απ’ τα περβόλια πάλι
του χινόπωρου τα κάλλη!"
"Να σταθώ; Δεν ευκαιρώ,
γιατί πάω στο φτερό.
Και που πάω, να στο πω;
Στο σχολειό μου π’ αγαπώ!
Άνοιξε για πρώτη μέρα.
Βλέπεις τα παιδιά εκεί πέρα;
Έχουν μόνα τους ταιριάξει
"Είσαι, βλέπω, μαθητής.
Μα στον ώμο τι κρατείς,
που με τη ματιά την πρώτη
σ’ έκαμα για στρατιώτη;"
"Είναι τ’ άρματα μου αυτά,
τ’ ακριβά τ’ αγαπητά:
Το κοντύλι μου κι η πλάκα,
το βιβλίο μου στη σάκα.
Κι έλα πια να σε χαρώ,
με ρωτάς κι αργοπορώ...
Είναι η ώρα περασμένη,
άκου, ο κώδωνας σημαίνει
Τέλος Άγρας
Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε αρχικά στο Υπουργείο Γεωργίας. Από το 1927 μέχρι τον θάνατό του υπηρέτησε στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Παράλληλα, αφιερώθηκε στην ποίηση, τη μετάφραση, τη δοκιμιογραφία και τη λογοτεχνική κριτική.
Η ζωή του τελείωσε πρόωρα και τραγικά. Τον Οκτώβριο του 1944, τις τελευταίες ημέρες της Κατοχής, τραυματίστηκε από αδέσποτη σφαίρα. Το τραύμα επιπλοκάστηκε και, ύστερα από περίπου έναν μήνα, ο ποιητής πέθανε στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 1944, σε ηλικία μόλις 45 ετών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου