Πέμπτη Κυριακή του Λουκά: Λουκάς 16:19-31
Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Η παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου, που
ακούμε την Πέμπτη Κυριακή του Λουκά, θέτει ένα ερώτημα που αγγίζει την
καθημερινότητά μας: μπορούμε να πλησιάζουμε τον Θεό, ενώ προσπερνούμε τον
άνθρωπο που υποφέρει δίπλα μας; Ο Χριστός παρουσιάζει δύο ανθρώπους που ζουν σε
ελάχιστη απόσταση, αλλά τους χωρίζει ήδη ένας ολόκληρος κόσμος. Ο ένας
απολαμβάνει καθημερινά την αφθονία· ο άλλος, πληγωμένος και πεινασμένος,
περιμένει στην πόρτα του λίγα ψίχουλα. Η συνάντησή τους θα μπορούσε να γίνει
αφορμή αγάπης. Παραμένει όμως μια δυνατότητα που ο πλούσιος αφήνει ανεκπλήρωτη.
Το Ευαγγέλιο δεν αναφέρει ότι ο πλούσιος άρπαξε
την περιουσία του Λαζάρου ή τον κακοποίησε. Φανερώνει, ωστόσο, κάτι βαθιά
ανησυχητικό: μπορούμε να πληγώνουμε τον άλλον χωρίς να στρέφουμε το χέρι
εναντίον του· αρκεί να του κλείνουμε την καρδιά μας. Η εντολή να μη σκληρύνουμε
την καρδιά απέναντι στον φτωχό υπήρχε ήδη στον Νόμο, ενώ οι προφήτες συνέδεαν
την αληθινή λατρεία με το μοίρασμα του ψωμιού στον πεινασμένο.
Δεν πρόκειται, λοιπόν, για μια απλουστευτική καταδίκη κάθε εύπορου ανθρώπου ούτε για την παρουσίαση της στέρησης ως αυτόματου εισιτηρίου σωτηρίας. Το ζήτημα είναι τι γίνεται η καρδιά μας μέσα στις συνθήκες της ζωής μας και πώς χρησιμοποιούμε όσα μας έχουν δοθεί. Η πίστη που δεν αποκτά έμπρακτη έκφραση αγάπης παραμένει νεκρή. Ο πλούσιος δεν καταδικάζεται επειδή χαιρόταν τη ζωή, αλλά η στάση του αποκαλύπτει μια χαρά κλεισμένη στον εαυτό της, χωρίς χώρο για τον αδελφό.
Ο φτωχός έχει όνομα: Λάζαρος, που σημαίνει «ο Θεός
βοηθά». Ο πλούσιος, αντίθετα, μένει ανώνυμος. Η αντίθεση μας θυμίζει ότι η
κοινωνική προβολή δεν ταυτίζεται με την αληθινή αξία του προσώπου. Εκείνος που
περνά απαρατήρητος από τους ανθρώπους δεν είναι λησμονημένος από τον Θεό. Η
μεταφορά του Λαζάρου από τους αγγέλους στον «κόλπο Αβραάμ» εκφράζει την
παρηγοριά και την κοινωνία που στερήθηκε στην επίγεια ζωή του. Ο θάνατος
αποκαλύπτει πόσο διαφορετικά βλέπει ο Θεός από τον άνθρωπο.
Ο πλούτος δεν αποτελεί απόδειξη θεϊκής εύνοιας,
ούτε ο πόνος ένδειξη εγκατάλειψης από τον Θεό. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία
καλείται να παρηγορεί αφήνοντάς τους αβοήθητους μέχρι την αιωνιότητα. Αντίθετα,
η παραβολή ελέγχει ακριβώς την αδιαφορία απέναντι στον σημερινό τους πόνο. Η
πόρτα του πλουσίου μπορούσε να γίνει τόπος συνάντησης· έγινε όμως σύνορο
αποκλεισμού.
Το «χάσμα μέγα» φανερώνει τη σοβαρότητα αυτής της
αποτυχίας. Η παραβολή δεν προσφέρει έναν γεωγραφικό χάρτη της μεταθανάτιας
ζωής. Με τις δυνατές εικόνες της αποκαλύπτει την πραγματικότητα της κρίσης και
το αιώνιο βάρος των ελεύθερων επιλογών μας. Το χάσμα της αδιαφορίας, που ο
πλούσιος συντηρούσε όσο ζούσε, παρουσιάζεται πλέον αδιάβατο. Η προειδοποίηση
απευθύνεται σε εμάς που ακόμη μπορούμε να μετανοήσουμε: η αγάπη προς τον αόρατο
Θεό δεν χωρίζεται από την αγάπη προς τον ορατό αδελφό.
Στο τέλος, ο πλούσιος ζητά ένα θαύμα για να
μετανοήσουν οι αδελφοί του. Η απάντηση του Αβραάμ μεταφέρει το βάρος από το
εντυπωσιακό γεγονός στην υπακοή στον λόγο του Θεού. Δεν έλειπε η αποκάλυψη·
έλειπε η ανταπόκριση. Ακόμη και η ανάσταση κάποιου από τους νεκρούς δεν
επιβάλλει την πίστη σε μια καρδιά που αρνείται να ακούσει. Για τον χριστιανό
αναγνώστη, τα τελευταία λόγια παραπέμπουν και στην Ανάσταση του Χριστού: το φως
της ζητά ελεύθερη αποδοχή και αλλαγή ζωής, όχι απλώς θαυμασμό.
Ακούγοντας αυτή την παραβολή μέσα στη Θεία
Λειτουργία, καλούμαστε να εξετάσουμε τη δική μας «θύρα»: ποιος περιμένει εκεί
και εμείς δεν τον βλέπουμε; Μπορεί να είναι ένας φτωχός, ένας μοναχικός
ηλικιωμένος ή ένας άνθρωπος του σπιτιού μας που στερείται την προσοχή μας. Η
συμμετοχή στο κοινό Ποτήριο μάς καλεί να ζούμε ως αδελφοί και έξω από τον ναό.
Δεν αγοράζουμε τη σωτηρία με καλές πράξεις· ανταποκρινόμαστε στη χάρη του Θεού
ανοίγοντας την ύπαρξή μας στην αγάπη. Ο Λάζαρος στην πόρτα μας δεν είναι
εμπόδιο στην ευτυχία μας, αλλά πρόσωπο που μας καλεί σε κοινωνία. Και ο καιρός
γι’ αυτή τη συνάντηση είναι το σήμερα.
***
Fifth Sunday of
Luke: Luke 16:19–31
The parable of
the rich man and Lazarus, which we hear on the Fifth Sunday of Luke, raises a
question that touches our daily lives: can we draw near to God while passing by
the person suffering beside us? Christ presents two people who live a short
distance apart, yet an entire world already separates them. One enjoys
abundance every day; the other, wounded and hungry, waits at his gate for a few
crumbs. Their encounter could have become an occasion for love. Instead, it
remains a possibility that the rich man leaves unfulfilled.
The Gospel does
not say that the rich man seized Lazarus’s possessions or mistreated him. It
does, however, reveal something deeply troubling: we can hurt another person
without raising a hand against them; simply closing our hearts to them is
enough. The commandment not to harden our hearts against the poor was already
present in the Law, while the prophets connected true worship with sharing
bread with the hungry.
This is
therefore neither a simplistic condemnation of every wealthy person nor a
presentation of deprivation as an automatic ticket to salvation. The question
is what our hearts become amid the circumstances of our lives, and how we use
what we have been given. Faith that finds no practical expression in love
remains dead. The rich man is not condemned for enjoying life; rather, his
attitude reveals a joy closed in upon itself, with no room for his neighbour.
The poor man
has a name: Lazarus, meaning “God helps.” The rich man, by contrast, remains
nameless. This contrast reminds us that social prominence is not the same as a
person’s true worth. The one who goes unnoticed by others is not forgotten by
God. Lazarus’s being carried by the angels to “Abraham’s bosom” expresses the
comfort and fellowship he was denied during his earthly life. Death reveals how
differently God sees things from the way we do.
Wealth is not
proof of divine favour, nor is suffering a sign of abandonment by God. This
does not mean that the Church is called to comfort the poor while leaving them
helpless until eternity. On the contrary, the parable challenges precisely this
indifference to their present suffering. The rich man’s gate could have become
a meeting place; instead, it became a barrier of exclusion.
The “great
chasm” reveals the gravity of this failure. The parable does not offer a
geographical map of the afterlife. Through its powerful imagery, it reveals the
reality of judgment and the eternal weight of our freely made choices. The
chasm of indifference, which the rich man maintained throughout his life, is
now shown to be impassable. The warning is addressed to us, who can still
repent: love for the unseen God cannot be separated from love for the brother
or sister we can see.
At the end, the
rich man asks for a miracle so that his brothers might repent. Abraham’s answer
shifts the emphasis from a spectacular event to obedience to the word of God.
What was lacking was not revelation, but a response to it. Even someone rising
from the dead cannot compel faith in a heart that refuses to listen. For the
Christian reader, these final words also point to Christ’s Resurrection: its
light calls for free acceptance and a change of life, rather than mere
admiration.
As we hear this
parable during the Divine Liturgy, we are called to look at our own “door”: who
is waiting there whom we fail to see? It may be a poor person, a lonely elderly
person, or someone in our own household who is deprived of our attention. Sharing
in the one Chalice calls us to live as brothers and sisters beyond the church
walls as well. We do not purchase salvation through good deeds; we respond to
God’s grace by opening our whole being to love. The Lazarus at our door is not
an obstacle to our happiness, but a person who calls us into communion. And the
time for that encounter is today

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου