«Ὁ ἔχων
ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω»
Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Η σημερινή προτροπή του Χριστού στην παραβολή του
Σπορέως: «ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν
ἀκουέτω» μοιάζει
αυτονόητη: όποιος έχει αυτιά, ας ακούσει. Ωστόσο, η ίδια η παραβολή μάς οδηγεί
πέρα από τη φυσική ακοή. Το ζητούμενο είναι τι γίνεται ο λόγος του Θεού αφού
ακουστεί· αν χάνεται, αν μένει επιφανειακός ή αν ριζώνει και καρποφορεί (Λουκ.
8:5–15).
Για να καταλάβουμε αυτή την πρόσκληση, χρειάζεται να θυμηθούμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο ακούγεται. Ο Ιησούς απευθύνεται εδώ σε Ιουδαίους και χρησιμοποιεί τη βιβλική γλώσσα της δικής τους θρησκευτικής παραδόσεως. Οι εικόνες της ακοής, της καρδιάς και της ανταπόκρισης στον Θεό δεν εμφανίζονται ξαφνικά με το κήρυγμά Του· έχουν ήδη κεντρική θέση στο Δευτερονόμιο και στους Προφήτες. Η αναγνώριση αυτής της συνέχειας δεν σημαίνει ότι κάθε ακροατής ανακαλούσε συγκεκριμένους στίχους. Σημαίνει ότι ο Χριστός μιλά μέσα σε έναν γνώριμο ορίζοντα πίστεως και νοημάτων, όπως φανερώνει η σύγκριση των σχετικών χωρίων.
Στο Δευτερονόμιο συναντούμε τη θεμελιώδη πρόσκληση «Ἄκουε, Ἰσραήλ» (Δευτ. 6:4). Ακολουθεί η εντολή της αγάπης προς τον Θεό με ολόκληρη την ανθρώπινη ύπαρξη και η προτροπή να παραμένουν τα λόγια Του στην καρδιά. Το «άκουε», επομένως, δεν ζητά απλώς προσοχή σε μια πληροφορία. Εγκαινιάζει μια σχέση: ο άνθρωπος καλείται να δεχθεί τον λόγο του Θεού, να τον θυμάται, να τον μεταδίδει στα παιδιά του και να διαμορφώνει σύμφωνα με αυτόν την καθημερινότητά του. Η ακοή γίνεται εμπιστοσύνη και έμπρακτη ανταπόκριση.
Ακόμη πιο κοντά στην ευαγγελική διατύπωση
βρίσκεται ένα άλλο χωρίο του ίδιου βιβλίου. Ο Μωυσής υπενθυμίζει στον λαό τα
έργα του Θεού, αλλά διαπιστώνει ότι δεν του έχει ακόμη δοθεί «καρδίαν εἰδέναι καὶ ὀφθαλμοὺς βλέπειν καὶ ὦτα ἀκούειν» (Δευτ. 29:3, κατά τους
Εβδομήκοντα). Εδώ αναδεικνύεται ένα οδυνηρό ενδεχόμενο: μπορεί κανείς να έχει
ζήσει μεγάλα γεγονότα και να μην έχει κατανοήσει το νόημά τους. Η πνευματική
κατανόηση δεν παρουσιάζεται ως αυτονόητο αποτέλεσμα της εμπειρίας, αλλά ως
δωρεά του Θεού. Τα μάτια και τα αυτιά χρειάζονται μια καρδιά που να μπορεί να
αναγνωρίζει όσα της προσφέρονται.
Στον Ιεζεκιήλ η ίδια εικόνα αποκτά τον τόνο της
προφητικής προειδοποίησης. Ο Θεός περιγράφει ανθρώπους που «ὦτα ἔχουσι τοῦ ἀκούειν
καὶ οὐκ ἀκούουσι» (Ιεζ. 12:2). Το πρόβλημα δεν βρίσκεται
στα αισθητήρια όργανα, αλλά στην αντίσταση απέναντι στον λόγο Του. Οι άνθρωποι
ακούν, όμως δεν δέχονται να υπακούσουν. Μέσα σε αυτό το βιβλικό πλαίσιο,
μπορούμε να διαβάσουμε την προτροπή του Χριστού ως πρόσκληση υπέρβασης αυτής
της αντίφασης: όποιος έχει τη δυνατότητα να ακούσει, ας μη σταθεί αρνητικός σε
εκείνο που ακούει. Πρόκειται για ερμηνευτική σύνδεση, η οποία στηρίζεται στην
εμφανή συγγένεια των δύο διατυπώσεων.
Στο ίδιο προφητικό βιβλίο υπάρχει και ένα ακόμη
λεκτικό παράλληλο: «ὁ ἀκούων ἀκουέτω καὶ ὁ ἀπειθῶν ἀπειθείτω» (Ιεζ. 3:27). Ο προφήτης οφείλει να
μεταφέρει το μήνυμα του Θεού, ακόμη κι όταν συναντά άρνηση. Η ομοιότητα με το
ευαγγελικό «ἀκουέτω»
είναι αξιοσημείωτη. Δεν αρκεί, ωστόσο, για να χαρακτηρίσουμε τη φράση του Ιησού
αυτούσιο παράθεμα. Ακριβέστερα, η σύγκριση φανερώνει ότι η πρόσκλησή Του έχει
βαθιές ρίζες στην προφητική γλώσσα του Ισραήλ.
Η παρουσία του Ησαΐα στην εξήγηση της παραβολής
κάνει αυτή τη σύνδεση ακόμη σαφέστερη. Στο Λουκάς 8:10, η αναφορά σε ανθρώπους
που βλέπουν χωρίς να βλέπουν και ακούν χωρίς να καταλαβαίνουν παραπέμπει στο
Ησαΐας 6:9–10. Στο προφητικό κείμενο, η αδυναμία κατανόησης συνδέεται με την
κατάσταση της καρδιάς. Έτσι, η παραβολή του Σπορέως μπορεί να διαβαστεί μέσα
στη μακρά βιβλική ιστορία της συνάντησης —και της αντίστασης— του ανθρώπου
απέναντι στη θεία πρόσκληση.
Από αυτή την άποψη, τα διαφορετικά εδάφη της
παραβολής συμβολίζουν διαφορετικούς τρόπους ακρόασης. Υπάρχει ο λόγος που
ακούγεται αλλά δεν συγκρατείται· εκείνος που προκαλεί πρόσκαιρο ενθουσιασμό
χωρίς να αποκτά ρίζες· και εκείνος που πνίγεται από τις μέριμνες, τον πλούτο
και τις απολαύσεις. Υπάρχει όμως και η καλή γη: οι άνθρωποι που δέχονται τον
λόγο με καλή καρδιά, τον κρατούν και καρποφορούν με υπομονή (Λουκ. 8:11–15). Η
διαφορά δεν είναι απλώς ποιος άκουσε, αλλά πώς άκουσε και τι ακολούθησε.
Στη χριστιανική ανάγνωση, λοιπόν, το «ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω» μάς καλεί να σταθούμε μέσα σε αυτή
τη συνέχεια του Νόμου, των Προφητών και του Ευαγγελίου. Δεν μας επιτρέπει να
αντιμετωπίσουμε την πνευματική κώφωση ως πρόβλημα κάποιων άλλων, ενός μακρινού
παρελθόντος. Μας προσκαλεί σε προσωπική εξέταση: ακούμε για να επιβεβαιώσουμε
όσα ήδη πιστεύουμε ή για να αφήσουμε τον Θεό να μας μεταμορφώσει; Η ουσιαστική
ακρόαση αρχίζει όταν ο λόγος παύει να είναι απλώς γνώριμος και γίνεται δεκτός
ως πρόσκληση ζωής.
***
“He Who Has
Ears to Hear, Let Him Hear”
Christ’s
exhortation in today’s Parable of the Sower—“He who has ears to hear, let him
hear”—seems self-evident: whoever has ears should listen. Yet the parable
itself leads us beyond physical hearing. The question is what happens to the
word of God once it has been heard: whether it is lost, remains on the surface,
or takes root and bears fruit (Luke 8:5–15).
To understand
this invitation, we need to remember the setting in which it is spoken. Jesus
is addressing a Jewish audience and uses the biblical language of their own
religious tradition. The imagery of hearing, the heart, and responding to God
does not suddenly emerge with His preaching; it already holds a central place
in Deuteronomy and the Prophets. Recognizing this continuity does not mean that
every listener would have recalled particular verses. Rather, it means that
Christ speaks within a familiar framework of faith and meaning, as a comparison
of the relevant passages reveals.
In Deuteronomy,
we encounter the foundational summons, “Hear, O Israel” (Deut. 6:4). This is
followed by the command to love God with one’s whole being and the exhortation
to keep His words in the heart. “Hear,” therefore, does more than call for
attention to a piece of information. It opens a relationship: each person is
called to receive the word of God, remember it, pass it on to their children,
and shape their daily life in accordance with it. Hearing becomes trust and a
response expressed in action.
Another passage
in the same book comes even closer to the Gospel’s wording. Moses reminds the
people of God’s mighty deeds, yet observes that they have not yet been given “a
heart to understand, and eyes to see, and ears to hear” (Deut. 29:3, according
to the Septuagint). Here a painful possibility comes to light: people may have
lived through great events without grasping their meaning. Spiritual
understanding is presented not as an automatic result of experience, but as a
gift from God. Eyes and ears need a heart capable of recognizing what is being
offered.
In Ezekiel, the
same imagery takes on the tone of a prophetic warning. God describes people who
“have ears to hear, but do not hear” (Ezek. 12:2). The problem lies not in
their sensory organs, but in their resistance to His word. They hear, yet
refuse to obey. Within this biblical context, we can read Christ’s exhortation
as an invitation to overcome this contradiction: whoever has the ability to
hear should not reject what they hear. This is an interpretive connection
grounded in the clear resemblance between the two expressions.
The same
prophetic book contains another verbal parallel: “Let the one who hears hear,
and let the one who refuses to obey refuse” (Ezek. 3:27). The prophet must
convey God’s message even when he encounters rejection. The resemblance to the
Gospel’s “let him hear” is striking. It is not enough, however, to identify
Jesus’ words as a direct quotation. More precisely, the comparison reveals that
His invitation is deeply rooted in the prophetic language of Israel.
The presence of
Isaiah in the explanation of the parable makes this connection clearer still.
In Luke 8:10, the reference to people who see without truly seeing and hear
without understanding points back to Isaiah 6:9–10. In the prophetic text, the
failure to understand is connected with the condition of the heart. The Parable
of the Sower can thus be read within the long biblical history of humanity’s
encounter with—and resistance to—the divine invitation.
From this
perspective, the different soils in the parable symbolize different ways of
hearing. There is the word that is heard but not retained; the word that
produces passing enthusiasm without taking root; and the word that is choked by
cares, riches, and pleasures. Yet there is also the good soil: those who
receive the word with a good heart, hold it fast, and bear fruit with patience
(Luke 8:11–15). The difference lies not simply in who heard, but in how they
heard and what followed.
In a Christian
reading, then, “He who has ears to hear, let him hear” calls us to take our
place within this continuity of the Law, the Prophets, and the Gospel. It does
not allow us to treat spiritual deafness as someone else’s problem, belonging
to a distant past. It invites us to examine ourselves: do we listen to confirm
what we already believe, or to allow God to transform us? True listening begins
when the word ceases to be merely familiar and is received as an invitation to
life.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου