Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

Από την Ίμβρο στην Οικουμένη: Η διακονία του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου ως μαρτυρία πίστεως, διαλόγου και ελπίδας - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Από την Ίμβρο στην Οικουμένη: Η διακονία του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου ως μαρτυρία πίστεως, διαλόγου και ελπίδας

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Η διαδρομή από έναν μικρό τόπο προς τον ευρύ ορίζοντα της οικουμένης δεν μετριέται μόνο με αποστάσεις. Μετριέται με την ικανότητα του ανθρώπου να διαφυλάσσει τις ρίζες του, αγκαλιάζοντας συγχρόνως την οικουμένη. Στην πορεία του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, η σχέση ανάμεσα στην καταγωγή και στην εκκλησιαστική αποστολή προσφέρει ένα γόνιμο κλειδί ερμηνείας: η οικουμενικότητα δεν απαιτεί τη λήθη της ιδιαίτερης πατρίδας, αλλά τη μεταμόρφωση της αγάπης προς αυτήν σε ευθύνη για κάθε άνθρωπο.

Στις 22 Οκτωβρίου 2026 συμπληρώνονται τριάντα πέντε χρόνια από την παμψηφεί εκλογή Του στον Οικουμενικό Θρόνο, στις 22 Οκτωβρίου 1991. Η επέτειος αποτελεί αφορμή ευγνωμοσύνης και ουσιαστικής γνωριμίας με μια μακρά καλλίκαρπη Πατριαρχική διακονία.

Η αποτίμησή της δεν χρειάζεται να εξαντληθεί σε τιμητικούς χαρακτηρισμούς. Περισσότερη σημασία έχει να αναζητήσουμε το πνευματικό νήμα που συνδέει τις επιμέρους πρωτοβουλίες: την πίστη ως ευθύνη, την παράδοση ως ζωντανή μαρτυρία, τον διάλογο ως άσκηση αληθείας και την ελπίδα ως έμπρακτη αντίσταση στην παραίτηση. Υπό αυτό το πρίσμα, ο έπαινος αποκτά περιεχόμενο· γίνεται αναγνώριση συγκεκριμένης προσφοράς και πρόσκληση συμμετοχής στο ήθος που αυτή εκφράζει. Δεν απομακρύνει το τιμώμενο πρόσωπο από την ιστορία, αλλά ερμηνεύει τον τρόπο με τον οποίο ανέλαβε τις απαιτήσεις της.

Από την Ίμβρο στο Φανάρι

Ο κατά κόσμον Δημήτριος Αρχοντώνης γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου 1940 στους Αγίους Θεοδώρους της Ίμβρου. Η μαθητεία στο χωριό Του, στο Ζωγράφειο της Κωνσταντινουπόλεως και στην Κεντρική Σχολή Ίμβρου προηγήθηκε της φοίτησης στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Ακολούθησαν σπουδές στη Ρώμη, στο Οικουμενικό Ινστιτούτο του Bossey στην Ελβετία και στο Μόναχο.

Στην εκπαιδευτική αυτή διαδρομή μπορούμε να διακρίνουμε μια γόνιμη συνάντηση: η συγκρότηση μέσα στην Ορθόδοξη παράδοση συνυπάρχει με τη γνωριμία διαφορετικών χριστιανικών και ακαδημαϊκών περιβαλλόντων. Η διεύρυνση του ορίζοντα δεν σημαίνει αναγκαστικά απομάκρυνση από την αφετηρία. Μπορεί, αντιθέτως, να προσφέρει τα εφόδια για πληρέστερη κατανόησή της και για σαφέστερη παρουσίασή της σε ανθρώπους διαφορετικών καταβολών. Έτσι, η παιδεία γίνεται προετοιμασία διακονίας και η γνώση δυνατότητα υπεύθυνης επικοινωνίας.

Χειροτονήθηκε διάκονος το 1961, πρεσβύτερος το 1969 και Μητροπολίτης Φιλαδελφείας το 1973. Από το 1972 έως το 1991 υπηρέτησε ως διευθυντής του Ιδιαιτέρου Γραφείου του Οικουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου. Το 1990 προήχθη σε Μητροπολίτη Γέροντα Χαλκηδόνος, πριν από την εκλογή Του στον Οικουμενικό Θρόνο την επόμενη χρονιά.

Η Πατριαρχική εκλογή επισφράγισε, επομένως, μια ήδη πολυετή εκκλησιαστική υπηρεσία και διακονία. Η μακρά παρουσία δίπλα στον Προκάτοχό Του επιτρέπει να κατανοήσουμε την ανάληψη της νέας αποστολής ως συνέχεια μαθητείας και ευθύνης, όχι απλώς ως προσωπική ανέλιξη. Ο θεσμός προηγείται του προσώπου και συγχρόνως χρειάζεται το πρόσωπο, την κρίση, την αντοχή και την προθυμία του να προσφέρει.

Από αυτή την άποψη, η Ίμβρος και το Φανάρι δεν αποτελούν δύο ασύνδετα άκρα μιας βιογραφίας. Συμβολίζουν τη σχέση της βιωμένης μνήμης με την ευρύτερη αποστολή. Ο τόπος της παιδικής ηλικίας καλλιεργεί την αγάπη για τους οικείους τόπους και ανθρώπους· η Πατριαρχική ευθύνη διευρύνει αυτή την αγάπη σε μέριμνα για ολόκληρη την οικουμένη. Στη συνύπαρξη αυτών των δύο διαστάσεων αναδεικνύεται ένα ουσιώδες γνώρισμα της προσωπικότητας του Βαρθολομαίου: η βαθιά προσήλωση στις ρίζες Του, που τροφοδοτεί την οικουμενική προοπτική της Πατριαρχικής Του διακονίας.

Φύλακας και διάκονος της ζωντανής παραδόσεως

Η προάσπιση της εκκλησιαστικής παραδόσεως αποκτά ιδιαίτερη αξία όταν γίνεται φροντίδα για τη συνέχιση της ζωής της. Χαρακτηριστική έκφραση αυτής της μέριμνας υπήρξαν τα προσκυνήματα και οι ιερές ακολουθίες στην Καππαδοκία και σε άλλες ιστορικές κοιτίδες της Ορθοδοξίας. Εμβληματικός σταθμός ήταν η Θεία Λειτουργία στην Παναγία Σουμελά, στις 15 Αυγούστου 2010, έπειτα από πολλές δεκαετίες λειτουργικής σιωπής.

Η σημασία τέτοιων γεγονότων υπερβαίνει τη συγκίνηση της επιστροφής. Ο ναός αναγνωρίζεται ως χώρος προσευχής και κοινότητας, όχι αποκλειστικά ως μνημείο. Η μνήμη δεν περιορίζεται στην αναπόληση· ανακτά τη δυνατότητα να εμπνέει το παρόν. Έτσι, η ιστορία παύει να αποτελεί μόνο μαρτυρία του παρελθόντος και γίνεται ζωντανή εμπειρία του παρόντος και πηγή ελπίδας για το μέλλον.

Στην ίδια προοπτική εντάσσεται η μέριμνα για τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Στην έκκλησή Του την 1η Δεκεμβρίου 2021 για την επαναλειτουργία της, ο Οικουμενικός Πατριάρχης συνέδεσε το αίτημα με τη δυνατότητα εκπαιδεύσεως των στελεχών του Οικουμενικού Πατριαρχείου μέσα στο οικουμενικό πνεύμα της Σχολής. Η υπεράσπιση της παραδόσεως προβάλλει εδώ ως ευθύνη για την επόμενη γενιά: για τη θεολογική καλλιέργεια, την πνευματική ωρίμανση και την προετοιμασία νέων διακόνων της Εκκλησίας.

Παράλληλα, η Συνοδική μέριμνα απέκτησε συγκεκριμένη νέα θεσμική έκφραση. Από το 2004 διευρύνθηκε η συμμετοχή στην Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την πρόσκληση και Ιεραρχών του Θρόνου που διακονούν εκτός Τουρκίας. Οι Συνάξεις των Ορθοδόξων Προκαθημένων και οι επισκέψεις στις κατά τόπους Εκκλησίες υπηρέτησαν επίσης την επικοινωνία και τη συνεργασία.

Κορυφαίος σταθμός υπήρξε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος στην Κρήτη, τον Ιούνιο του 2016, υπό την προεδρία Του. Συμμετείχαν δέκα Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, όπως αποτυπώνεται στις υπογραφές της Συνοδικής Εγκυκλίου. Η σύγκλησή της υπήρξε καρπός επίμονων προσπαθειών, πολυετούς κόπου και βαθιάς αγωνίας του Οικουμενικού Πατριάρχου να συναντηθούν οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες και να δώσουν από κοινού μαρτυρία ενότητας και πίστεως. Στην προσπάθεια αυτή αποτυπώθηκε το όραμά Του να σηματοδοτήσει η Σύνοδος μια νέα εποχή για την Ορθοδοξία, με ανανεωμένη τη συνείδηση της ενότητας και της αποστολής της στον σύγχρονο κόσμο.

Η Εγκύκλιος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου συνέδεσε την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία με ζητήματα παιδείας, επιστήμης, ελευθερίας και κοινωνικής ευθύνης. Στη Σύνοδο αυτή μπορούμε να αναγνωρίσουμε το δημιουργικό νόημα της πιστότητας: η Εκκλησία καλείται να απαντά στα ερωτήματα του παρόντος αντλώντας από το βάθος της παραδόσεώς της. Η συνέχεια δεν ταυτίζεται με την ακινησία. Προϋποθέτει διάκριση, γνώση και θάρρος, ώστε η πίστη να γίνεται κατανοητή ως πρόταση ζωής και όχι ως μακρινός απόηχος ενός ένδοξου παρελθόντος.

Η τόλμη της συνάντησης

Η σχέση πιστότητας και διαλόγου αποτυπώνεται εύγλωττα στην κοινή δήλωση του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου και του Πάπα Φραγκίσκου στα Ιεροσόλυμα, στις 25 Μαΐου 2014. Πενήντα χρόνια μετά τη συνάντηση Αθηναγόρα και Παύλου ΣΤ΄, επιβεβαίωσαν ότι η αναζήτηση της χριστιανικής ενότητας δεν αποβλέπει σε έναν ελάχιστο θεολογικό συμβιβασμό, αλλά στη βαθύτερη κατανόηση της αλήθειας της πίστεως. Αναγνώρισαν συγχρόνως ότι η πλήρης εκκλησιαστική κοινωνία παρέμενε ζητούμενο.

Η διευκρίνιση είναι ουσιώδης. Ο διάλογος δεν προϋποθέτει την αποσιώπηση των διαφορών ούτε επιτρέπει την παρουσίαση της επιθυμητής ενότητας ως ήδη πραγματοποιημένης. Απαιτεί ειλικρίνεια, θεολογική εργασία και αδελφικό σεβασμό. Ως ερμηνεία αυτής της στάσεως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η βεβαιότητα της πίστεως δεν χρειάζεται την άγνοια του άλλου για να διατηρηθεί. Αντιθέτως, δοκιμάζει την εκφραστική της δύναμη μέσα στην πραγματική συνάντηση.

Έναν συγκινητικό σταθμό της προσεγγίσεως με τη Ρώμη αποτέλεσε η επιστροφή στο Φανάρι ιερών λειψάνων των Αγίων Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τον Νοέμβριο του 2004. Η παράδοσή τους από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄ στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο συνδέθηκε ρητά με την επιθυμία συμφιλιώσεως και προόδου προς την ενότητα. Η εκκλησιαστική μνήμη μπορούσε έτσι να γίνει αφορμή αδελφικής προσεγγίσεως, χωρίς να διαγράφεται η οδύνη του παρελθόντος.

Διακριτό σκοπό υπηρετεί ο Διαθρησκειακός διάλογος: την ειρηνική συνύπαρξη, την ελευθερία της συνειδήσεως και την απόρριψη της θρησκευτικής νομιμοποιήσεως της βίας. Στη Διακήρυξη του Βοσπόρου, στις 9 Φεβρουαρίου 1994, την οποία συνυπέγραψε ο Πατριάρχης, καταδικάζονται ο επιθετικός εθνικισμός, οι διώξεις, η εθνοκάθαρση και η εκμετάλλευση της θρησκείας για τη δικαιολόγηση ένοπλων συγκρούσεων.

Η σημασία αυτής της τοποθετήσεως βρίσκεται στην ανάληψη ευθύνης. Η θρησκευτική ηγεσία δεν αρκεί να διακηρύσσει αφηρημένα την ειρήνη· χρειάζεται να αντιστέκεται στην παραμόρφωση της πίστεως σε μέσο εχθρότητας. Ο σεβασμός προς τον διαφορετικό δεν σημαίνει εξίσωση των πεποιθήσεων. Σημαίνει αναγνώριση ότι κανένα ανθρώπινο πρόσωπο δεν χάνει την αξιοπρέπειά του επειδή ανήκει σε διαφορετικό θρησκευτικό και πολιτιστικό περιβάλλον.

Εδώ μπορούμε να εντοπίσουμε έναν ιδιαίτερο λόγο τιμής προς τον Βαρθολομαίο: στην επιλογή να αντιμετωπίζει τη συνάντηση ως ευθύνη και όχι ως απειλή. Η στάση αυτή δεν υπόσχεται εύκολη συμφωνία. Προσφέρει, όμως, μια αφετηρία συνυπάρξεως που αρνείται να παραδώσει το μέλλον στον φόβο και στην αμοιβαία καχυποψία. Ο συνομιλητής παραμένει άνθρωπος πριν γίνει αντικείμενο διαφωνίας.

Ποιμαντική μέριμνα και Οικουμενική μαρτυρία

Ουσιαστική έκφραση της ποιμαντικής μέριμνας του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου αποτελεί η φροντίδα Του για τη στελέχωση των Επαρχιών του Θρόνου με νέους Ποιμενάρχες, ικανούς να ανταποκριθούν στις ανάγκες των τοπικών Εκκλησιών. Η ανάδειξη, διά της Αγίας και Ιεράς Συνόδου, Επισκόπων με θεολογική κατάρτιση, εκκλησιαστική πείρα και πνεύμα προσφοράς εκφράζει τη φροντίδα Του για την πνευματική προκοπή και πρόοδο των Ιερών Μητροπόλεων. Στη μέριμνα αυτή αποτυπώνεται η αγωνία Του να παραμένει κάθε Επαρχία του Θρόνου ζωντανή κοινότητα πίστεως, με ποιμένες που στέκονται κοντά στους ανθρώπους και διακονούν με ευθύνη και ευαισθησία τις ανάγκες τους.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η επαναφορά της Επισκοπικής παρουσίας σε ιστορικές έδρες που παρέμεναν επί δεκαετίες χωρίς Ποιμενάρχη. Στη Σμύρνη, η εκλογή Μητροπολίτου το 2016 έθεσε τέλος στη μακρά χηρεία που είχε ακολουθήσει το μαρτύριο του Μητροπολίτου Χρυσοστόμου το 1922. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να διαβαστεί ως έμπρακτη σύνδεση της ιστορικής μνήμης με τη σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή: η τιμή προς το παρελθόν γίνεται ποιμαντική παρουσία και ελπίδα συνέχειας.

Παράλληλα, κατά την Πατριαρχία Του ενισχύθηκε η εκκλησιαστική οργάνωση στην Ασία. Η ίδρυση της Μητροπόλεως Χονγκ Κονγκ το 1996, της Μητροπόλεως Κορέας το 2004, και της Μητροπόλεως Σιγκαπούρης το 2008 έθεσε τα θεμέλια σοβαρής ιεραποστολικής διακονίας και αξιοπρεπούς Ορθόδοξης παρουσίας στην Άπω Ανατολή και την Νότια Ασία.

Στη Λατινική Αμερική, αντίστοιχο σταθμό αποτέλεσε η ίδρυση της Μητροπόλεως Μεξικού στις 30 Ιουλίου 1996, με απόσπαση από την έως τότε ενιαία Αρχιεπισκοπή Βορείου και Νοτίου Αμερικής. Η συγκρότησή της προσέφερε ιδιαίτερη εκκλησιαστική οργάνωση στο Μεξικό, στην Κεντρική Αμερική και την Καραϊβική, καθώς και στην Κολομβία και τη Βενεζουέλα.

Μέσα από αυτά τα παραδείγματα μπορούμε να αναγνωρίσουμε μια κοινή ποιμαντική κατεύθυνση: η κληρονομιά και η μαρτυρία του Θρόνου διαφυλάσσεται καθώς αποκτά ζωντανή συνέχεια, ενώ η οικουμενική του αποστολή εκφράζεται με συγκεκριμένη μέριμνα για τις κατά τόπους κοινότητες. Η ιστορία γίνεται έτσι ευθύνη για το παρόν και παρακαταθήκη ελπίδας για το μέλλον.

Η ευθύνη για τον άνθρωπο και τη δημιουργία

Η ειρήνη αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο όταν συνοδεύεται από την υπεράσπιση όσων στερούνται ασφάλεια και πατρίδα. Στη Λέσβο, στις 16 Απριλίου 2016, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ο Πάπας Φραγκίσκος και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος στάθηκαν κοντά στους πρόσφυγες. Η κοινή δήλωσή Τους ζητούσε διεθνή συνεργασία, προστασία των μειονοτήτων, καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και ασφαλείς διαδικασίες μετεγκαταστάσεως. Υπογράμμιζε επίσης το δικαίωμα των ανθρώπων να παραμένουν στις πατρίδες τους με ειρήνη και αξιοπρέπεια.

Η παρουσία αυτή μπορεί να διαβαστεί ως έμπρακτη ερμηνεία της ποιμαντικής ευθύνης. Ο εκκλησιαστικός ηγέτης δεν αρκείται να περιγράφει τον πόνο, αλλά πλησιάζει τον πάσχοντα. Η ανθρώπινη δοκιμασία παύει να αποτελεί μακρινή είδηση και γίνεται συνάντηση προσώπων. Με αυτό το μέτρο, η αλληλεγγύη δεν είναι συμπλήρωμα της πίστεως· αποτελεί κριτήριο της βιωμένης αλήθειας της.

Ανάλογη σύνδεση πνευματικής διδασκαλίας και δημόσιας ευθύνης διακρίνεται στην οικολογική Του προσφορά. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης ανέδειξε τις ηθικές και πνευματικές ρίζες της περιβαλλοντικής κρίσεως, τονίζοντας ότι η προστασία της δημιουργίας απαιτεί ουσιαστική αλλαγή στη στάση του ανθρώπου απέναντι στον κόσμο. Η καταστροφή της φύσεως συνδέεται με την ανθρώπινη ευθύνη απέναντι στον Θεό, στον συνάνθρωπο και στη δημιουργία, ενώ η αντιμετώπισή της απαιτεί αλλαγή τρόπου ζωής πέρα από τις τεχνολογικές λύσεις.

Η θεώρηση αυτή απέκτησε δημόσια έκφραση μέσα από διεθνή οικολογικά συμπόσια. Η συνάντηση για την Αποκάλυψη και το Περιβάλλον το 1995, το συμπόσιο για τον Εύξεινο Πόντο το 1997 και εκείνο για τον Δούναβη το 1999 αποτελούν χαρακτηριστικούς σταθμούς μιας επίμονης προσπάθειας ευαισθητοποιήσεως. Το περιβάλλον αναδεικνύεται έτσι ως πεδίο κοινής ευθύνης, στο οποίο η εκκλησιαστική συνείδηση μπορεί να συνομιλεί με την επιστημονική γνώση χωρίς να επιχειρεί να την υποκαταστήσει.

Στην εναρκτήρια ομιλία Του στο συμπόσιο για τον Μισισιπή, τον Οκτώβριο του 2009, ο Οικουμενικός Πατριάρχης συνέδεσε την περιβαλλοντική μέριμνα με την ανάγκη αποκαταστάσεως της ισορροπίας στις ανθρώπινες σχέσεις με τη φύση. Η επιλογή συγκεκριμένων θαλασσών και ποταμών προσφέρει και έναν εύγλωττο συμβολισμό: η ευθύνη γίνεται κατανοητή όταν αποκτά τόπο, όνομα και ορατό αντικείμενο φροντίδας. Δεν αφορά μια αφηρημένη φύση, αλλά τον κοινό χώρο της ζωής.

Το ρηξικέλευθο στοιχείο αυτής της συμβολής μπορούμε να το εντοπίσουμε στη σύνδεση της ασκητικής παραδόσεως με το οικολογικό αίτημα. Η εγκράτεια προβάλλεται ως ελευθερία από την απληστία, η ολιγάρκεια ως δυνατότητα μοιράσματος και ο σεβασμός της κτίσεως ως πράξη αγάπης.

Υπό αυτό το πρίσμα, η οικολογική ευθύνη δεν προσθέτει απλώς μία ακόμη υποχρέωση. Προτείνει διαφορετική σχέση με τα αγαθά: ευγνωμοσύνη αντί ιδιοποιήσεως, μέτρο αντί σπατάλης, προσφορά αντί συσσωρεύσεως. Η πνευματική ζωή συναντά την καθημερινότητα στο τραπέζι, στην κατανάλωση, στη χρήση του νερού, στη φροντίδα του κοινού χώρου. Η προστασία της δημιουργίας γίνεται έτσι άσκηση συνέπειας ανάμεσα σε όσα πιστεύουμε και σε όσα πράττουμε.

Μια παρακαταθήκη ελπίδας

Μέσα από το έργο του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου αναδεικνύεται το ήθος μιας διακονίας που αντλεί το μεγαλείο της όχι από την απουσία δυσκολιών, αλλά από την επιμονή στην προσφορά παρά τις αντιξοότητες. Η ουσιαστικότερη τιμή προς το πρόσωπό Του είναι η αναγνώριση αυτής της προσήλωσης: στην ευθύνη που αναλαμβάνεται με συνέπεια, στον διάλογο που συνεχίζεται με υπομονή και στην ελπίδα που παραμένει ζωντανή, ακόμη και όταν οι καρποί της προσπάθειας αργούν να φανούν.

Από την Ίμβρο στην Οικουμένη, το νόημα της διακονίας μπορεί να συνοψιστεί σε μια πρόσκληση: να διαφυλάσσουμε χωρίς να απομονώνουμε, να συνομιλούμε χωρίς να απεμπολούμε, να αγαπούμε χωρίς να αποκλείουμε. Η παράδοση αποκτά μέλλον όταν παραδίδεται ως ζωντανή εμπειρία· η πίστη γίνεται μαρτυρία όταν ανταποκρίνεται στις ανάγκες και στα αιτήματα των ανθρώπων.

Η παρακαταθήκη αυτή δεν αφορά αποκλειστικά τους εκκλησιαστικούς θεσμούς. Θέτει ένα ερώτημα σε κάθε αναγνώστη: πώς μπορεί η προσωπική ευθύνη να υπερβεί την αδιαφορία; Η επέτειος αποκτά βαθύτερο περιεχόμενο όταν η ευγνωμοσύνη μετατρέπεται σε διάθεση προσφοράς, όταν ο θαυμασμός δεν μένει συναίσθημα αλλά εμπνέει πράξεις διακονίας, συνεννοήσεως, αλληλεγγύης και προσφοράς.

Στη συμπλήρωση της τριακονταπενταετούς Πατριαρχικής διακονίας, η ευχή για υγεία, δύναμη και μακροημέρευση συνοδεύεται από την προσδοκία να συνεχίζεται η μαρτυρία μιας Εκκλησίας που προσεύχεται, συνομιλεί και υπηρετεί. Διότι η Οικουμενικότητα βρίσκει το αληθινό της μέτρο στην ευρύτητα της ευθύνης για κάθε ανθρώπινο πρόσωπο και για ολόκληρη τη δημιουργία.

Εις πολλά έτη, Παναγιώτατε!

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: