Η λέξη με την πιο μεγάλη αξία
Σοφία Κατάρα
«Μα, δεν το τελείωσα το σχολείο; Τι ; πρέπει να πάω ξανά;»
Η φωνούλα ερχόταν θυμωμένη και τσιριχτή από τον πλαϊνό διάδρομο του πολυκαταστήματος. Σεπτέμβρης βλέπεις και το γραφείο μου χρειάζεται ανανέωση εξοπλισμού. Μαρκαδόροι, κόλλες Α4, στυλό όλων μα όλων των χρωμάτων, στίκερς, κυρίως στίκερς… «Κύριε, μου έχετε βάλει το ρινοκεράκι δύο φορές. Εγώ ήθελα αυτό με τους κεραυνούς! Σας τελείωσαν;» Και πού να τολμήσουν να μου τελειώσουν. Και κεραυνοί και τούρτες και ζωάκια εξωτικά και μη και και… Στικεράκια, φίλε μου, έχω γίνει πλέον ειδικός. Χαλάλι όμως! Αφού τα θέλουν… Και τα ματάκια τους λάμπουν τόσο, σαν τα βλέπουν στα τετράδιά τους, κάτω κάτω, μετά τον βαθμό με το κόκκινο στυλό…
Όσο λοιπόν φόρτωνα το καλάθι μου με όλα αυτά τα καλούδια, η φωνούλα από δίπλα μού τρύπησε τ’ αυτιά. Και σχεδόν αμέσως έλαβα πλήρη γνώση περί του τι γινόταν. Μια μαμά μπήκε στον δικό μου διάδρομο ακολουθούμενη από ένα κοριτσάκι γύρω στα επτά. Φαντάστηκα τι εννοούσε η μικρή, χρόνια βλέπεις στο πεδίο…Και η αρχική μου υποψία έγινε βεβαιότητα, όταν άκουσα πια τη μαμά να απαντά…
«Τι εννοείς τέλειωσες το σχολείο; Τέλειωσες την Α’
Δημοτικού. Ξέρεις πόσο θες ακόμη μέχρι να τελειώσεις όλο το Δημοτικό; Άλλα
πέντε χρόνια! Έτσι αμέσως αμέσως τελειώνει νομίζεις; Δεν βλέπεις τη Φρόσω, την
ξαδέρφη σου; Φέτος εκείνη θα πάει Δ΄ τάξη. Έχετε πολύ καιρό μπροστά σας και οι
δύο, μέχρι να το τελειώσετε.»
«Και μετά; Τέρμα;», συνέχισε με ένα ίχνος ελπίδας
στη φωνή η μικρή…
«Τι τέρμα; Δεν τα έχουμε πει; Μετά έχει Γυμνάσιο,
Λύκειο, Πανεπιστήμιο…», χτυπούσε ανελέητη η μαμά… Το κοριτσάκι έμοιαζε στα
πρόθυρα της απελπισίας. Προφανώς είχε παρανοήσει τον όρο «τέλος σχολικής
χρονιάς» και τώρα ένιωθε σχεδόν εξαπατημένη! Και πάνω που ετοιμαζόταν να βάλει
τα κλάματα, αποφάσισα να παρέμβω…
«Γεια σας! Συγγνώμη, αλλά άθελά μου σας άκουσα που
συζητούσατε… Να συστηθώ: Νίκος Αντωνίου, δάσκαλος.»
Στο άκουσμα της ειδικότητάς μου η μεν μικρή
κατσούφιασε η δε μαμά ανακουφίστηκε.
«Χαίρω πολύ! Μαρία Πετρίδου. Έχουμε έρθει εδώ με
τη Μυρτώ για τα σχολικά της, να πάρουμε τα βασικά, εν αναμονή βέβαια και της
λίστας, καταλαβαίνετε…»
«Εγώ δεν καταλαβαίνω;» χαμογέλασα.
«Ε, να και δεν εννοεί να δεχτεί ότι θα ξαναπάει σχολείο! Μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, λες και έσβησε κάθε ενδιαφέρον. Τι για τις φίλες και τις συμμαθήτριές της τής λέω, τι για τα καινούργια τετράδια και ντοσιέ, τι χρωματιστά μολύβια με την αγαπημένη της πριγκίπισσα της πήρα, αυτή τίποτα!»
Η Μυρτώ εν τω μεταξύ με κάρφωνε με ένα βλέμμα πύρινο. Λες κι εγώ έφταιγα για την ταλαιπωρία της. Έτσι είναι όμως, το έχω πια συνηθίσει. Όταν τα παιδιά πιέζονται και αδυνατούν να αντιδράσουν , ο εύκολος στόχος είναι ο δάσκαλος, ο μόνιμος κακός της ιστορίας. Άφησα κάτω το καλάθι μου και λύγισα το ένα γόνατο. Έτσι τα κεφάλια μας ήρθαν σχεδόν στο ίδιο ύψος. Ήταν ένα χαριτωμένο καστανομάλλικο παιδί, με δύο έντονα μαύρα μάτια και χαμόγελο φαφούτικο, που για την ώρα δεν ήταν διατεθειμένη να μου χαρίσει…
«Λοιπόν, Μυρτώ, το ξέρεις πως είσαι πολύ τυχερή;»,
άρχισα με κέφι.
«Τυχερή; Εγώ; Γιατί;»
«Μα, γιατί αρχίζεις να καταλαβαίνεις τη λέξη με
την πιο μεγάλη αξία!»
«Τη λέξη με την πιο μεγάλη αξία; Ποια λέξη;»
«Ξανά! Αυτή είναι η λέξη!»
Η Μυρτώ με κοίταξε δύσπιστη. Πριν προλάβει να
μιλήσει, εγώ κοίταξα τη μαμά της και συνέχισα.
«Για πείτε μου, κυρία Πετρίδου. Η Μυρτώ μίλησε
κατευθείαν;»
«Όχι, βέβαια! Σιγά σιγά γίνονται αυτά…»
«Κι όταν περπάτησε; Τα κατάφερε με την πρώτη ή
κάποιες φορές έπεφτε;»
«Αν έπεφτε! Αυτό εδώ το σημάδι στο φρύδι της από
πέσιμο το έχει. Ήταν δεκαοχτώ μηνών…»
«Βλέπεις λοιπόν;» γύρισα στη Μυρτώ, που
παρακολουθούσε μπερδεμένη.
«Τίποτα δεν γίνεται με τη μία. Κάθε τι που
κάνουμε, το πετυχαίνουμε με προσπάθεια. Τα πιο σπουδαία πράγματα στη ζωή, τα
κατορθώματα των αθλητών, οι ανακαλύψεις των επιστημόνων, τα πάντα, έτσι
γίνονται. Με δουλειά και κόπο. Ξανά και ξανά… Έτσι και με το σχολείο. Θα
επιστρέψεις σ’ αυτό, ώστε να μάθεις κι άλλα πράγματα και μάλιστα καλύτερα!»
χαμογέλασα ενθουσιασμένος.
«Μα τότε, θα κουραζόμαστε συνέχεια…» μουρμούρισε
βουρκωμένη η Μυρτώ…
«Κι αν σου πω ότι με το «ξανά» θα ξεκουραστούμε;
Θα γίνουμε πραγματικά ευτυχισμένοι; Αν σου πω ότι το «ξανά» είναι η πιο μεγάλη
μας ευλογία; Η χαρά μας; Ο θησαυρός μας; Τι θα πεις;» τη ρώτησα πιο
αποφασισμένος από ποτέ…
«Δεν το πιστεύω… Τι χαρά και θησαυρός είναι αυτό
το ξανά;» μου γύρισε εκείνη με στόμφο, θυμωμένη και επίμονη, λαχταρώντας να με
βγάλει λάθος… Η μαμά της με κοιτούσε όλο απορία. Τότε πήρα μια βαθιά ανάσα και
τις κοίταξα και τις δυο.
«Μυρτώ, έχεις ακούσει για τον Παράδεισο;». Η μικρή
κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Το ξέρεις πως κάποτε ο άνθρωπος ζούσε εκεί; Μέσα
στην ομορφιά και τη χαρά; Και για ένα λάθος του τον έχασε;». Η Μυρτώ συνέχισε
να συμφωνεί σιωπηλά. Τα μάτια της με μετρούσαν. Τίποτα δεν άφηνε να της
ξεφύγει.
«Δεν θα ήταν τρομερό να μην μπορούσε ποτέ πια ο
άνθρωπος να γυρίσει εκεί; Δεν θα ήταν τρομερό όλοι μας, με το πρώτο
στραβοπάτημα, την πρώτη ανοησία, να μπαίναμε τιμωρία; Εξορία; Φυλακή; Για
πάντα; Να μην μας έδινε ποτέ κανείς μια δεύτερη ευκαιρία;» Η Μυρτώ άρχιζε να
μπαίνει στο νόημα…
«Λοιπόν; Τι λες;»
«Νομίζω ότι… Νομίζω ότι είμαστε τυχεροί που
μπορούμε να δοκιμάζουμε ξ…»
Η Μυρτώ με κοίταξε με μια αναπάντεχη λάμψη στα
μάτια. Σαν κάποιος να της είχε τραβήξει ένα πέπλο και πλέον έβλεπε καθαρά…
«ΞΑΝΑ!» φωνάξαμε ταυτόχρονα. «Ναι, έτσι είναι!
Είμαστε πολύ τυχεροί που όσο κι αν πέσουμε, μπορούμε πάντα να ξανασηκωθούμε. Να
ξαναπροσπαθήσουμε. Να ζητήσουμε συγγνώμη και να διορθωθούμε. Τίποτα δεν
τελειώνει, όσο μπορούμε να δοκιμάζουμε ξανά!»
«Τίποτα δεν τελειώνει, ε;» η ερώτηση της Μυρτώς με
επανέφερε στο θέμα του σχολείου και προς στιγμήν φοβήθηκα πως θα άρχιζε ο
προηγούμενος θρήνος της, πως η παρέμβασή μου είχε πάει στον βρόντο.
«Ε, τότε, αφού και το σχολείο δεν τελειώνει, θα
μου πάρεις και την κασετίνα με τις πεταλούδες; Να τη δείξω στη Νίκη… Εκείνη
είχε την ίδια, αλλά σε κίτρινο…».
Η Μυρτώ έμοιαζε να έχει μεγαλώσει… Εγώ πάλι
σκεφτόμουν πως στο θέμα του «ξανά» όλοι είμαστε αποπροσανατολισμένοι. Και η
Μυρτώ μεν, δικαίως. Εμείς όμως, οι μεγάλοι; Ξαναπέφτουμε στα ίδια λάθη, χωρίς
να συνειδητοποιούμε πως ευτυχώς μπορούμε ακόμη να αλλάξουμε. Ξανά… Όλοι μαθητές
σε μια αιώνια Β’ Δημοτικού… Άμποτε να βάλουμε μυαλό…
Η Μυρτώ με τη μαμά της με χαιρέτησαν και έστριψαν
στον επόμενο διάδρομο. Εγώ άδραξα το καλάθι μου και συνέχισα προς το ράφι με τα
στικεράκια… Πρέπει να προμηθευτώ και κάμποσες ντουζίνες από αυτά με τους
κεραυνούς, μη μας κάνουν και παρατήρηση… Ξανά…

1 σχόλιο:
Πολύ ωραίο !
Δημοσίευση σχολίου