Οι πρωτεργάτες της κριτικής μελέτης της Αγίας
Γραφής
Μητροπολίτης
Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Η μνήμη του αγίου Λουκιανού, Πρεσβυτέρου
Αντιοχείας και Μάρτυρος, στις 15 Οκτωβρίου προσφέρει την ευκαιρία να θυμηθούμε
μια λιγότερο προβεβλημένη εκκλησιαστική διακονία: τη φροντίδα για την πιστή
παράδοση του Βιβλικού κειμένου. Η αγιολογική παράδοση τον συνδέει με τη
διόρθωση της Ελληνικής Παλαιάς Διαθήκης. Πίσω από την εικόνα του μάρτυρα
αναδύεται έτσι και η μορφή του μελετητή, ο οποίος αφιερώνει την πολυμάθειά του
στην κριτική μελέτη των Γραφών.
Η λέξη «διόρθωση», ωστόσο, χρειάζεται διευκρίνιση.
Άλλο είναι η αποκατάσταση ενός αντιγραφικού σφάλματος, άλλο η αναθεώρηση μιας
μεταφράσεως και άλλο η κρίση για τη γνησιότητα ενός χωρίου. Δεν πρέπει να
ερμηνεύουμε κάθε κειμενική διαφορά ως αποτέλεσμα σκόπιμης νοθεύσεως. Ο
Ιερώνυμος αναφέρει διαφορετικές αιτίες αποκλίσεων στα Λατινικά Ευαγγέλια:
μεταφραστικές αστοχίες, απροσεξία αντιγραφέων και ατυχείς επεμβάσεις διορθωτών.
Ακόμη και η πρόθεση βελτιώσεως μπορούσε να προκαλέσει νέα σφάλματα.
Μια εμβληματική περίπτωση συστηματικής συγκρίσεως Βιβλικών κειμένων αποτελεί ο Ωριγένης, τον 3ο αιώνα. Ο Ευσέβιος Καισαρείας περιγράφει την επιμονή του στην αναζήτηση Εβραϊκών αντιγράφων και Ελληνικών μεταφράσεων. Στα περίφημα Εξαπλά παρέθεσε το Εβραϊκό κείμενο μαζί με διαφορετικές Ελληνικές αποδόσεις, μεταξύ των οποίων εκείνες του Ακύλα, του Συμμάχου, των Εβδομήκοντα και του Θεοδοτίωνος. Η παράλληλη διάταξή τους επέτρεπε τη συγκριτική εξέταση των διαφορών.
Η εργασία του περιλάμβανε και ειδικά κριτικά
σημεία. Με οβελούς επισήμαινε χωρία των Εβδομήκοντα που δεν είχαν αντίστοιχο
στο Εβραϊκό κείμενο το οποίο είχε στη διάθεσή του, ενώ με αστερίσκους σημείωνε
συμπληρώσεις από άλλες Ελληνικές αποδόσεις, ιδίως του Θεοδοτίωνος, για χωρία
που υπήρχαν στο Εβραϊκό αλλά έλειπαν από τους Εβδομήκοντα. Επρόκειτο, επομένως,
για κριτική επεξεργασία που δήλωνε τις παρεμβάσεις, όχι απλώς για αντικατάσταση
μιας διατυπώσεως από κάποια άλλη.
Τις δυσκολίες μιας τέτοιας μελέτης φανερώνει η
αλληλογραφία του Ωριγένη με τον Ιούλιο Αφρικανό (χριστιανός λόγιος και
χρονογράφος). Ο Αφρικανός αμφισβήτησε τη γνησιότητα της διηγήσεως της Σωσάννας,
επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, την απουσία της από το βιβλίο του Δανιήλ που
χρησιμοποιούσαν οι Ιουδαίοι και τα λογοπαίγνιά της στην Ελληνική γλώσσα. Η
περίπτωση αφορά την εξέταση της προελεύσεως μιας διηγήσεως, όχι τη διόρθωση
ενός απλού αντιγραφικού λάθους.
Ο Ωριγένης υπερασπίστηκε την εκκλησιαστική
παράδοση της Σωσάννας, χωρίς να αρνείται τις διαφορές μεταξύ των Ελληνικών και
των Εβραϊκών κειμένων. Αντίθετα, τόνισε ότι τις είχε μελετήσει εκτενώς. Η
διαφωνία τους δείχνει ότι η φιλολογική εξέταση και η εκκλησιαστική χρήση ενός
βιβλίου μπορούσαν να οδηγούν σε διαφορετικές αξιολογήσεις. Θα μπορούσαμε να
πούμε ότι ο Αφρικανός ανήκει στην ιστορία της κριτικής μελέτης της Γραφής.
Για τον άγιο Λουκιανό διαθέτουμε σημαντική
μαρτυρία πέρα από την αγιολογική αφήγηση. Στο Περί επιφανών ανδρών, ο Ιερώνυμος
αναφέρει ότι η επιμελής ενασχόλησή του με τις Γραφές ήταν τέτοια, ώστε
αντίγραφα εξακολουθούσαν να φέρουν το όνομά του. Η πληροφορία τεκμηριώνει την
αναγνώριση της εργασίας του· δεν προσδιορίζει, όμως, από μόνη της ούτε την
ακριβή μέθοδο ούτε κάθε επιμέρους διόρθωσή του.
Στον Πρόλογο στα Παραλειπόμενα, ο ίδιος συγγραφέας
καταγράφει μια χαρακτηριστική γεωγραφική κατανομή. Στην Αλεξάνδρεια και την
Αίγυπτο επικρατούσαν κείμενα των Εβδομήκοντα συνδεδεμένα με τον Ησύχιο (για τη
ζωή του οποίου γνωρίζουμε ελάχιστα, πιθανόν Επίσκοπος και Μάρτυρας), ενώ από
την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Αντιόχεια προτιμούνταν εκείνα του Λουκιανού.
Στην Παλαιστίνη διαβάζονταν κείμενα επεξεργασμένα από τον Ωριγένη, τα οποία
είχαν θέσει σε κυκλοφορία ο Πάμφιλος και ο Ευσέβιος.
Στη Λατινόφωνη Εκκλησία, ο Ιερώνυμος προσφέρει
σαφή προσωπική μαρτυρία διορθωτικής εργασίας. Στον πρόλογο των Ευαγγελίων προς
τον Πάπα Δάμασο εξηγεί ότι αναθεώρησε τις Λατινικές αποδόσεις με βάση παλαιά
Ελληνικά χειρόγραφα. Δηλώνει ότι περιόρισε τις αλλαγές στα σημεία όπου θεωρούσε
πως μεταβαλλόταν το νόημα, διατηρώντας τα υπόλοιπα. Στο ίδιο κείμενο, πάντως,
επικρίνει χειρόγραφα συνδεδεμένα με τον Λουκιανό και τον Ησύχιο. Η ιστορία
λοιπόν της κριτικής επεξεργασίας και των μεταφράσεων του κειμένου της Αγίας Γραφής
δεν είναι μια αδιατάρακτη αλυσίδα συμφωνίας· περιλαμβάνει διαφορετικές επιλογές
και αντιπαραθέσεις.
Ο άγιος Αυγουστίνος στο Περί Χριστιανικής
Διδασκαλίας ζητεί να προηγείται η διόρθωση των αντιγράφων, ώστε τα εσφαλμένα να
παραχωρούν τη θέση τους στα διορθωμένα, τουλάχιστον όταν πρόκειται για την ίδια
μετάφραση. Συνιστά επίσης σύγκριση αποδόσεων και προσφυγή στις γλώσσες των
κειμένων. Για την Παλαιά Διαθήκη αναγνωρίζει ιδιαίτερη αυθεντία στους
Εβδομήκοντα και δεν θεωρεί ότι κάθε απόκλισή τους από το Εβραϊκό αποτελεί
σφάλμα προς εξάλειψη.
Τέλος, ο Κασσιόδωρος, χριστιανός λόγιος του 6ου
αιώνα και ιδρυτής της μονής Βιβαρίου στην Καλαβρία, περιλαμβάνει στο έργο του Institutiones ειδικές οδηγίες για την προσεκτική
διόρθωση των Βιβλικών χειρογράφων. Αναθέτει την εργασία σε καταρτισμένους
Αναγνώστες και προειδοποιεί να μη μεταβάλλονται αυθαίρετα οι ιδιαίτερες
Βιβλικές εκφράσεις. Για ασυνήθιστους γραμματικούς τύπους ζητεί έλεγχο σε δύο ή
τρία παλαιά, διορθωμένα αντίγραφα. Η ακρίβεια συνδυάζεται με αυτοσυγκράτηση: ο
διορθωτής υπηρετεί το κείμενο, δεν το προσαρμόζει απλώς στις γλωσσικές του
προτιμήσεις.
Τα παραδείγματα που αναφέραμε μαρτυρούν ότι, ήδη
από τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, η κριτική επεξεργασία, η διόρθωση
και η μετάφραση των βιβλίων της Αγίας Γραφής αποτέλεσαν αντικείμενο σοβαρής και
επίμονης εργασίας. Η ενασχόληση αυτή φανερώνει το έμπρακτο ενδιαφέρον της
Εκκλησίας για την πιστή διαφύλαξη των ιερών της κειμένων: την αναγνώριση και
την αποκατάσταση αντιγραφικών σφαλμάτων, την εξέταση προσθηκών και αλλοιώσεων
και την ακριβέστερη απόδοση του νοήματός τους. Η φροντίδα για το κείμενο της Γραφής
συνδέεται έτσι με την ευθύνη να παραμένει η Εκκλησία πιστή στην Αποστολική
Παράδοση και να μεταδίδει ανόθευτη τη μαρτυρία της στις επόμενες γενιές.
***
Pioneers of the
Critical Study of Holy Scripture
The
commemoration of Saint Lucian, Presbyter of Antioch and Martyr, on October 15
offers an opportunity to recall a less widely recognized ministry of the
Church: the care devoted to the faithful transmission of the biblical text.
Hagiographical tradition associates him with the correction of the Greek Old
Testament. Behind the image of the martyr, we thus also discern the figure of
the scholar who dedicated his learning to the critical study of the Scriptures.
The word
“correction,” however, requires clarification. Correcting a copying error,
revising a translation, and assessing the authenticity of a passage are
distinct undertakings. We should not interpret every textual difference as the
result of deliberate falsification. Jerome identifies several causes of
discrepancies in the Latin Gospels: errors in translation, carelessness on the
part of copyists, and ill-judged interventions by correctors. Even the
intention to improve a text could introduce new errors.
Origen’s work
in the third century offers a landmark example of the systematic comparison of
biblical texts. Eusebius of Caesarea describes his persistent search for Hebrew
copies and Greek translations. In his celebrated Hexapla, he placed the Hebrew
text alongside different Greek renderings, including those of Aquila,
Symmachus, the Septuagint, and Theodotion. Their arrangement in parallel
columns made it possible to examine the differences comparatively.
His work also
involved the use of special critical signs. He used obeli to mark passages in
the Septuagint that had no counterpart in the Hebrew text available to him,
while asterisks indicated additions from other Greek versions, especially
Theodotion’s, supplying passages present in the Hebrew but absent from the
Septuagint. This was, therefore, a form of critical editing that explicitly
marked its interventions, rather than simply replacing one wording with
another.
The
correspondence between Origen and Julius Africanus, a Christian scholar and
chronographer, reveals the difficulties involved in such study. Africanus
questioned the authenticity of the story of Susanna, citing, among other
considerations, its absence from the Book of Daniel used by the Jews and its
wordplay in Greek. This case concerns the investigation of a narrative’s
origins, rather than the correction of a simple copying error.
Origen defended
the Church’s tradition concerning Susanna without denying the differences
between the Greek and Hebrew texts. On the contrary, he emphasized that he had
studied them extensively. Their disagreement shows that philological
examination and the Church’s use of a book could lead to different assessments.
We might therefore place Africanus within the history of the critical study of
Scripture.
For Saint
Lucian, we possess significant testimony beyond the hagiographical account. In
On Illustrious Men, Jerome states that Lucian’s diligent work on the Scriptures
was such that copies continued to bear his name. This information attests to
the recognition his work received; it does not, however, establish either his
precise method or the individual corrections he made.
In his Preface
to Chronicles, Jerome describes a distinctive geographical distribution. In
Alexandria and Egypt, Septuagint texts associated with Hesychius predominated.
Very little is known about his life, though he may have been a bishop and
martyr. From Constantinople to Antioch, the texts associated with Lucian were
preferred. In Palestine, readers used texts edited by Origen and circulated by
Pamphilus and Eusebius.
In the
Latin-speaking Church, Jerome provides clear personal testimony concerning his
work of correction. In his preface to the Gospels addressed to Pope Damasus, he
explains that he revised the Latin versions on the basis of old Greek
manuscripts. He states that he confined his changes to passages where he
believed the meaning had been altered, leaving the rest unchanged. In the same
text, however, he criticizes manuscripts associated with Lucian and Hesychius.
The history of the critical editing and translation of Holy Scripture is
therefore not an unbroken succession of agreement; it includes differing
decisions and disputes.
In On Christian
Doctrine, Saint Augustine insists that the correction of copies should take
priority, so that faulty copies give way to corrected ones, at least when they
represent the same translation. He also recommends comparing renderings and
consulting the languages of the texts. For the Old Testament, he acknowledges
the particular authority of the Septuagint and does not regard every departure
from the Hebrew as an error to be eliminated.
Finally,
Cassiodorus, a sixth-century Christian scholar and founder of the monastery of
Vivarium in Calabria, includes specific instructions for the careful correction
of biblical manuscripts in his Institutiones. He entrusts this work to trained
readers and warns against arbitrary changes to distinctive biblical
expressions. In the case of unusual grammatical forms, he calls for
consultation of two or three old, corrected copies. Accuracy is combined with
restraint: the corrector serves the text rather than merely adapting it to his
own linguistic preferences.
The examples
discussed above testify that, from the earliest centuries of Christianity, the
critical editing, correction, and translation of the books of Holy Scripture
were the subject of serious and sustained work. These efforts reveal the
Church’s practical commitment to the faithful preservation of its sacred texts:
identifying and correcting copying errors, examining additions and alterations,
and conveying their meaning more accurately. Care for the text of Scripture is
thus connected with the Church’s responsibility to remain faithful to Apostolic
Tradition and to transmit its witness uncorrupted to future generations.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου